Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Η ανάλυση του Foreign Affairs ότι η βρετανική αριστερά στρέφεται προς τα δεξιά


Η βρετανική αριστερά στρέφεται προς τα δεξιά
Πώς οι Εργατικοί έμαθαν να μην ανησυχούν και να αγαπούν τον εθνικισμό
David Runciman
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr)
Στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990, η θρυλική ειδική σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου εξελισσόταν παράλληλα με μια εξίσου ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των κομμάτων της κεντροαριστεράς των δύο χωρών.
Το Δημοκρατικό Κόμμα του Μπιλ Κλίντον και το Νέο Εργατικό Κόμμα του Τόνι Μπλερ μοιράζονταν την αίσθηση ότι η εκλογική επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητά τους να καταλαμβάνουν τον μεσαίο χώρο τής πολιτικής, και, εάν είναι απαραίτητο, να κλέψουν μερικά από τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, ιδιαίτερα στο θέμα της μεταρρύθμισης της κοινωνικής πρόνοιας. Αλλά, η ιδεολογική επικάλυψη μεταξύ των δύο κομμάτων έχει αρχίσει πρόσφατα να συρρικνώνεται - και πουθενά περισσότερο από όσο στο θέμα της μετανάστευσης. Για αμφότερους, η μεταρρύθμιση για την μετανάστευση έχει γίνει υψίστης σημασίας θέμα. Αλλά την προσεγγίζουν με πολύ διαφορετικούς τρόπους.
Στην εποχή τού Ομπάμα, οι Δημοκρατικοί έχουν γίνει ενθουσιώδεις υποστηρικτές των ανοικτών συνόρων και της εθνοτικής πολυμορφίας, όπως αποδεικνύεται από την πρόσφατη νομοθεσία που ψηφίστηκε από τη Γερουσία με την υποστήριξη του προέδρου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ωστόσο, πολιτικοί από όλες τις πλευρές, συμπεριλαμβανομένων των Εργατικών, ανταγωνίζονται για να ακούγονται όσο το δυνατόν πιο σκληροί υπέρ των συνοριακών ελέγχων, για τον τουρισμό της υγείας (επισκέπτες στη Βρετανία εκμεταλλεύονται την δωρεάν ιατρική περίθαλψη), καθώς και για τα όρια στο θέμα της βίζας των φοιτητών. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι φιλελεύθεροι κεντροαριστεροί, και όχι οι κεντροδεξιοί συντηρητικοί, οι οποίοι αντιμετωπίζουν υπαρξιακές επιλογές πάνω στη μετανάστευση. Το θέμα χρησιμοποιήθηκε ακόμα και ως εφαλτήριο για ένα νέο πολιτικό κίνημα στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος – τους Μπλε Εργατικούς - στόχος του οποίου δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια συνολική επανεξέταση της βάσης τής πολιτικής φιλοσοφίας του κόμματος. Και η μοίρα αυτού του κινήματος, λέει πολλά για το μέλλον της ευρωπαϊκής Αριστεράς, καθώς επιχειρεί να εξισορροπήσει πολιτικές αρχές έναντι εκλογικών ζητημάτων.
Η κινητήρια δύναμη πίσω από τους Μπλε Εργατικούς προήλθε από μια και μόνη επαφή στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2010. Ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν, περπατώντας μέσα από το Ρόσνταιηλ στην κυριαρχούμενη από Εργατικούς βόρεια ενδοχώρα, συνάντησε μια 65χρονη γυναίκα με το όνομα Γκίλιαν Ντάφι, η οποία του παραπονέθηκε για «αυτούς της Ανατολικής Ευρώπης που έρχονται μέσα. Δεν μπορείτε να μην πείτε τίποτα». Ο Μπράουν την απόδιωξε. Στη συνέχεια, αγνοώντας ότι ήταν ακόμα σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση, γκρίνιαξε σε έναν βοηθό του με τον οποίο ταξίδευαν με το πρωθυπουργικό αυτοκίνητό για «αυτή την φανατική γυναίκα. Είπε ότι συνήθως ψήφιζε Εργατικούς. Είναι απλά γελοίο». Η διαρροή του περιστατικού αποτέλεσε εμβληματική στιγμή στην προεκλογική εκστρατεία και στην σύντομη πρωθυπουργία του Μπράουν. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ρόσνταιηλ και να προσφέρει στην Ντάφι μια κατ’ ιδίαν συνάντηση και μια δουλοπρεπή συγγνώμη, την οποία εκείνη αποδέχθηκε.
