Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Πολύ καλό άρθρο της Σ.Τριανταφύλλου για τον αμερικανό Ντούτσε


Αμερικανός Ντούτσε
Φασίστας ή πλουτοκράτης;
ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
(Πηγή : http://www.athensvoice.gr)
Συνεχίζω σχολιάζοντας την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, όχι μόνο επειδή ζω κατά κάποιον τρόπο τον αντίκτυπό της (έχει αλλάξει το καθημερινό ιδίωμα:
οι μέχρι πρότινος καταπιεσμένοι μικροαστοί εκφράζουν ανέμελα τις πιο εθνικιστικές και μισαλλόδοξες απόψεις) αλλά και επειδή διαβάζω πολλές ενδιαφέρουσες αναλύσεις για το εν λόγω θλιβερό φαινόμενο. Ο Ρόμπερτ Ο. Πάξτον (ένα από τα βιβλία του, «Η ανατομία του φασισμού», έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος) αναρωτιέται σε άρθρο του στο περιοδικό “Harper’s”: Είναι ο Ντόναλντ Τραμπ φασίστας ή πλουτοκράτης; Αντίθετα από την κοινή αντίληψη, δεν μπορεί να είναι και τα δύο: ο φασίστας είναι λαϊκιστής, βρίσκεται «κοντά» στον μικρό άνθρωπο· ο πλουτοκράτης δεν είναι· ενεργεί σύμφωνα με τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου.
Πολλοί από το Δημοκρατικό Κόμμα χαρακτηρίζουν τον Τραμπ φασίστα: τα νταηλίκια, η γκροτέσκα θεατρικότητα και η δημαγωγία που επιτρέπει στον όχλο να κραυγάζει «ΗΠΑ! ΗΠΑ! Κλειδώστε την!» (τη Χίλαρι Κλίντον) θυμίζουν τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ. Στις ομιλίες του, ο Τραμπ ζωγραφίζει εικόνα εθνικής παρακμής την οποία αποδίδει στους «ξένους»· περιφρονεί τους νόμους· ενθαρρύνει τη βία εναντίον των διαφωνούντων· υποτιμά τις γυναίκες· σιχαίνεται οτιδήποτε έχει υπερεθνικό χαρακτήρα (εμπόριο, θεσμούς και συνθήκες)· εμπνέεται από θεωρίες συνωμοσίας και ανορθολογισμού― όλα αυτά είναι στοιχεία του φασισμού. Αλλά, ο Ρόμπερτ Πάξτον πιστεύει ότι δεν πρέπει να βιαστούμε να αποδώσουμε στον Τραμπ τον πιο τοξικό από τους πολιτικούς χαρακτηρισμούς.
Ο φασισμός, συνεχίζει, αποκρινόταν σε επείγουσες ανάγκες –πολύ διαφορετικές από τις σημερινές– και ευδοκίμησε σε λαούς που είχαν ηττηθεί ή ταπεινωθεί. Οι πρώτοι φασίστες υπόσχονταν την ενίσχυση του κράτους υποβάλλοντας τα συμφέροντα των ατόμων σ’ εκείνα της κοινότητας και εκκαθαρίζοντας τον πληθυσμό από τους εσωτερικούς εχθρούς και τους αντιφρονούντες. Οι φασίστες και οι ναζιστές αναδείχθηκαν ως η μοναδική δύναμη που μπορούσε να αναχαιτίσει τον μπολσεβικισμό. Και το μοιραίο λάθος των συντηρητικών στον Μεσοπόλεμο ήταν ότι τους ανέχθηκαν ή και συνεργάστηκαν μαζί τους πιστεύοντας ότι μπορούσαν να τους τιθασεύσουν και να τους ενσωματώσουν στη συντηρητική παράταξη.
Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ δεν είχαν πρόθεση να αφήσουν τις δυνάμεις της αγοράς να ρυθμίσουν τα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα: πίστευαν ότι το ισχυρό κράτος ήταν η προϋπόθεση του ενοποιημένου, «ρωμαλέου» έθνους. Και οργάνωναν την οικονομία ως κρατικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα εφαρμόζοντας ευρεία κοινωνική μηχανική: πρώιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (όχι για όλους: οι Εβραίοι και οι τσιγγάνοι αποκλείονταν) και οργάνωση ακόμα και του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων – η κεντρική ιδέα ήταν η αναχαίτιση του σοσιαλισμού μέσω του εθνικοσοσιαλισμού. Όσο για τους βιομηχάνους και τους επιχειρηματίες, αν και οι λαϊκές και κολεκτιβιστικές παρορμήσεις του φασισμού τούς απωθούσαν, είχαν ως προτεραιότητά τους τον θρίαμβο εναντίον του μπολσεβικισμού· έτσι, παραδόθηκαν λίγο-πολύ στα φασιστικά κινήματα για να αποζημιωθούν στο τέλος μέσω της καταστροφής των ανεξάρτητων συνδικάτων και της απαγόρευσης των απεργιών, καθώς και μέσω κερδοφόρων συμβολαίων για δημόσια έργα και εξοπλισμούς.
