Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Ιστορικό άρθρο για τον Μπενίτο Μουσολίνι


Η εκτέλεση του Μπενίτο Μουσολίνι
Ο επί 20 χρόνια ηγέτης του Φασισμού συνελήφθη και τουφεκίστηκε από τους παρτιζάνους καθώς επιχειρούσε να διαφύγει
Επιμέλεια: Νικος Χρυσολωρας
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr/)
Από τις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε καταστεί σαφές ότι η Ιταλία επρόκειτο να εξελιχθεί σε αδύναμο κρίκο του «Αξονα».
Η μεγαλομανία του δικτάτορα της χώρας, Μπενίτο Μουσολίνι, βρισκόταν σε πλήρη αναντιστοιχία με τις επιχειρησιακές ικανότητες των ενόπλων δυνάμεών του. Χαρακτηριστικότερο, ίσως, παράδειγμα ήταν η συντριπτική ήττα που υπέστη ο ιταλικός στρατός στα βουνά της Πίνδου από τις ελληνικές δυνάμεις.
Στη συνέχεια, η ήττα του Αξονα στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής έθεσε την Ιταλία εντός του πεδίου βολής των Συμμάχων. Απογοητευμένος από τον ηγέτη του και χωρίς καύσιμα και υλικό πολέμου, ο ιταλικός στρατός σχεδόν κατέρρευσε μετά τη Συμμαχική απόβαση στη Σικελία. Ο Μουσολίνι ανατράπηκε τελικά από το ίδιο το Φασιστικό Κόμμα, ενώ ο βασιλιάς της χώρας διέταξε τη σύλληψή του. Η εντυπωσιακή του διάσωση από ειδικές δυνάμεις του γερμανικού στρατού, δεν τον οδήγησε στην απελευθέρωση. Αντιθέτως, ο Μουσολίνι πέρασε τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ως αιχμάλωτος ηγέτης-μαριονέτα στο καθεστώς του Σαλό, πριν βρει φρικτό θάνατο στα χέρια των αντιστασιακών.
Η άνοδος, η πτώση και το φρικτό τέλος του δολοπλόκου δικτάτορα
Του Θάνου Βερεμή
Στις 25 Απριλίου 1945, ο πρώην δικτάτορας της Ιταλίας, Μπενίτο Μουσολίνι, εγκατέλειπε την ιδέα να παραδοθεί στην ιταλική αντίσταση και έφευγε από το Μιλάνο σε μια αυτοκινητοπομπή με φυγάδες ομοϊδεάτες του. Την πομπή οδηγούσαν δέκα γερμανικά φορτηγά και δύο τεθωρακισμένα αυτοκίνητα. Μία μέρα αργότερα και ενώ η φάλαγγα κατευθυνόταν προς τα ελβετικά σύνορα, Ιταλοί παρτιζάνοι έκλεισαν τον δρόμο με οδοφράγματα και ανάγκασαν τους Γερμανούς να παραδώσουν τους Ιταλούς φασίστες.
Σε ένα φορτηγό ανακάλυψαν τον Μουσολίνι μεταμφιεσμένο σε Γερμανό στρατιώτη. Η Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, που αρχικά ευνοούσε την παράδοση του Ντούτσε στους Συμμάχους, άλλαξε γνώμη όταν αναλογίστηκε τις συνέπειες μιας δίκης που θα έβγαζε στη φόρα όλα τα άπλυτα της ιταλικής πολιτικής των τελευταίων είκοσι ετών.
