Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Ιστορικό άρθρο για τη δολοφονία του ηγέτη της Κολομβίας, Γκαϊτάν


Ο φόνος του Γκαϊτάν στην Κολομβία
Η 9η Απριλίου του 1948 πυροδότησε ένα κύμα μαζικής βίας αλλάζοντας τη ροή της Ιστορίας στη χώρα της Λατινικής Αμερικής 64 χρόνια πριν
Του Victor Figueroa Clark
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Ο Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν ήταν αναμφίβολα η πιο σημαντική πολιτική προσωπικότητα της Κολομβίας τον 20ό αιώνα.
Ο Γκαϊτάν συνδύαζε ένα πλήρες πολιτικό πρόγραμμα, προσαρμοσμένο στην πολιτική πραγματικότητα της Κολομβίας, με ένα απαράμιλλο χάρισμα, το οποίο στο τέλος θα τον έφερνε στην προεδρία της Κολομβίας εάν το νήμα της ζωής του δεν είχε κοπεί πρόωρα. Η δολοφονία του άλλαξε τη ροή της κολομβιανής ιστορίας, πυροδοτώντας μαζική βία και δίνοντας στις ελίτ τη δυνατότητα να αποφύγουν ευρείες παραχωρήσεις, που διαφορετικά θα χρειαζόταν να κάνουν.
Θιασώτης δομικών αλλαγών και οικονομίας στην «υπηρεσία του λαού»
Δικηγόρος και διανοούμενος ταπεινών καταβολών, ο Γκαϊτάν ήταν ένας θιασώτης δομικών μεταρρυθμίσεων και δυναμικός υπερασπιστής των αδυνάμων. Αποφοίτησε από το Εθνικό Πανεπιστήμιο με μία διατριβή με τίτλο «Σοσιαλιστικές Ιδέες στην Κολομβία», επιδεικνύοντας ένα πρώιμο ενδιαφέρον στην αριστερή πολιτική σκέψη. Επειτα σπούδασε στην Ιταλία. Αυτή ήταν και μια εμπειρία που τον οδήγησε στην απόρριψη του φασισμού ως μεθόδου μέσω της οποίας ο καπιταλισμός «υπερασπίζεται τη συνέχιση των ατομικιστικών αδικιών με τη βοήθεια μιας συλλογικής οργάνωσης». Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο Γκαϊτάν ήταν ήδη ένας πασίγνωστος ηγέτης χάρη στην πύρινη καταγγελία του της «σφαγής των φυτειών μπανάνας», στα τέλη του 1928, κατά την οποία κολομβιανά στρατεύματα κατέσφαξαν χιλιάδες εργάτες που διαδήλωναν για καλύτερες συνθήκες εργασίας, όπως το περιέγραψε αργότερα και ο Γκαρσία Μάρκες στο «Εκατό Χρόνια Μοναξιά». Ο Γκαϊτάν έγινε δήμαρχος της Μπογκοτά το 1936 και διορίστηκε υπουργός Παιδείας το 1940. Και στα δύο αυτά πόστα καθιέρωσε κοινωνικά προγράμματα και δημόσια έργα, τα οποία επαύξησαν περαιτέρω τη φήμη του ως υπερασπιστή των φτωχών.
Εως τα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Γκαϊτάν είχε γίνει ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός του Φιλελεύθερου Κόμματος, μεταμορφώνοντάς το από ένα κόμμα των ελίτ σε ένα κόμμα που άρχισε να εκφράζει τα λαϊκά αιτήματα για αλλαγή και το οποίο είχε την πλειοψηφία και στο Κογκρέσο και στη Γερουσία. Η πλατφόρμα του απαιτούσε «σεβασμό για τον απλό λαό» και επιχειρούσε να οικοδομήσει μια οικονομία «στην υπηρεσία του λαού», καθώς και να καθιερώσει μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας ως έναν τρόπο για να δώσει τέλος σε εκείνο που αυτός αποκαλούσε «το ολιγαρχικό καθεστώς».