Βεβαίως, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει σκοπό να χτίσει κρατική οικονομία· αυτό τον διαχωρίζει από τους φασίστες. Αλλά –κι εδώ ίσως διαφωνώ κάπως με τον Ρόμπερτ Πάξτον– ο φασισμός δεν είναι μόνο οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα· είναι τρόπος σκέψης, ψυχοσύνθεση και ύφος άσκησης εξουσίας. Η προεδρία Τραμπ σημαίνει ριζοσπαστικοποίηση της αμερικανικής δεξιάς: εξασθένιση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης (που ίσως είναι ενοχλητική αλλά ταυτοχρόνως είναι η μόνη που μπορεί να ρυθμίζει στρατηγικά ζητήματα όπως το νερό, τον αέρα, τη χλωρίδα)· φορολογικές ελαφρύνσεις για τους πλουσιοτέρους (πράγματι, η φασιστική φορολογία ήταν κλιμακωτή ενώ εκείνη της ριζοσπαστικής δεξιάς ευνοεί τα υψηλά εισοδήματα) και εγκατάλειψη των κοινωνικών προγραμμάτων για τους αδύναμους.
Αν και το καθεστώς του Ντόναλντ Τραμπ διαφέρει σε πολλές του συνιστώσες από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου, αποτελεί επίσης μια αντίδραση σε ήττα και ταπείνωση φαντασιακού τύπου: η άλλοτε σιωπηλή πλειοψηφία που υπέστη τα πολιτιστικά πειράματα της δεκαετίας του 1960 –φεμινισμό, δικαιώματα ομοφυλοφίλων, φυλετική ισότητα– έχει εξεγερθεί· τα ένστικτα της μάζας ενθαρρύνονται όπως ακριβώς συνέβη μετά τα κοινωνικά πειράματα της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και στη διάρκεια του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία. Ο Λεόν Μπλουμ –ο πρώτος Εβραίος και σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Γαλλίας– ήταν κόκκινο πανί για τους φασίστες: το ίδιο ήταν ο Μπαράκ Ομπάμα για τους Αμερικανούς rednecks, τους θρησκόληπτους, τους ρατσιστές και όλο τον συρφετό που, χωρίς μόρφωση ή επιτεύγματα, επιμένει στην America First.
Ο Ντόναλντ Τραμπ γεφυρώνει την πλουτοκρατία με το μικροαστικό φασιστικό κίνημα: είναι οπορτουνιστής· η αυταρχική του προσωπικότητα συνδυάζεται με πλήρη απουσία ηθικών αξιών και πολιτικού σχεδίου εκτός από την προώθηση των επιχειρήσεών του. Όπως συνέβαινε στην περίοδο του φασισμού, όπου οι ηγέτες απολάμβαναν λαϊκής συναίνεσης, ο Ντόναλντ Τραμπ, εκτός από έναν εσώτερο κύκλο ακροδεξιών (Στηβ Μπάνον, Στήβεν Μίλερ), έχει μαζί του εκείνο το κομμάτι των ΗΠΑ που μοιάζει ακινητοποιημένο στον χρόνο. Τις τελευταίες δεκαετίες, τη διεύρυνση του χάσματος πλουσίων-φτωχών (οι πλούσιοι έγιναν πολύ πλούσιοι και οι φτωχοί, αν και εξελίχθηκαν, δεν είχαν ανάλογη οικονομική πρόοδο) συνόδευσε η διεύρυνση του πολιτιστικού χάσματος: οι ελίτ της Ουάσιγκτον επέβαλαν συνθήκες απαράδεκτες για τον μικροαστό της ενδοχώρας, τον επιρρεπή, ανεπίγνωστα, σε φασιστικούς πειρασμούς.
Η κατάσταση είναι δύσκολη μολονότι η οικονομία λειτουργεί – με τον τρόπο της. Η ανεργία είναι χαμηλή, η εκμετάλλευση όμως εντείνεται· όπως ο ίδιος ο Τραμπ δημιουργεί το πλαίσιο για αχαλίνωτη εξουσία (επιτίθεται στα ΜΜΕ και στους δικαστές: δεν μπορώ να μη δω τις ομοιότητες με το δικό μας καθεστώς ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ), έτσι και η εργοδοτική τάξη δημιουργεί το πλαίσιο για μεγαλύτερα κέρδη. Πρόκειται για την κορύφωση της αμερικανικής πλουτοκρατίας που μπορεί να καταλήξει σε φασιστικές πρακτικές: ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να κηρύξει, λόγου χάρη, στρατιωτικό νόμο ή πόλεμο αν το θεωρήσει απαραίτητο (π.χ. μετά από τρομοκρατικό χτύπημα ή πρόκληση)· επίσης, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να απορυθμίσει πλήρως την επιχειρηματική δραστηριότητα αφήνοντας εντελώς ελεύθερο το πεδίο στο μεγάλο κεφάλαιο. Ό,τι μπορεί να πάει στραβά με την κυβέρνηση Τραμπ θα πάει στραβά όποιο όνομα και να της προσδώσουμε.