Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ένα απολύτως εύστοχο άρθρο για την εκμετάλλευση των τουριστών


Η εκμετάλλευση των τουριστών
Tου Βασίλη Νέδου
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr/)
Τι αγοράζει κάποιος στην τουριστική Ελλάδα με 60 ευρώ το βράδυ; Είναι ένα ερώτημα το οποίο χωράει αρκετές, πολύ περισσότερες από μία, απαντήσεις.
Κυρίως, διότι καθένας έχει μια προσωπική ιστορία να διηγηθεί. Με εξήντα ευρώ διανυκτερεύει κάποιος σε ήσυχο διώροφο οίκημα με θέα στη θάλασσα και εξαιρετική αρχιτεκτονική, εναρμονισμένη με το περιβάλλον στη Στούπα Μεσσηνίας. Για την ίδια περίοδο, με το ίδιο αντίτιμο μπορεί να διαμείνει σε ένα άθλιο, βρώμικο δωμάτιο -που διαφημίζεται ως «apartments»- στο Μαρμάρι Ευβοίας.
Στην πρώτη περίπτωση μια τηλεφωνική κράτηση αρκεί, στη δεύτερη απαιτείται ο αριθμός πιστωτικής κάρτας. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι στην πρώτη περίπτωση, ο ιδιοκτήτης της μονάδας, αισθάνεται -και δικαίως- αυτοπεποίθηση, για το προϊόν που πωλεί μέσω Διαδικτύου, ο δεύτερος φοβάται -εξίσου δικαιολογημένα- ότι ο πελάτης μόλις αντικρίσει το δωμάτιο το οποίο διαφημίζει ως «apartment» θα προτιμήσει να κοιμηθεί κάτω από κάποιο δέντρο, παρά να δώσει τα 60 ευρώ.
Στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’70 και, ιδιαίτερα, του ’80 και την εκτόξευση του μαζικού τουρισμού, η ταμπέλα «rooms to let» έγινε σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης κουλτούρας. Σήμερα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά σημάδι οπισθοχώρησης και παρακμής. Τη στιγμή που στη χώρα λειτουργούν μικρού μεγέθους μονάδες «μπουτίκ» (βλέπε Σαντορίνη) ή θέρετρα (όπως το γνωστό στη δυτική Μεσσηνία), που έχουν εξαιρετικά χαμηλές τιμές σε σχέση με αυτό που προσφέρουν, δεν μπορεί να εξακολουθούν να υφίστανται τόσο χαμηλού επιπέδου υπηρεσίες και, μάλιστα σε αντίτιμο κραυγαλέα αντίθετο προς την πραγματικότητα.
Οπως φαίνεται, στο συγκεκριμένο πεδίο, η αγορά δεν λειτουργεί. Και τούτο διότι καθένας μπορεί να διαφημίζει το παράπηγμα που έχτισε ως σουίτα του «President Wilson» της Γενεύης ή του «Georges V» στο Παρίσι. Και, με αυτό τον τρόπο, ως λαθρεπιβάτης μιας ολόκληρης αγοράς, να εξασφαλίζει την επιβίωσή του. Το κακό της υπόθεσης είναι ότι όποιος ανυποψίαστος αλλοδαπός τουρίστας, έχει την ατυχία να πέσει σε κάποιον ψευδοεπιχειρηματία, ο οποίος παραπλανά για τις υπηρεσίες που παρέχει, δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ ξανά στην Ελλάδα.
Οποιος φεύγει από την Ιαπωνία, τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Γαλλία, δαπανά ένα αξιοσέβαστο προϋπολογισμό για να ταξιδέψει σε μια χώρα που του φαίνεται εξωτική. Η απογοήτευση που βιώνει όταν γίνεται αντικείμενο τόσο εμφανούς εκμετάλλευσης, γεννά μέσα του μια γενικότερη αρνητική εικόνα για τη χώρα. Ο τουρισμός, όπως διακηρύσσουν συνέχεια και δικαίως ξενοδόχοι και λοιποί παράγοντες της συγκεκριμένης αγοράς, είναι «βαριά βιομηχανία» για τη χώρα, καθώς εκπροσωπεί περί το 15% του ελληνικού ΑΕΠ και, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς το 2020 θα ξεπερνά το 20%, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την απορρόφηση τμήματος των ανέργων. Η τύχη του δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια ερασιτεχνών και επιτηδείων.