Η άμεση εκλογική ζημιά ήταν ελάχιστη: οι Εργατικοί εξακολούθησαν να υπερισχύουν στο Ρόσνταιηλ άνετα, αν και το κόμμα υπέστη σοβαρές ζημίες στα νότια της Αγγλίας. Αλλά πολλοί εντός του Εργατικού Κόμματος θεωρούν ότι συντάσσεται με την πλευρά της Ντάφι. Γιατί δεν θα μπορούσαν να πουν τίποτα; Η γυναίκα αυτή εκπροσώπησε το είδος των ψηφοφόρων που φοβούνται ότι έχαναν: λευκούς, της εργατικής τάξης, αναθρεμμένους με το κράτος πρόνοιας και οι οποίοι τώρα αισθάνονται ότι οι πολιτικοί επέτρεψαν στους μετανάστες να κάνουν κατάχρηση του συστήματος ενώ απέτυχαν να προστατέψουν τα συμφέροντα των κατοίκων της περιοχής που χρειάζονται βοήθεια.
Αφότου οι Εργατικοί έχασαν τις εκλογές, ένας τοπικός οργανωτής και πολιτικός θεωρητικός ονόματι Μωρίς Γκλάσμαν συγκάλεσε μια σειρά συναντήσεων υψηλού επιπέδου για να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες τής Ντάφι. Η ατζέντα δεν ήταν με προφανή τρόπο αντίθετη στην μετανάστευση. Ήταν να για να αντιμετωπιστεί η αδυναμία του Μπράουν να πει οτιδήποτε. Ο Γκλάσμαν έριξε το φταίξιμο στο Νέο Εργατικό Κόμμα, το οποίο είχε υιοθετήσει μια άποψη για την πολιτική προσανατολισμένη προς την αγορά, και η οποία έτεινε να αγνοεί την σημασία της κοινότητας. Αυτό έκανε το σχέδιο του Γκλάσμαν τόσο αντι-Μπλερ όσο και αντι-Μπράουν, ξεπερνώντας τη βεντέτα που είχε ταλαιπωρήσει το Εργατικό Κόμμα καθ’ όλο το χρόνο του στην κυβέρνηση. Η μαζική μετανάστευση από την Ανατολική Ευρώπη θεωρήθηκε ως ένα σύμπτωμα, όχι η αιτία, της αποτυχίας των Νέων Εργατικών. Εξέθεσε μια πολιτική τάξη που έθετε ως προτεραιότητα το φθηνό εργατικό δυναμικό αντί της κοινωνικής συνοχής: πολιτικοί που γνώριζαν την τιμή των πάντων και την αξία από τίποτα. Ο Γκλάσμαν ήθελε οι Εργατικοί να ξαναγυρίσουν στις χριστιανικές σοσιαλιστικές ρίζες τους και να επανασυνδεθούν με την τοπική ζωή: την εκκλησία, την συνεργασία, την παμπ, την πολιτική συνάντηση. Ακουγόταν νοσταλγικό, αλλά προοριζόταν να είναι προοδευτικό. Η ιδέα ήταν να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν τους ψηφοφόρους ως καταναλωτές και να αρχίσουν να τους εκλαμβάνουν ως πολίτες.
Η επωνυμία Μπλε Εργατικοί (Blue Labour) ήταν μια πλάγια σύγκριση με το κίνημα Red Tory που είχε προσπαθήσει να σύρει το Συντηρητικό Κόμμα (Tory Party) προς την ίδια κατεύθυνση υπέρ της τοπικής κοινότητας. Οι περισσότεροι άνθρωποι εξέλαβαν το «Μπλέ» ως κάτι που υποδείκνυε μια συντηρητική στροφή στην σκέψη των Εργατικών. (Η βρετανική και αμερικανική πολιτική έχουν αντεστραμμένους συνδυασμούς χρωμάτων: κόκκινο στο Ηνωμένο Βασίλειο σημαίνει αριστερά, μπλε σημαίνει δεξιά. Το Νέο Εργατικό Κόμμα σηματοδότησε την καινοτομία του, υιοθετώντας ένα μωβ τριαντάφυλλο ως σύμβολο του. Ο Ντέιβιντ Κάμερον έκανε κάτι παρόμοιο ενσωματώνοντας ένα πράσινο δέντρο στο λογότυπο του Συντηρητικού Κόμματος). Οι ιδρυτές των Μπλε Εργατικών, όμως, είχαν άλλη άποψη, αντανακλώντας το μείγμα τής ιδεολογικής τους φιλοδοξίας και της πολιτικής τους αφέλειας. Το μπλε είχε ως στόχο να υποδηλώσει μια τραγική άποψη για την πολιτική, που εμπνέεται από τις ιδέες του Γερμανού κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ. Οι λαμπρεές κοινοτοπίες του Νέου Εργατικού Κόμματος έπρεπε να δώσουν τη θέση τους σε μερικές σκληρές αλήθειες: όπως είπε ο Βέμπερ, η πολιτική είναι να τρυπάς σιγά-σιγά μέσα από σκληρές επιφάνειες. Το 1895, ο Βέμπερ είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους που διέτρεχε η γερμανική ταυτότητα από την εισροή φθηνών χεριών για τις γεωργικές εργασίες από την Πολωνία. Τα συμφέροντα του γερμανικού έθνους έπρεπε να πάρουν προτεραιότητα έναντι των οικονομικών ζητημάτων.
