Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για την κληρονομικότητα του Εμφυλίου


Η κληρονομικότητα του Εμφυλίου
Του Ηλία Μαγκλίνη
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Εθνική συμφιλίωση. Ευγενής ιδέα ή ένας ακόμη μύθος; Από το γκράφιτι «Βάρκιζα τέλος», που έκανε την εμφάνισή του στους τοίχους της Αθήνας μετά τον Δεκέμβριο του ’08 έως την κατοχική-εμφυλιοπολεμική φιλολογία και συνθηματολογία στην οποία αναλώνονται βουλευτές και όχι μόνο, η ιδέα της «εθνικής συμφιλίωσης» μοιάζει να δέχεται απανωτά χτυπήματα.
Η ειρωνεία είναι ότι όταν παλαιότερα κυκλοφορούσε κάποιο βιβλίο με θέμα τον Εμφύλιο, κάποιος πάντοτε αγανακτούσε: «Οχι ακόμα ένα βιβλίο για τον Εμφύλιο». Με το που η χώρα πέρασε όμως σε ένα νέο διχαστικό σχήμα («μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί»), τα λεκτικά σχήματα, η σημειολογία της αντιπαράθεσης και η ψυχολογία παραπέμπουν στις εφιαλτικές εποχές των Δεκεμβριανών του 1944 και του τρίχρονου εμφυλίου σπαραγμού που ακολούθησε. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν έχουμε στ’ αλήθεια βαρεθεί ή κουραστεί με το θέμα του Εμφυλίου...
Ισως να μην είναι τυχαίο ότι τελευταία το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς μνημονεύει το ΕΑΜ για να δώσει το στίγμα του αγώνα κατά της «μνημονιακής επιβολής», τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής. Ορισμένοι σχολιαστές βλέπουν σε αυτή την τακτική μια προσπάθεια άντλησης ψήφων από όλο το αριστερό φάσμα, άλλοι πάλι βλέπουν μια πολιτική στάση που κρύβει μια βαθύτερη αντίληψη πραγμάτων: αυτή της σύγκρουσης ως της μοναδικής οδού κατανόησης του συλλογικού και ατομικού εαυτού.
Υπό μία έννοια, οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, αυτές δηλαδή που ουσιαστικά εκπροσωπούν το «μνημονιακό μέτωπο» και διαδέχθηκαν η μία την άλλη στην εξουσία όλα αυτά τα χρόνια, κατελήφθησαν εξαπίνης και παρακολουθούν μάλλον με αμηχανία. Στη ρητορική της εμφυλιακής σύγκρουσης συμμετέχει βεβαίως το απώτατο άκρο του δεξιού τόξου, η Χρυσή Αυγή, όχι μόνο με γηπεδικού τύπου συνθήματα, αλλά και με ευθείες επιθέσεις και μάλιστα on camera. Ιδεολογικά μιλώντας, το πράγμα μπερδεύεται καθώς το άλλο δεξιό μόρφωμα, των λαϊκών, πατριδολαγνικών, συνωμοσιολόγων Ανεξάρτητων Ελλήνων, δείχνει να συντάσσεται με μια Αριστερά που έχει ως σημείο αναφοράς (το είδαμε και στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ) το ΕΑΜ. Ενα ΕΑΜ, ιδωμένο πάντοτε από τη μεριά της Αριστεράς, ως ένα λαϊκό, μαζικό «εθνικό απελευθερωτικό μέτωπο», λησμονώντας όμως ότι για ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, τότε και τώρα, το ΕΑΜ, παρά τη συσπείρωση που κατόρθωσε κατά του κατακτητή την περίοδο 1941-44, συνδέεται με σκληροπυρηνικά αριστερά στοιχεία ακόμα και εγκληματικά (βλέπε ΟΠΛΑ). Η ακόμα μεγαλύτερη ειρωνεία βέβαια είναι ότι όλη αυτή η συζήτηση θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι τελείως ασήμαντη: αφορά αποκλειστικά και μόνο τη χώρα μας, καθώς κομμουνισμός όπως τον ξέραμε δεν υφίσταται πουθενά στον πλανήτη. Αν κάποτε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και μετά ο Δημοκρατικός Στρατός συνιστούσαν απειλή για τις δυνάμεις της αστικής, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ήταν επειδή υπήρχε (και) ένα πανίσχυρο σοβιετικό μπλοκ.
