Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Εξαιρετικός Στ. Κασιμάτης ότι γυρίζουμε σελίδα


Γυρίζουμε σελίδα
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
Ο​​ταν όλα αυτά θα έχουν περάσει (μαζί τους και εμείς, πολύ φοβάμαι), όταν θα είναι τόσο μακρινά ώστε να μπορεί να δει κάποιος τη δραματική εποχή μας με την απαραίτητη ελαφρότητα, είμαι σίγουρος ότι ένα παιχνίδι με το οποίο θα κατατριβούν οι ιστοριοδίφες θα είναι να βρουν το ορόσημο του τέλους της «εποχής της Μεταπολίτευσης». Σύμφωνα με τον τρόπο που προσωπικώς αντιλαμβάνομαι τον εντός εισαγωγικών όρο παραπάνω, μια ισχυρή υποψηφιότητα για το γεγονός-ορόσημο θα ήταν η αποψινή ψήφιση του νομοσχεδίου των 7.500 σελίδων – αν ψηφιστεί.
Θα ψηφιστεί, όμως. Οπως θα γνωρίζουν ήδη οι βουλευτές της συμπολίτευσης, είτε από τις αφηγήσεις συναδέλφων τους της αντιπολίτευσης είτε από ίδιες εμπειρίες πλέον, η πρώτη φορά είναι η δυσκολότερη. Μετά, το συνηθίζεις σιγά σιγά. Αλλωστε, αν υποκύψεις μία φορά στον ηθικό εκβιασμό, θα υποκύψεις και στις επόμενες.
Πέραν των γενικών όμως, παίζει ρόλο στην υπερψήφιση του νομοσχεδίου και το ποιόν των συγκεκριμένων βουλευτών που θα το υπερψηφίσουν απόψε. Είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν προέρχονται από τις ελίτ που άλλοτε υπήρχαν στη χώρα – και οι οποίες ενδεχομένως κάπου να φυτοζωούν ακόμη. Συνάδελφοί τους της αντιπολίτευσης, οι οποίοι τους ζουν καθημερινά και τους παρατηρούν, έχουν καθαρότερη εικόνα της ανθρώπινης πλευράς τους (και του ηθικού πλεονεκτήματός τους, εννοείται). «Βλέπεις ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ τέτοιους μισθούς, προνόμια και ανέσεις· και βλέπεις ότι το απολαμβάνουν. Δεν τους είναι εύκολο να βρεθούν ξαφνικά εκεί από όπου ήλθαν. Γι’ αυτό και θα ψηφίσουν», μου έλεγε παλιός κοινοβουλευτικός.
Σκεφθείτε, όμως, τι είναι αυτό που ψηφίζουν απόψε: πόσο μεγάλο και πόσο παράλογο είναι. Αφήστε κατά μέρος την εξόντωση της μέσης ιδιοκτησίας, τη φορολόγηση δικαίων και αδίκων, την υπερφορολόγηση της επιχειρηματικότητας και τα συναφή – όλα αυτά τα υπαγορεύει η ιδεολογία τους, άρα είναι αναμενόμενα. Ψηφίζουν την παραχώρηση της διαχείρισης της περιουσίας του κράτους σε ένα θεσμό ευρωπαϊκό για 99 χρόνια. Επιτέλους! Θα γίνει αυτό που κάποιοι από εμάς πάντα εύχονταν: να αναλάβουν οι ξένοι τη διαχείριση της χώρας, γιατί οι Ελληνες έχουμε αποδείξει ότι δεν μπορούμε. Προσωπικώς, αυτό με βρίσκει σύμφωνο, αλλά εγώ είμαι δεξιός. Αυτοί πώς το ψηφίζουν; (Εννοώ, βέβαια, χωρίς τη βοήθεια συνταγογραφούμενων φαρμάκων, αλκοόλ, ναρκωτικών ή άλλων ψυχοτρόπων ουσιών.)
Ολο αυτό, δε, το κολοσσιαίο συμβαίνει με την κωμική δικαιολογία της «αυταπάτης». Παρόμοιας ευθύτητας ομολογία ανοησίας και ανικανότητας δεν θυμάμαι να έχει υπάρξει ξανά στην πολιτική. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, τον οποίον μιμείται ασύδοτα ο Τσίπρας, τουλάχιστον παραδέχθηκε το λάθος του στα λατινικά, που και ακατάληπτα είναι και πιο σικ.
