Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Πολύ καλό ιστορικό άρθρο για το βομβαρδισμό της Δρέσδης

Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης
Η ισοπέδωση της πόλης από τους Συμμάχους λίγο πριν λήξει ο πόλεμος προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και στη Βρετανία
66 χρόνια πριν
Επιμέλεια: Νικος Xρυσολωρας
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr/)
Στις αρχές του 1945, με τον Κόκκινο Στρατό σε απόσταση περίπου 100 χιλιομέτρων από το Βερολίνο, το ερώτημα δεν ήταν αν, αλλά πότε, θα συνθηκολογούσε άνευ όρων η ναζιστική Γερμανία.
Οι εκτιμήσεις ως προς αυτό το ερώτημα διίσταντο, καθώς ενώ οι περισσότερες ενδείξεις συνέκλιναν στο συμπέρασμα ότι το τέλος πλησιάζει, σύμφωνα με τις συμμαχικές υπηρεσίες πληροφοριών, η αντίσταση της Βέρμαχτ θα μπορούσε να διαρκέσει έως και έξι μήνες, γεγονός που θα συνεπάγετο μεγάλες απώλειες και δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος. Την ίδια στιγμή, ο Σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν ζητούσε επιμόνως τη συνδρομή των Αμερικανών και των Βρετανών, ώστε να διευκολυνθεί η προέλαση των δυνάμεών του στο Ανατολικό Μέτωπο. Υστερα από ενδοσυμμαχικές διαβουλεύσεις, αποφασίστηκε, στο πλαίσιο του παραπάνω αιτήματος, να βομβαρδιστούν οι υποδομές της πρωτεύουσας της Σαξωνίας, Δρέσδης, ούτως ώστε να αποτραπεί η αποστολή ενισχύσεων προς Ανατολάς
Η απόφαση του βομβαρδισμού δεν είχε, όμως, μόνο επιχειρησιακούς σκοπούς. Η λεγόμενη «Φλωρεντία του Ελβα» ήταν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της Γερμανίας που είχε μείνει αλώβητο από το συμμαχικό σφυροκόπημα και η βρετανική κυβέρνηση θεώρησε ότι με τον βομβαρδισμό της θα έπληττε και το ηθικό των αμυνομένων. Εκ του αποτελέσματος, διεφάνη ότι αυτό ήταν εντέλει και το σκεπτικό που επικράτησε. Αναρίθμητοι τόνοι εκρηκτικών ισοπέδωσαν το ιστορικό κέντρο της πόλης, αφήνοντας πίσω τους δεκάδες χιλιάδες απανθρακωμένα πτώματα. Το μέγεθος της καταστροφής ήταν τόσο μεγάλο, ώστε να προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και στην κοινή γνώμη της Βρετανίας. Μέχρι και σήμερα, η Δρέσδη κηλιδώνει τον συμμαχικό αγώνα εναντίον του ναζισμού.

Το τελικό στάδιο του Πολέμου
Του Νίκου Παπαναστασίου
Η τελική φάση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε στις αρχές του 1945. Ωστόσο, η εκκαθάριση της Ευρώπης από τα ναζιστικά στρατεύματα και ο εξαναγκασμός του Αδόλφου Χίτλερ σε άνευ όρων συνθηκολόγηση με διμέτωπη επίθεση των Συμμάχων αποδείχτηκε εξαιρετικά χρονοβόρα υπόθεση. Ο επίλογος άρχισε να γράφεται τον Νοέμβριο του 1944, όταν Βρετανοί και Αμερικανοί διέσχισαν τον Ρήνο για να στραφούν στη συνέχεια στην περιοχή του Ρουρ. Την ίδια περίοδο, εκατομμύρια προσφύγων αναζητούσαν καταφύγιο στην Κεντρική Γερμανία, λόγω της προέλασης του Κόκκινου Στρατού στη Σιλεσία.