Στις 28 Απριλίου, ο Μουσολίνι και η ερωμένη του Κλαρέτα Πετάτσι έπεφταν νεκροί από τα πυρά των εκτελεστών τους. Μαζί τους, οι παρτιζάνοι εκτέλεσαν και 15 φασίστες αξιωματικούς και στρατιώτες που τους συνόδευαν. Την επομένη, τα πτώματα του Μουσολίνι και της Πετάτσι κρέμονταν ανάποδα σε μια γωνιά της Πιάτσα Λορέτο στο Μιλάνο. Ετσι άθλια τελείωσε η σταδιοδρομία του ανθρώπου, ο οποίος κυριάρχησε για περίπου είκοσι χρόνια στην ιταλική πολιτική ζωή. Ο Μπενίτο Μουσολίνι γεννήθηκε στην επαρχία Φόρλι το 1883 και ο σιδεράς σοσιαλιστής πατέρας του τού έδωσε το όνομα του Μεξικανού επαναστάτη Μπενίτο Χουαρέζ. Σπούδασε με θυσίες και έγινε για λίγο δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Το 1902 βρέθηκε στην Ελβετία όπου συνδέθηκε με επαναστατικές ομάδες. Το αποτέλεσμα ήταν να απελαθεί από τη χώρα ως ανεπιθύμητος. Στο μεταξύ, η ανάγνωση του Νίτσε και του Ζορζ Σορέλ διαμόρφωσαν τις ιδέες του και η παραμονή του στο, αυστριακό τότε, Τρεντίνο (1908 - 1909) τον έκανε εθνικιστή.
Ως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε ο πιο προβεβλημένος σοσιαλιστής του Φόρλι και ήταν αρχισυντάκτης της κομματικής εφημερίδας «Avanti». Αντίθετα, όμως, από την ειρηνιστική θέση των Σοσιαλιστών, ο Μουσολίνι εκδηλώθηκε υπέρ της ιταλικής εισόδου στον πόλεμο και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την εφημερίδα και το κόμμα. Στις 14 Νοεμβρίου 1914, ίδρυσε στο Μιλάνο τη δική του εφημερίδα «Il Popolo d’ Italia», ερμηνεύοντας την πολεμική επιλογή ως μέθοδο εξάπλωσης του Σοσιαλισμού σε όλη την Ευρώπη. Στρατεύθηκε το 1917, αλλά αποστρατεύθηκε έπειτα από τραύμα σε γυμνάσια.
Στις 23 Μαρτίου 1919, ίδρυσε στο Μιλάνο την πρώτη φασιστική του ομάδα, την οποία, εκτός από τη βία, χαρακτήριζαν και οι εθνικιστικές και συνδικαλιστικές τάσεις. Οι «μαυροχίτωνες» του Μουσολίνι διακρίθηκαν για τις βιαιοπραγίες τους εναντίον των απεργών κομμουνιστών και σοσιαλιστών της πρώτης μεταπολεμικής τετραετίας.
Στις εκλογές του 1921, το φασιστικό κίνημα έστειλε είκοσι δύο βουλευτές στο ιταλικό Κοινοβούλιο και ο Μουσολίνι ονομάστηκε «Il Duce», δημιουργώντας έτσι το αρχηγικό πρότυπο που αργότερα μιμήθηκαν άλλοι ηγέτες φασιστικών κινημάτων. Το 1922, οι μαυροχίτωνες διέλυσαν μια παρατεταμένη απεργία, προετοιμάζοντας το έδαφος για την «πορεία των φασιστών στη Ρώμη», στις 28 Οκτωβρίου 1922. Ο ίδιος ο Μουσολίνι έμεινε στο Μιλάνο περιμένοντας την αντίδραση του βασιλιά Βιτόριο Εμμανουέλε. Ο τελευταίος, ως ρυθμιστής του πολιτεύματος, αντί να διατάξει τη σύλληψη του πραξικοπηματία, του έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στις 31 Οκτωβρίου 1922.
Οταν βρέθηκε επιτέλους στην εξουσία, ο Μουσολίνι επιδόθηκε συστηματικά στην αποδόμηση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Κατάφερε πρώτα με ειδικό εκλογικό νόμο το 1923 να εξασφαλίσει στους φασίστες του τα 2/3 των εδρών στη Βουλή. Επειτα πέτυχε να μεταμορφώσει τις εκλογές σε δημοψήφισμα.
Το 1938, αντικατέστησε τη Βουλή με οίκο των φασιστικών συνδικάτων. Οποιαδήποτε προσπάθεια αντιπολίτευσης ελεγχόταν ήδη από τη μυστική αστυνομία και τις φασιστικές πολιτοφυλακές.