Η ατζέντα του Γκλάσμαν για τους Μπλε Εργατικούς πήγε πολύ πιο πέρα από τη μετανάστευση. Η αφήγησή του περιλάμβανε τάξεις, φύλα και ιστορία. (Μεταξύ των εκκεντρικών προτάσεών του ήταν ότι οι σοσιαλιστές πρέπει να ξαναβρούν το παζλ τού τοπικισμού της Αγγλίας κατά τη διάρκεια της δυναστείας των Τυδώρ του δέκατου έκτου αιώνα). Αλλά, η μετανάστευση αποδείχθηκε ότι είναι το κρίσιμο σημείο. Το 2011, ο Γκλάσμαν έδωσε μια συνέντευξη στην οποία πρότεινε ένα προσωρινό «πάγωμα» κάθε μετανάστευσης, εκτός από ένα μικρό αριθμό εργαζομένων με υψηλή ειδίκευση. Ανέφερε επίσης την προθυμία του να συμμετάσχει σε διάλογο με τους υποστηρικτές της English Defence League, μιας ακροδεξιάς ομάδας, της οποίας η αντι-μεταναστευτική ρητορική είναι συχνά απροκάλυπτα ρατσιστική (αντι-μουσουλμανική, υπέρ των λευκών). Ο Γκλάσμαν γρήγορα υπαναχώρησε - επέμεινε ότι η έκκλησή του για περισσότερο τοπικισμό περιλαμβάνει μεγαλύτερη στήριξη για τους Ασιάτες μετανάστες, οι οποίοι είναι επίσης παραδοσιακά ψηφοφόροι των Εργατικών - αλλά η ζημιά είχε γίνει. Ο Εντ Μίλιμπαντ, ο διάδοχος του Μπράουν ως ηγέτης των Εργατικών και υπέρμαχος των Μπλε Εργατικών που είχε δώσει στον Γκλάσμαν μια έδρα στη Βουλή των Λόρδων, άρχισε να αποστασιοποιείται από το κίνημα.
Το ατόπημα του Γκλάσμαν ήταν ότι υπέκυψε σε απόψεις που το κατεστημένο των Εργατικών θα προτιμούσε να παρουσιάσει ως περισσότερο από αδύναμες. Αυτό που γενικά οι Βρετανοί πολιτικοί τείνουν να φοβούνται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι το να νομιμοποιήσουν την φωνή των περιθωριακών κομμάτων, των οποίων η ικανότητα να απορροφούν ψήφους μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική σε γενικές εκλογές. Ο νεόκοπο κόμμα που σήμερα επωφελείται από το αντιμεταναστευτικό αίσθημα είναι το Κόμμα της Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), το οποίο στις δημοσκοπήσεις βρίσκεται πάνω από τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες, το παραδοσιακά τρίτο κόμμα της Βρετανίας και εταίρος τού συνασπισμού των Συντηρητικών στην κυβέρνηση. Το UKIP δεν είναι απροκάλυπτα ρατσιστικό. Η ρητορική του στοχεύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά, δεδομένου ότι ήταν η ένταξη στην ΕΕ που άνοιξε την πόρτα στη μαζική εισροή εργαζομένων από την Ανατολική Ευρώπη - τα στοιχεία αμφισβητούνται, αλλά φαίνεται πιθανό ότι πάνω από ένα εκατομμύριο έχουν εισέλθει στην Βρετανία από το 2004 – το UKIP είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί το θέμα. Οι Εργατικοί θα ήθελαν να δουν το UKIP ως κόμμα της Δεξιάς που αποτελεί άμεση εκλογική πρόκληση για τους Συντηρητικούς, των οποίων οι οπαδοί είναι πιο πιθανό να αποστατήσουν. Ο Γκλάσμαν έθεσε το υπόστρωμα σε αυτό το σκεπτικό.