Κι όμως, πέρα από τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και τις υλικές καταστροφές, στην Ελλάδα, τα φαντάσματα που άφησε το εμφυλιακό σφαγείο στοίχειωσαν για δεκαετίες. Χρειάστηκε να φτάσουμε στα 1974-81 για να αποκτήσει τη στόφα μιας αληθινής δυτικής δημοκρατίας η Ελλάδα. Αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση (με όλα τα τραγελαφικά παρεπόμενα) και το 1989, η χώρα απέκτησε κυβέρνηση συνασπισμού Δεξιάς και Αριστεράς. Καταργήθηκαν διχαστικοί όροι όπως «κομμουνιστοσυμμορίτης», «εαμοβούλγαρος» κ.λπ., έγινε βέβαια το μέγα ατόπημα (από πλευράς ιστορικών τεκμηρίων) της καύσης των φακέλων, και αυτό όμως μέσα σε ένα πνεύμα συμφιλίωσης, και από τη δεκαετία του ’90 και μετά αρχίσαμε να έχουμε πιο τεκμηριωμένες, αποστασιοποιημένες ιστορικές προσεγγίσεις πάνω στο ίδιο το θέμα του Εμφυλίου, οι οποίες πάντως προκαλούσαν πάντοτε ζωηρές διαφωνίες και δημόσιες αντιπαραθέσεις μεταξύ ιστορικών και αναγνωστών.
Χειραψία συμφιλίωσης
Υπάρχει μια πολύ χαρακτηριστική εικόνα από την περίοδο που (υποτίθεται ότι) τέθηκαν τα θεμέλια της ιδέας της «εθνικής συμφιλίωσης»: τον Μάιο του 1984, δύο πρώην θανάσιμοι εχθροί, ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος και ο Μάρκος Βαφειάδης έδωσαν δημοσίως τα χέρια. Η χειραψία εκείνη έχει σήμερα ξεχαστεί. Δεν έχουν ξεχαστεί όμως ο Μελιγαλάς, η ΟΠΛΑ, ο Γράμμος, ο Βελουχιώτης ή η Μακρόνησος.
Η ευμάρεια, η τρυφηλή ζωή και ο νεοπλουτισμός, η (όποια) ανάπτυξη και ο (όποιος) εκσυγχρονισμός της χώρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, κοίμισαν τα ελληνικά φαντάσματα του παρελθόντος. Χρειάστηκε όμως μια γερή δόση οικονομικής αβεβαιότητας για να ξυπνήσουν, έστω και αποδυναμωμένα. Διότι από τους βανδαλισμούς και τους εμπρησμούς κτιρίων, ακόμα και από τα τρομοκρατικά χτυπήματα, έως το να βρεθεί ένας ολόκληρος λαός στα όπλα, η απόσταση είναι τεράστια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαμε να υποθέσουμε το εξής: υπάρχει ένα βαθύ, συλλογικό τραύμα που, ανάλογα με τις διαθέσεις του καιρού, ανοίγει και πυορροεί. Κι αν μιλήσουμε με όρους της ψυχανάλυσης, φαίνεται ότι πρόκειται για «διαγενεαλογικό τραύμα».
Η ψυχίατρος και καθηγήτρια Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Μαρία Χατζηανδρέου, σε ένα ενδιαφέρον άρθρο της πάνω στη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Εμφύλιο λέει ακριβώς αυτό: «Μέσα από τις ακραίες ιδεολογίες που αναπτύχθηκαν στον ελληνικό χώρο τον προηγούμενο αιώνα και τις πρακτικές τις οποίες οδήγησαν τα άτομα - σε επίπεδο συλλογικό αλλά και ατομικό» προκύπτει αυτό το «διαγενεαλογικό τραύμα... συχνά σχετιζόμενο με ιστορικές συγκυρίες ισχυρών κοινωνικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, συμβαίνει μέσα σε τρεις γενιές μέσω μιας ασυνείδητης ταυτισιακής διαδικασίας και συμπυκνώνει μια ιστορία που, τουλάχιστον εν μέρει, δεν ανήκει στη γενιά του ασθενούς» («Διαγενεαλογικό τραύμα και ιδεολογία», περ. «Οιδίπους», τχ. 08). Η δρ Χατζηανδρέου μιλάει για «άλυτο πένθος... με τις τραυματικές μνήμες να διατηρούνται σαν ξένα σώματα εντός του ψυχισμού». Σε αυτό το πλαίσιο, κυρίαρχο ρόλο παίζει «ο καταναγκασμός της επανάληψης, επαναφέροντας το τραύμα σε μορφές έκφρασης που εμπεριέχουν την τραχύτητα και την υλικότητα της πρώτης του εκδοχής». Ισως τελικά οι Ελληνες να μην είναι «εθνικά συμφιλιωμένοι». Ισως όμως να παραμένουν βαθιά «τραυματισμένοι».