Ηδη από τον Μάρτιο του 1944, οι Σύμμαχοι ήλεγχαν σε μεγάλο βαθμό και τον εναέριο χώρο της Γερμανίας. Οπως ήταν αναμενόμενο, εκμεταλλεύτηκαν την υπεροχή αυτή, ώστε να δώσουν τη χαριστική βολή στο Τρίτο Ράιχ, με τον βομβαρδισμό στρατιωτικών εγκαταστάσεων, βιομηχανικών μονάδων και συγκοινωνιακών κόμβων. Τα ανώτατα κλιμάκια της βρετανικής RAF (Bomber Command) προετοίμαζαν παράλληλα ήδη από το καλοκαίρι του 1944 το τελειωτικό αεροπορικό χτύπημα («Operation Thunderclap») για να σπάσει το ηθικό του γερμανικού πληθυσμού και να απομονωθεί η εγκληματική ηγεσία του, σύμφωνα με προγενέστερη οδηγία του βρετανικού και αμερικανικού στρατιωτικού επιτελείου (Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας, 21/1/1943). Με την υπόδειξη του Τσώρτσιλ, παραμονές της διάσκεψης στη Γιάλτα, συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των πιθανών αεροπορικών στόχων και η Δρέσδη. Πρώτον, διότι με αυτόν τον τρόπο γινόταν επίδειξη των δυνατοτήτων των συμμαχικών βομβαρδιστικών και κατ' επέκταση της στρατιωτικής ισχύος, σε μια περίοδο που ο Κόκκινος Στρατός συνέχιζε τη νικηφόρα προέλασή του και ο Στάλιν προετοιμαζόταν αποφασιστικά για τη «μάχη του Βερολίνου». Δεύτερον, επειδή έτσι απέκλειε το ενδεχόμενο μεταφοράς της έδρας της ναζιστικής κυβέρνησης από το απειλούμενο Βερολίνο στη Δρέσδη, που είχε βρεθεί ώς τότε εκτός του πεδίου των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός ικανοποιούσε επιπλέον το πάγιο αίτημα του Στάλιν για στρατηγικό χτύπημα στα μετόπισθεν της Βέρμαχτ και την καταστροφή κάθε συγκοινωνιακού κόμβου που θα επέτρεπε την ενίσχυση των γερμανικών στρατευμάτων στο Ανατολικό Μέτωπο. Αν μάλιστα το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες η Δρέσδη θα είχε βομβαρδιστεί, είτε πριν, είτε κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης της Γιάλτας (4 - 11 Φεβρουαρίου 1945), προκειμένου να βελτιωθεί το κλίμα των συζητήσεων, όπως ήλπιζε ο Τσώρτσιλ.
Η πύρινη καταιγίδα εξ ουρανού προκάλεσε κόλαση επί της Γης
Στις 13 και 14 Φεβρουαρίου 1945 βρετανικά (RAF) και αμερικανικά (USAAF) σμήνη βομβαρδιστικών επιτέθηκαν στη Δρέσδη, μετατρέποντας τη «Φλωρεντία επί του Ελβα» σε επίγεια κόλαση. Υπολογίζεται ότι χρησιμοποίησαν περίπου 3.500 εμπρηστικές βόμβες και νάρκες αέρος υψηλής περιεκτικότητας, που με το μονοξείδιο του άνθρακα και τις υψηλές θερμοκρασίες αποτέφρωσαν ή σκότωσαν από ασφυξία 25.000-35.000 ανθρώπους. Η πελώρια βροχή φωτιάς που απλώθηκε πάνω από την πόλη προκάλεσε εκτός από ανθρώπινες απώλειες και τεράστιες υλικές ζημιές. Το ένα τρίτο των σπιτιών της πόλης, τα απαράμιλλα μπαρόκ και αναγεννησιακά μνημεία της Δρέσδης, όπως η όπερα Semper και το παλάτι Zwinger, τυλίχτηκαν στις φλόγες. Στις 15 Φεβρουαρίου κατέρρευσε και το σύμβολο της πόλης, ο περίφημος καθεδρικός ναός της Παναγίας (Frauenkirche).