Μετά την ατυχή συνέντευξη του Γκλάσμαν το 2011, το κίνημα των Μπλε Εργατικών χωρίστηκε. Ο Μίλιμπαντ στρατολόγησε μια σειρά από κορυφαία στελέχη για να δουλέψουν για αυτόν. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο βουλευτής Τζον Κρούντας, ο οποίος είναι τώρα ο συντονιστής της πολιτικής του Εργατικού Κόμματος επιφορτισμένος με τη σύνταξη του μανιφέστου για τις επόμενες εκλογές, και ο ακαδημαϊκό της Οξφόρδης Μαρκ Στήαρς, ο οποίος έχει γίνει ο επικεφαλής των λογογράφων του Μίλιμπαντ. Εν τω μεταξύ, ο Γκλάσμαν έχοντας εξοστρακιστεί από το κόμμα, προσάρμοσε το μήνυμά του για ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό κοινό. Οι απόψεις του για τη μετανάστευση του έχουν δώσει αίγλη στη Βόρεια Ευρώπη και την Σκανδιναβία, όπου τα κόμματα της αριστεράς αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις από τα αυξανόμενα αντιμεταναστευτικά συναισθήματα. Ο Γκλάσμαν έχει, επίσης, αρχίσει να μιλάει για τις θρησκευτικές ρίζες των ιδεών του, με βάση ιδίως την παράδοση της Καθολική κοινωνικής σκέψης, η οποία προωθεί τις ιδέες τής κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινού καλού. Αυτό έχει λίγη απήχηση στη Βρετανία, όπου ο Καθολικισμός βρίσκει ελάχιστη πολιτική αγορά. (ο Κρούντας είναι ένας καθολικός, αλλά η πίστη του δεν παίζει κανένα ρόλο στη πολιτική ρητορική του). Όπως ο Άλαστερ Κάμπελ, ο εκπρόσωπος του Μπλερ είπε κάποτε, οι Βρετανοί πολιτικοί δεν ασχολούνται με τη θρησκεία.
Αυτό δεν ισχύει στην ηπειρωτική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, όπου οι θρησκευτικές αξίες εξακολουθούν να είναι υπολογίσιμες. Ο Γκλάσμαν έχει επικρίνει τα γραφειοκρατικά θεσμικά όργανα της ΕΕ, που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Γερμανίας, αλλά εξακολουθεί να θαυμάζει το γερμανικό μοντέλο τής κοινωνικής αγοράς με έμφαση στον τοπικό έλεγχο, στην συμμετοχή των εργαζομένων και την κοινωνική ευθύνη του καπιταλισμού. Από την άποψη αυτή, οι Μπλε Εργατικοί μοιάζουν στην πρώιμη έκδοση του θατσερισμού, που ήταν επίσης υπέρ της Γερμανίας, αλλά εναντίον της ΕΕ. Ως πρωθυπουργός, ο αρχικός στόχος τής Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν να προωθήσει έναν ντόπιο «ορτνολιμπεραλισμό» (στμ: ordoliberalism, μια γερμανική παραλλαγή μεταξύ σοσιαλιστικού φιλελευθερισμού και νεοφιλελευθερισμού, το όνομά της προέρχεται από την γερμανική Επιθεώρηση ORDO), ο οποίος θα μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει την γερμανικού τύπου οικονομική παραγωγικότητα στην εγγενή βρετανική κουλτούρα. Το πρόβλημά της ήταν να βρεθεί ένας τρόπος να γίνει αυτό χωρίς να φανεί ότι εξευρωπαΐζει τον βρετανικό τρόπο ζωής. Ποτέ δεν κατάφερε να το πράξει, και με τον καιρό το αντιευρωπαϊκό της μήνυμα πνίγηκε από εκείνο υπέρ της Γερμανίας. Οι Μπλε Εργατικοί δεν είναι σε καλύτερη θέση για να τετραγωνίσουν αυτόν τον κύκλο. Οι αρετές του να είναι κανείς Γερμανός δεν είναι εύκολο να πείσουν τους Βρετανούς ψηφοφόρους.