Η αδυναμία του όμως να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του οικονομικού κραχ, το οποίο έπληξε τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μετά το 1929, τον εξώθησε στις κατακτητικές του περιπέτειες. Τον Οκτώβριο του 1935 εισέβαλε στην Αιθιοπία και το 1936 έστειλε στρατό για να πολεμήσει στο πλευρό του Ισπανού κινηματία Φρανσίσκο Φράνκο τα επόμενα τρία χρόνια. Τον Οκτώβριο του 1936 σχηματίστηκε με μυστική συμφωνία ο Αξονας Βερολίνου - Ρώμης. Τον Απρίλιο του 1939, ο Ιταλός δικτάτορας κατέλαβε την Αλβανία και την ενσωμάτωσε στην ιταλική επικράτεια. Στις 28 Οκτωβρίου (σε μία ακόμα επέτειο της πορείας προς τη Ρώμη), ο Μουσολίνι επέδωσε το τελεσίγραφό του στην ελληνική κυβέρνηση.
Η εκστρατεία του κατά των Ελλήνων αποτέλεσε την αρχή της ραγδαίας πτώσης του. Στις 25 Ιουλίου 1943 καταργήθηκε ως ηγέτης από το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον ελευθέρωσαν Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και ο Χίτλερ τον τοποθέτησε επικεφαλής κυβέρνησης από ανδρείκελα στην πόλη Σαλό του ιταλικού Βορρά. Το τέλος του ήρθε όταν προσπάθησε να δραπετεύσει στην Ελβετία.
Παρά τις ρητορικές του παραστάσεις από το μπαλκόνι της περίφημης Πιάτσα Βενέτσια που απαθανάτισε ο κινηματογραφικός φακός, ο Μουσολίνι υπήρξε ένας μεθοδικός και οργανωμένος δολοπλόκος. Κατάφερε να εκμεταλλευθεί τα ελαττώματα και τις φοβίες των συμπατριωτών του και να προσεταιριστεί δύο αντίπαλους θεσμούς, το Στέμμα και την Καθολική Εκκλησία. Ανάλογη επιτυχία σημείωσε στην άλωση του συνδικαλιστικού κινήματος από την αγροτική ώς την αστική Ιταλία. Δημιούργησε με νόμο, στις 3 Απριλίου 1926, μια ενιαία συνδικαλιστική οργάνωση, την Εθνική Συνομοσπονδία των Φασιστικών Ενώσεων.
Ο «κορπορατιβισμός» υπήρξε ιδεολογική του εφεύρεση, με την οποία κατάφερε να ελέγχει το σύνολο των επαγγελματικών οργανώσεων ως εξισορροπιστής στις αντιθέσεις των κοινωνικών τάξεων. Ο φασισμός του, σε αντίθεση με το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ, είχε ένα συντηρητικό στοιχείο με απήχηση στην καθεστηκυία τάξη και έναν ακραίο ριζοσπαστικό χαρακτήρα που άρεσε στους τυχοδιώκτες και τους εξτρεμιστές της πολιτικής. Ο Μουσολίνι απώλεσε τον ρόλο του εξισορροπιστή όταν έμπλεξε στα γρανάζια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η απήχηση, ωστόσο, του Μουσολίνι στις μάζες παραμένει ανεξήγητη. Ο κοινωνιολόγος Barrington Moore Jr αποδίδει την άνοδό του στη σύγκρουση των Ιταλών συνδικαλιστών με τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Μονολότι ο ίδιος ο Duce αρχικά θεωρούσε ότι ο φασισμός ήταν αστικό κίνημα, επωφελήθηκε από τις μεταπολεμικές αναστατώσεις στην ιταλική ύπαιθρο, καταστρέφοντας με τη βία το αριστερό κίνημα στους αγροτικούς πληθυσμούς. Πολλοί από τους οπαδούς του φασισμού ήταν αγρότες που είχαν γίνει μικροϊδιοκτήτες γης, ώστε το κίνημα να αποκτήσει τη φήμη του προστάτη των αγροτών. Στην πραγματικότητα, ο Μουσολίνι προσεταιρίστηκε τους μεγαλοπαραγωγούς της γης όπως αργότερα και τις βιομηχανίες, παρέχοντάς τους φθηνά εργατικά χέρια που αναζήτησαν εργασία σε μεγάλες αγροτικές μονάδες ή στα βιομηχανικά κέντρα.

* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.