Μολονότι είχαν προηγηθεί βαρύτερες αεροπορικές επιθέσεις εναντίον μη στρατιωτικών στόχων, όπως η επίθεση στο Αμβούργο, τον Αύγουστο του 1943, όπου η πύρινη θύελλα παρέσυρε εντός ολίγων ημερών στον θάνατο περισσότερα θύματα από όσα είχε η Βρετανία τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου, η επίθεση στη Δρέσδη οδήγησε σε αμφισβήτηση της άτεγκτης στρατηγικής των Συμμάχων και ιδιαίτερα της οδηγίας περί βομβαρδισμού μεγάλων κατοικημένων περιοχών (Area Bombing Directive). Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται έκτοτε η επιχειρησιακή σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα γενικευμένων βομβαρδισμών και το ερώτημα αν πρόκειται για έγκλημα πολέμου. Ο ίδιος ο Τσώρτσιλ έγραψε στους επιτελείς του: «Μου φαίνεται ότι έφτασε η στιγμή όπου το θέμα των βομβαρδισμών των γερμανικών πόλεων, κατ' ουσίαν προς εκφοβισμό, παρ' ότι με πρόσχημα άλλες δικαιολογίες, πρέπει να αναθεωρηθεί. Η καταστροφή της Δρέσδης θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς».
Μεταπολεμικά, όταν αμφισβητήθηκε έντονα η εξοντωτική στρατηγική της RAF, έγινε από βρετανικής πλευράς απόπειρα να αποδοθεί στον πτέραρχο Σερ Αρθουρ Χάρις η αποκλειστική ευθύνη. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στη Βρετανία, όπου ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εξακολουθεί να θεωρείται τεκμήριο εθνικής υπεροχής («icon of our inner superiority - M. Woollacott») υπήρξαν αντιδράσεις όταν το 1992 στήθηκε έξω από την εκκλησία της RAF στο St. Clement Danes του Λονδίνου μνημείο του «Bomber Harris».
Από γερμανικής πλευράς προβλήθηκε επανειλημμένα ο ισχυρισμός ότι οι βομβαρδισμοί απροστάτευτων γερμανικών πόλεων ήταν κυρίως πράξη αντεκδίκησης και συλλογικής τιμωρίας του γερμανικού λαού («moral bombing»), που παρέμεινε μέχρι τέλους πιστό στον Χίτλερ. Δεδομένου μάλιστα ότι η ηγεσία των Συμμάχων γνώριζε ότι οι αντίστοιχες επιδρομές της Λούφτβαφε π.χ. στο Λονδίνο και το Κόβεντρι, αποδείχτηκαν μπούμερανγκ και χαλύβδωσαν το ηθικό των Βρετανών. Στην περίπτωση της Δρέσδης παραπέμπουν μάλιστα στις εκτεταμένες καταστροφές που υπέστη η παλιά πόλη και στις αναλογικά μικρότερες ζημιές που καταγράφτηκαν στα βόρεια όπου βρισκόταν το αεροδρόμιο, τα στρατόπεδα και τα εργοστάσια που τροφοδοτούσαν τη γερμανική πολεμική μηχανή, όπως το Sachsenwerk (ραντάρ), Zeiss Ikon A.G. (διόπτρες), Radio H. Mende (ασυρμάτους και ανιχνευτές ναρκών), Infesto (συστήματα διεύθυνσης τορπιλών). Επιπλέον δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, καθώς τα πυροβόλα Φλακ είχαν μεταφερθεί στο Ρουρ και τη Σιλεσία.