Αλλά και ποιοι το ψηφίζουν αξίζει να προσέξουμε. Πρόκειται για μια δήθεν ριζοσπαστική αριστερά, η οποία είναι στην πραγματικότητα μια μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ προς τα πίσω. Τι είναι ο εθνολαϊκισμός της κυβέρνησης Συριζανέλ, αν όχι ένα ΠΑΣΟΚ του 1980 στο πιο άγριο; Δεν είναι, λοιπόν, αυτό το γκραν φινάλε της εποχής της Μεταπολίτευσης, όταν αυτή η Αριστερά παραχωρεί με αυτούς τους όρους την κρατική περιουσία για 99 χρόνια; Είναι τέλειο, είναι σαν βγαλμένο από ταινία του Αλμοδόβαρ, όπου λ.χ. ο πατέρας του παιδιού επιστρέφει μετά από χρόνια ως τραβεστί που πεθαίνει από HIV (για όσους θυμούνται το «Ολα για τη μητέρα μου»). Τι πιο ταιριαστό για το φινάλε μιας εποχής που ξεκίνησε με τα εμβατήρια του Μίκη Θεοδωράκη από μια παρωδία Αλμοδόβαρ;
Επειτα, έχει σημασία και η διαδικασία· πώς, δηλαδή, θα έχει φτάσει να ψηφιστεί το νομοσχέδιο αύριο τις πρωινές ώρες. Δεν είναι μόνο ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να διαβάσει κάποιος, πόσο μάλλον να μελετήσει, 7.500 σελίδες σε τρεις ημέρες. Είναι και ότι για πρώτη φορά στα κοινοβουλευτικά χρονικά κατατίθεται προς ψήφιση «άγνωστο κείμενο», όπως στις εξετάσεις! Κατατίθεται ελλιπές νομοσχέδιο και μάλιστα από εκείνους που κάποτε είχαν ξεσηκώσει το σύμπαν όταν οι προηγούμενοι κατέθεσαν ένα κείμενο στα αγγλικά (τη γλώσσα στην οποία το είχαν διαπραγματευθεί) ενόσω αυτό μεταφραζόταν στα ελληνικά.
Εξίσου ανοίκεια και η άνεση, με την οποία πολιτικοί οι οποίοι έχτισαν καριέρα με το ασυμβίβαστο και αδάμαστο δημοκρατικό ήθος τους, συμβιβάστηκαν με παρόμοιες διαδικασίες. Ο μεν κ. Μπαλαούρας, ως προεδρεύων στη Βουλή, έκρινε ότι «αρκεί η δεδηλωμένη» ώστε να κατατίθεται προς ψήφιση στη Βουλή ένα ελλιπές νομοσχέδιο. Ο δε κ. Φάμελλος, με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, είπε το αδιανόητο ότι «τα έχουμε συζητήσει με τους συναδέλφους (σ.σ.: της αντιπολίτευσης) και στη Βουλή και στην τηλεόραση». Οφείλω να παραδεχθώ ότι παρόμοια δείγματα υψηλής δημοκρατικής ευθιξίας μάς είχαν δώσει και πολιτικοί της άλλης πλευράς. Ομως, ίσως λόγω «ηθικού πλεονεκτήματος», η ανάλογη συμπεριφορά της σημερινής Αριστεράς ξεχωρίζει με την παντελή απουσία αιδημοσύνης – η οποία, εδώ που τα λέμε, δεν είναι παρά μία ακόμη αστική αξία.
Είναι κρίμα ότι ο αείμνηστος Παύλος Μπακογιάννης συνδέθηκε με το ατυχές απόφθεγμα ότι «η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα», διότι αυτό που ζούμε σήμερα –και το οποίο δεν συνέβη ξαφνικά, προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια– είναι η διάψευση του ωραίου αποφθέγματος. Με πολλές μικρές ή μεγάλες διαφορές, λόγω μεγέθους και τοπικών ιδιαιτεροτήτων, ζούμε αυτό ακριβώς που ζουν και οι άλλες δυτικές χώρες: την κρίση του κοινοβουλευτισμού. Ορισμένοι, όπως ο Αμερικανός διανοητής Αντριου Σάλιβαν, το συγκρίνουν με το τελικό στάδιο του εκφυλισμού της δημοκρατίας σε τυραννία, όπως το περιγράφει ο Πλάτων. (Παρεμπιπτόντως, αξίζει να το αναζητήσετε στο Διαδίκτυο: Democracies end when they are too democratic, του Andrew Sullivan. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό των New York Times.) Εγώ, πάντως, προτιμώ τον τρόπο με τον οποίο το θέτει ο Ροΐδης από τα roaring seventies του προπερασμένου αιώνα: «Το πολίτευμα ημών ουδέν άλλο πράγματι είναι παρά δικτατορία ουδενός δεκτική περιορισμού αλλά μόνον ανατροπής διά δημαγωγίας»...