Ενώ ο Γκλάσμαν απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τα τοπικιστικά αιτήματα της βρετανικής πολιτικής (οι πιο πρόσφατες υψηλού επιπέδου επαφές του ήταν με τον Πάπα), η ομάδα του Μίλιμπαντ κατέστρεψε το μήνυμα των Μπλε Εργατικών χρησιμοποιώντας ένα πιο ήπιο σύνθημα: «Ένα έθνος». Αυτό παραλληλίζεται με το τι συνέβη με το κίνημα Red Tory, το οποίο συν-επέλεξε ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, υπό την σκέπη του προγράμματός του Big Society (Ευρεία Κοινωνία). Το Big Society έκτοτε έχει γίνει συνώνυμο της πολιτικής κενότητας στη Βρετανία: Ο Κάμερον το αναφέρει πλέον σπάνια, και όταν το κάνει είναι μόνο για να επιμένει ότι νοιάζεται ακόμα γι’ αυτό, όχι για να ξεκαθαρίζει το τι σημαίνει. Το «Ένα έθνος» είναι πιθανό να έχει την ίδια τύχη. Ούσα μια φράση δανεισμένη από την εποχή του συντηρητικού πρωθυπουργού Χάρολντ Μακμίλαν, είναι μια πολύ πιο ήπια ιδέα από εκείνη των Μπλε Εργατικών. Είναι σχεδιασμένη να μεταφέρει την αίσθηση της αλληλεγγύης μεταξύ των απλών ανθρώπων και των πολιτικών που τους εκπροσωπούν: είμαστε όλοι μαζί σε αυτό. Αλλά αποφεύγει τις πιο δύσκολες ερωτήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τη μετανάστευση. Παραχωρεί το έδαφος αυτό στους Συντηρητικούς του Κάμερον, οι οποίοι είναι λιγότερο ντροπιασμένοι σχετικά με τις εκκλήσεις προς το αντι-μεταναστευτικό αίσθημα. Είναι πιθανό ότι οι επόμενες γενικές εκλογές θα διεξαχθούν σύμφωνα με τους όρους του Κάμερον.
Το αντιμεταναστευτικό αίσθημα είναι δύσκολο να συμβιβαστεί με τις παραδοσιακές φιλελεύθερες ιδέες των Εργατικών για την πρόοδο και την δικαιοσύνη. Το κίνημα των Μπλε Εργατικών ήταν μια προσπάθεια να αποκαλύψει μια εναλλακτική στην παράδοση των Εργατικών, η οποία ήταν ανέγγιχτη από εκφράσεις εθνικής αλληλεγγύης. Αλλά οι Εργατικοί παραμένουν σε δύσκολη θέση από τον εθνικισμό, παρά το σύνθημα «Ένα έθνος». Το κόμμα είναι σήμερα διχασμένο σχετικά με το πώς να ανταποκριθεί στην υπόσχεση του Κάμερον για ένα δημοψήφισμα σχετικά με την συμμετοχή στην ΕΕ. Το κατεστημένο των Εργατικών εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό υπέρ της ΕΕ, παρά την αυξανόμενη αντιπάθεια των ψηφοφόρων. Κατά τη διάρκεια των ετών του Μπλερ, η φιλοευρωπαϊκή στάση ήταν μέρος του πακέτου του Τρίτου Δρόμου για μια ρεαλιστική μεταρρύθμιση. Οι Εργατικοί βασίστηκαν στο παρελθόν σε μεγάλο βαθμό στο ευρωπαϊκό ζήτημα για να εκθέσουν τις διασπάσεις στο Κόμμα των Συντηρητικών (ήταν οι αντιθέσεις πάνω στο ευρωπαϊκό ζήτημα που προκάλεσαν τον πολιτικό θάνατο τής Θάτσερ). Η κίνηση του Κάμερον για το δημοψήφισμα έχει σχεδιαστεί για να αντιστρέψει αυτή την εικόνα. Πολλοί από τους Μπλε Εργατικούς, συμπεριλαμβανομένου του Κρούντας, είναι σθεναρά υπέρ του δημοψηφίσματος, με το σκεπτικό ότι το κόμμα δεν έχει την πολυτέλεια να αποστασιοποιείται από το δημόσιο αίσθημα. Αλλά ο Μίλιμπαντ δεν φαίνεται σίγουρος για το αν θα μπορεί να διευθετήσει το δημόσιο αίσθημα χωρίς αυτό να τον κλονίσει.
Το Εργατικό Κόμμα, όπως και πολλά από τα κεντροαριστερά κόμματα της Ευρώπης, αντιμετωπίζει μια σειρά από δύσκολες επιλογές σχετικά με την εθνική ταυτότητα και τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Οι Μπλε Εργατικοί ήταν μια προσπάθεια ώστε το κόμμα να δει με ειλικρίνεια ορισμένες από αυτές τις επιλογές. Η άνοδος και η πτώση του είναι ένα σημάδι των δυσκολιών που αναπόφευκτα αντιμετωπίζει το κόμμα στη λήψη τους.

* Ο DAVID RUNCIMAN είναι καθηγητής Πολιτικής στο Trinity Hall στο Cambridge. Το βιβλίο του με τίτλο The Confidence Trap θα εκδοθεί τον Οκτώβριο.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/139594/david-runciman/britains-le...