Μολονότι τον παρουσίαζαν ως δημαγωγό, ήταν ξεκάθαρο ότι ο Γκαϊτάν είχε μελετήσει προσεκτικά τους στόχους και τις μεθόδους του. Η αντίληψή του για το κράτος ήταν αυτή της «σύνθεσης της δημοκρατίας», ενώ πρότεινε τη συγκρότηση συνασπισμού, οι συνιστώσες του οποίου θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένα ζητήματα προκειμένου ο συνασπισμός αυτός να προωθήσει το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων. Αυτή η συμμαχία θα είχε τα διπλά οφέλη της αποφυγής των caciques (αρχηγίσκων) και της βίας. Ο Γκαϊτάν δεν πίστευε στις «καταστρεπτικές μάχες». Θεωρούσε ότι η Κολομβία, με τις υπανάπτυκτες οικονομικές της δομές και τον αμαθή της πληθυσμό, χρειαζόταν γενιές για να επιτύχει βαθιές αλλαγές. Η οικονομική του σκέψη είχε αναπτυχθεί παρομοίως – σκοπός της οικονομίας ήταν μία ισορροπία μεταξύ παραγωγής και καταναλωτισμού, με βαθμιαία κατάργηση της εκμετάλλευσης και κρατικό ρόλο στον σχεδιασμό της οικονομίας και την αναδιανομή του πλούτου. «Δεν είμαστε εχθροί του πλούτου, αλλά της φτώχειας», είπε και υποστήριξε ότι στην Κολομβία ο πλούτος δεν μπορούσε να εξαπλωθεί χωρίς ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αναμόρφωσης των γαιών. Επίσης πρότεινε περιβαλλοντική νομοθεσία και εργασιακούς νόμους – όλα εντός ενός μεταμορφωτικού, επαναστατικού πλαισίου. Παρά τους δημαγωγικούς θεατρινισμούς του, το πρόγραμμά του δεν ήταν αυτό ενός δημαγωγού ή δικτάτορα, αλλά ενός δημοκρατικού επαναστάτη και από πολλές απόψεις παρόμοιο με εκείνο του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή.
Με το πρόγραμμα αυτό και τη μεγάλη λαϊκή υποστήριξη στο πρόσωπό του, ο Γκαϊτάν έκανε ισχυρούς εχθρούς. Εντός της Κολομβίας, οι ελίτ των γαιοκτημόνων έτρεμαν μια ενδεχόμενη αναμόρφωση των γαιών. Οι πολιτικές ελίτ επίσης απέρριπταν τις ιδέες του για τη δημοκρατία και τον αντιιμπεριαλιστικό του εθνικισμό. Επιπλέον, το άστρο του Γκαϊτάν ανέτειλε σε μια εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες ενθάρρυναν το κλείσιμο των δημοκρατικών χώρων σε όλη τη Λατινική Αμερική. Μάλιστα, η 9η Παναμερικανική Διάσκεψη, η οποία φιλοξενήθηκε στην Μπογκοτά τον καιρό της δολοφονίας του Γκαϊτάν, είχε ως κύριο στόχο τη δημιουργία ενός ημισφαιρικού μπλοκ που απέρριπτε τον κομμουνισμό και το οποίο άρχιζε να διατυπώνει την κοινωνική σύγκρουση στην περιοχή σε όρους του Ευρωπαϊκού Ψυχρού Πολέμου.
Ενας πόλεμος που ακόμη συνεχίζεται
Στις 9 Απριλίου του 1948, ο Γκαϊτάν έπεσε νεκρός από τις σφαίρες ενός δολοφόνου καθώς έφευγε από το γραφείο του για το μεσημεριανό φαγητό. Ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε ποιος ήταν πίσω από τη δολοφονία, ωστόσο, τα αποτελέσματα είναι ολοφάνερα. Από τον φόνο του κι έπειτα, η Κολομβία έχει ένα κλειστό πολιτικό σύστημα, που αμφισβητείται από ισχυρά αντάρτικα κινήματα. Αυτό έχει προκαλέσει σοβαρές στρεβλώσεις στην ανάπτυξη της Κολομβίας, η οποία, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της ηπείρου, δεν έχει κατορθώσει να επιλύσει την κοινωνική της σύγκρουση με ειρηνικό τρόπο.
Στον απόηχο της δολοφονίας του, η Κολομβία διολίσθησε σε μια δεκαετή περίοδο βίας (1948–1958), μέχρι που οι ελίτ των Φιλελευθέρων και των Συντηρητικών συμφώνησαν να μοιραστούν την εξουσία και συστήθηκε μία εκ περιτροπής προεδρία καθώς και ένα κοινοβούλιο μόνο για τις δύο παρατάξεις. Οι άλλες πολιτικές δυνάμεις αποκλείστηκαν. Η βία επίσης οδήγησε Φιλελεύθερους και Κομμουνιστές χωρικούς στη δημιουργία οργανώσεων αυτοάμυνας. Πολλοί αντάρτες, που αφοπλίστηκαν με αμνηστία από την κυβέρνηση το 1958, στη συνέχεια σκοτώθηκαν, συνεπώς κάποιοι επέλεξαν να συνεχίσουν να μάχονται. Τότε, το 1959, ξέσπασε η Κουβανική Επανάσταση. Ενα από τα αποτελέσματά της ήταν η διάδοση της πεποίθησης ότι μπορούσαν και έπρεπε να ανατρέψουν το παλιό σύστημα, οπότε οι ομάδες των χωρικών έγιναν αντάρτικοι στρατοί. Τον ίδιο καιρό, προκειμένου να «αποφύγουν άλλη μία Κούβα», οι ΗΠΑ άρχισαν να εκπαιδεύουν λατινοαμερικανικούς στρατούς σύμφωνα με το διαβόητο Δόγμα Εθνικής Ασφαλείας, κάνοντας κήρυγμα για την ύπαρξη ενός «εσωτερικού εχθρού» και χρηματοδοτώντας την πρώτη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Κολομβιανών χωρικών ανταρτών, με το «σχέδιο Λάσο».