Αν και δεν έλειψαν οι Βρετανοί και Αμερικανοί επικριτές που, ακόμα και κατά τη διάρκεια του πολέμου, υιοθέτησαν ως ορθά πολλά από τα επιχειρήματα αυτά, η πλευρά των Δυτικών συμμάχων ισχυρίζεται ότι η περιορισμένη ακρίβεια των συμμαχικών βομβαρδισμών, ελλείψει ραντάρ ακριβείας και της συχνά κακής ορατότητας, ήταν η αφορμή για την ενίσχυση από το 1943 των ισοπεδωτικών βομβαρδισμών ανά περιοχή (area bombings). Επιπλέον οι βομβαρδισμοί στρατηγικών στόχων είχαν αποδειχτεί εξαιρετικά δαπανηροί σε αεροσκάφη και πληρώματα, λόγω της γερμανικής αντιαεροπορικής άμυνας.
Τα επιχειρήματα των δύο πλευρών ανακύκλωσαν και δύο μπεστ σέλερ που αναδημοσιεύτηκαν και από τα γερμανικά και βρετανικά ταμπλόιντ. Το 2002 κυκλοφόρησε «Η Φωτιά» (Der Brand) του Γεργκ Φρίντιχ, όπου περιγράφεται με μελοδραματικό ύφος η τραυματική εμπειρία του βομβαρδισμού γερμανικών πόλεων από την πλευρά των θυμάτων. Η μονομερής αφήγησή του επικεντρώνεται στην προσπάθεια να καταδείξει ότι οι βομβαρδισμοί δεν είχαν στρατηγική σημασία και ότι είχαν ως μοναδικό σκοπό τη μαζική τιμωρία και εξόντωση του γερμανικού λαού.
Η απάντηση της βρετανικής πλευράς, από την πένα του Φρέντερικ Τέιλορ («Dresden: Tuesday, 13 February, 1945»), εστίαζε στη σημασία της τοπικής βιομηχανίας της Σαξονίας για την πολεμική μηχανή του Ράιχ και υπογράμμιζε ότι οι βομβαρδισμοί ήταν απάντηση στην ανηλεή στρατηγική της Λούφτβαφε («Κοβεντροποίηση») και αναγκαία προϋπόθεση για την τελική επικράτηση των Συμμάχων. Ωστόσο, δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να χαρακτηριστεί έγκλημα πολέμου.
Τα τελευταία χρόνια δεν έλειψαν οι συμφιλιωτικές κινήσεις, όπως η αδελφοποίηση του Κόβεντρι και της Δρέσδης. Ωστόσο, την κυριότερη αφορμή για τη συμφιλίωση των άλλοτε αντιπάλων στρατοπέδων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πρόσφερε η ανοικοδόμηση του καθεδρικού ναού της Παναγίας (Frauenkirche), που δέσποζε επί αιώνες στο κέντρο της πόλης. Πάνω από 6.000 μέλη από 23 χώρες συμμετείχαν στην πρωτοβουλία αυτή, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβαν οι Friends of Dresden Inc. και η Association Frauenkirche Paris. Στις 13 Φεβρουαρίου 2000 ο Δούκας του Κεντ παρέδωσε το επίχρυσο αντίγραφο του σχεδόν οκτάμετρου σταυρού που χρηματοδοτήθηκε από βρετανικές δωρεές. Μάλιστα προερχόταν από τα χέρια Βρετανού σιδηρουργού, που ήταν γιος πιλότου βομβαρδιστικού που συμμετείχε στον βομβαρδισμό της Δρέσδης. Για όσους ειδικά βίωσαν ως αυτόπτες μάρτυρες τη δημόσια καύση 7.000 θυμάτων των βομβαρδισμών στην αγορά της παλιάς πόλης της Δρέσδης για να αποφευχθεί επιδημία, η επαναλειτουργία της Frauenkirche το 2005 είχε τεράστια συμβολική αξία. Οπως η καταστροφή της την μετέτρεψε επί δεκαετίες σε σύμβολο κατά του πολέμου και της βίας, τελικά αναδείχτηκε μνημείο ελπίδας και συμφιλίωσης.

* Ο κ. Νίκος Παπαναστασίου είναι ειδικός επιστήμων στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.