Στα λόγια, διαδοχικές κυβερνήσεις αναγνώριζαν την ανάγκη για επίλυση των ανισοτήτων, καθώς και τη σημασία της αναμόρφωσης των γαιών, ωστόσο, στην πραγματικότητα, η απουσία πραγματικής δημοκρατίας και οι περιχαρακωμένες εξουσίες των γαιοκτημόνων σήμαιναν ότι κάθε αλλαγή ήταν σε μεγάλο βαθμό επιφανειακή. Μαζί με την ανισότητα, την κρατική αδιαφορία και την έλλειψη πραγματικής πολιτικής ελευθερίας, αυτό έδινε πνοή στους αντάρτες. Η επανάσταση των Σαντινίστας το 1979 και οι εμφύλιοι πόλεμοι στο Ελ Σαλβαδόρ και στη Γουατεμάλα ήταν για την κολομβιανή ελίτ υπενθυμίσεις ότι κάτι έπρεπε να γίνει ώστε να επιλυθεί η σύγκρουση, και στα μέσα της δεκαετίας του 1980 άρχισε μια ειρηνευτική διαδικασία, βάσει της οποίας οι αντάρτες, τα αριστερά κόμματα, τα συνδικάτα και άλλοι βοήθησαν στη δημιουργία ενός αριστερού πολιτικού συνασπισμού με το όνομα «Πατριωτική Ενωση».
Κατά την ίδια περίοδο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη παρουσία των ανταρτών, καθώς και τους φόρους και τον εκβιασμό τους, οι γαιοκτήμονες, οι έμποροι ναρκωτικών και ο στρατός άρχισαν να ιδρύουν παραστρατιωτικές ομάδες. Εξισώνοντας την Πατριωτική Ενωση με τους αντάρτες και επιχειρώντας στο πλάι του στρατού, αυτά τα τάγματα θανάτου σκότωσαν περίπου 3.000 με 5.000 μέλη της. Από τότε σχεδόν 3.000 συνδικαλιστές έχουν επίσης σκοτωθεί από τους παραστρατιωτικούς. Πολλές χιλιάδες υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πολιτικοί ακτιβιστές και κοινωνικοί οργανωτές όλων των ειδών έχουν και αυτοί σκοτωθεί ή εξαφανιστεί. Και ο πόλεμος συνεχίζει να προκαλεί ανείπωτο πόνο. Πάνω από 6.000 Κολομβιανοί στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους τα τελευταία τρία χρόνια, 5 εκατομμύρια Κολομβιανοί έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό, χιλιάδες έχουν εξαφανιστεί ή σκοτωθεί ως «παράπλευρες απώλειες» του πολέμου.
Τρίτη σε ανισότητα ανάμεσα σε 189 χώρες του ΟΗΕ
Οπως και στη δεκαετία του 1940, η γη και η ανισότητα συνεχίζουν να είναι μείζονα προβλήματα. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για 189 χώρες, η Κολομβία έρχεται τρίτη σε ανισότητα μετά την Αϊτή και την Ανγκόλα. Τα εργασιακά δικαιώματα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων άφθονες. Το πολιτικό σύστημα είναι ακόμη πολύ κλειστό και η αποχή των ψηφοφόρων συστηματικά 60% στις πόλεις (και υψηλότερη στις αγροτικές περιοχές). Οι παραστρατιωτικές ομάδες και το εμπόριο ναρκωτικών έχουν διεισδύσει στο κράτος σε τέτοιο βαθμό που ο τελευταίος πρόεδρος, Αλβαρο Ουρίμπε, αντιμετωπίζει ισχυρισμούς πως ήταν ο ίδιος παραστρατιωτικός. Αυτό απέχει πολύ από το πολιτικό και οικονομικό όραμα του Γκαϊτάν.
Ετσι, το τραγικό κληροδότημα της δολοφονίας του Γκαϊτάν είναι μια κοινωνία της οποίας η ανάπτυξη έχει στρεβλωθεί σοβαρά από την ακραία βία και τον πολιτικό αποκλεισμό. Το όραμα του Γκαϊτάν φαίνεται μακρινό, εν τούτοις η επίλυση της σύγκρουσης στην Κολομβία βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το όραμα, σε μια πιο ισότιμη, πραγματική δημοκρατία, όπου η ακεραιότητα του «απλού λαού» θα γίνεται σεβαστή.

* Ο Dr Victor Figueroa Clark διδάσκει στο Τμήμα Διεθνούς Ιστορίας του London School of Economics και είναι συνεργάτης στο Πρόγραμμα για τη Λατινική Αμερική του LSE IDEAS.