Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Απολαυστικός Κ. Βαϊμάκης για το τσιφτετέλι του Αλέξη Τσίπρα


Το τσιφτετέλι του Αλέξη Τσίπρα
Γράφει ο Κώστας Βαϊμάκης
Όποιος υποστηρίζει ή πιστεύει ότι η παρούσα κυβέρνηση ευθύνεται για όλα τα χάλια της κοινωνίας και της οικονομίας, είναι προφανώς χαζός, κομματόσκυλο ή αφελής – δεν γίνεται να φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ για όλα όσα έχουν κάνει και δεν έχουν κάνει το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ εδώ και καμιά 40ριά χρόνια.
Από την άλλη όμως, όποιος υποστηρίζει ή πιστεύει ότι η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει καταφέρει να κάνει έστω και το παραμικρό απ' αυτά που οραματίστηκε ή υποσχέθηκε αυτούς τους 16 μήνες, είτε κοροϊδεύει τον εαυτό του, είτε κοροϊδεύει όλους τους υπόλοιπους.
Μεγάλωσα σε μια συντηρητική «δεξιά» οικογένεια. Απ' αυτές που δεν ήταν ποτέ κομματικά ενταγμένες στη Νέα Δημοκρατία, που το 1981 πέρασαν από το ΠΑΣΟΚ και εν πολλοίς «ευθύνονται» για τα χάλια αυτής της χώρας και την κατάντια όχι της δικής τους γενιάς, αλλά της δικής μου και των επόμενων, που θα πληρώσουν τον λογαριασμό. Και αναγνωρίζω ότι «είμαστε όλοι ΠΑΣΟΚ», ότι γαλουχηθήκαμε όλοι μας με τις «αρχές» και τις «αξίες» της δεκαετίας του '80, με το ρουσφέτι και τη διαπλοκή, με το φακελάκι και το βόλεμα, τον διορισμό και το λάδωμα, παρότι δεν διορίστηκα στο Δημόσιο (διορίστηκα στην ΕΡΤ διότι πληρούσα τις προϋποθέσεις αλλά δεν αποδέχθηκα τον διορισμό), δεν χρειάστηκε να δώσω φακελάκι σε γιατρό, δεν λάδωσα την πολεοδομία, δεν έπαιξα ποτέ στο Χρηματιστήριο, δεν έκανα τη θητεία μου στο Πεντάγωνο αλλά στον Έβρο και τα Γιάννενα και δεν είχα κολλητό κάποιον έφορο για να «ξεχαστούν» οφειλές μου προς της Εφορία. Παρόλα αυτά, όλοι ΠΑΣΟΚ είμαστε, ως κοινωνία ευεργετηθήκαμε από τα χρυσά χρόνια ΠΑΣΟΚ, γεμάτα επιδοτήσεις και κοινοτικά κονδύλια, κονόμα και μετοχές που εκτοξεύονταν στο ΧΑΑ, μπουζούκια και δάνεια (διακοποδάνεια, γαμοδάνεια, στεγαστικά, καταναλωτικά, πάρε κόσμε), σπίτια και και ακριβά αυτοκίνητα που δεν είχαμε να πληρώσουμε, αλλά με κάποιον τρόπο έβγαινε με διαδικασία – εξπρές ένα δάνειο που μας επέτρεπε να ζήσουμε μια ζωή δανεική.
Μεγάλωσα παράλληλα με την αίσθηση ότι η Αριστερά και οι Αριστεροί, ήταν πάντα κάτι διαφορετικό. Άνθρωποι του πνεύματος, μορφωμένοι, που έζησαν στο εξωτερικό και διεύρυναν τους ορίζοντές τους, που δεν έβαλαν ποτέ το δάχτυλο ή ολόκληρο το χέρι στο βάζο με το μέλι, που ήταν μακριά από κέντρα αποφάσεων και διαπλοκές – κάτι σαν αυτό που λέμε σήμερα «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς», μόνο που τότε δεν του είχαμε δώσει τίτλο. Που (αυτο)εξορίστηκαν στη διάρκεια της Χούντας και προσπάθησαν στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης, να κάνουν γνωστό τον σκοταδισμό που επικρατούσε στην Ελλάδα σε άλλους πνευματικούς ανθρώπους. Δεν το χλεύασα ποτέ όλο αυτό, θεωρούσα (και θεωρώ) ότι μερικές φορές είναι πιο αποτελεσματικό να «πολεμάς» με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι και να συζητάς με ανθρώπους της πολιτικής, των γραμμάτων, των τεχνών, από το να τυπώνεις προκηρύξεις στον πολύγραφο ή να βάζεις γκαζάκια – όλα έχουν τη χρησιμότητα και την αξία τους.
Αυτό ακριβώς το «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς» μεγάλωσε και γιγαντώθηκε τα τελευταία χρόνια, ταυτόχρονα με τη φθορά και την απαξίωση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας, τα μνημόνια, την εκτόξευση του χρέους, τη διάλυση σχεδόν κάθε ίνας του κοινωνικού ιστού. Κάπου εκεί εμφανίστηκε ο Αλέξης Τσίπρας, ο γοητευτικός 40-παρά κάτι, που πρέσβευε κάτι αλλιώτικο, που είχε μια ηρεμία στο λόγο, που μίλαγε σαν κανονικός άνθρωπος και όχι σαν «πολιτικός», που χαμογελούσε, που είχε έναν διαφορετικό αέρα. Αυτός ο Αλέξης Τσίπρας, πήρε τον Συνασπισμό από το 3%, τον βοήθησε να μεγαλώσει, τον έκανε ΣΥΡΙΖΑ και τον πήγε μέχρι το 36% πέρυσι το Γενάρη μαζί με ένα ετερόκλητο αλλά «λαμπερό» καστ συνεργατών, που προέρχονταν από όλο το φάσμα της Αριστεράς και της κεντρο-Αριστεράς.
Γοήτευσε πολύ κόσμο ο Αλέξης Τσίπρας. Κι όχι μόνο αυτούς που τον ψήφισαν. Και εμένα και πολλούς άλλους μας «γοήτευσε» ο Τσίπρας, όχι τόσο ώστε να τον ψηφίσουμε, αλλά τόσο όσο να τον προσέξουμε, να τον παρακολουθούμε και να ελπίζουμε ότι πραγματικά θα μπορούσε να αποδειχθεί κάτι φρέσκο, κάτι διαφορετικό, ότι θα έκανε πολλά απ' αυτά που υποσχέθηκε, για να τον ψηφίσουμε την επόμενη φορά και με τα δυο μας χέρια. Μην γελιέστε: κανένας «φυσιολογικός» άνθρωπος δεν ευχόταν να αποτύχει ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ. Πολύ απλά διότι η αποτυχία η δική τους, θα ήταν αποτυχία της χώρας, αποτυχία όλων μας.
Ο «γοητευτικός» Αλέξης Τσίπρας όμως δεν τα έχει καταφέρει μέχρι τώρα, σε αυτούς τους σχεδόν 16 μήνες που κυβερνά. Ναι, κληρονόμησε ένα χάος (θα έλεγα «καμμένη γη», αλλά έχει το copyright της έκφρασης η ΝΔ...). Ναι, παρέλαβε μια χώρα σε μαύρα χάλια. Αλλά άπλωσε τα πόδια του παραπέρα από εκεί που έφτανε το πάπλωμά του: υποσχέθηκε πράγματα που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, έταξε λαγούς με πετραχήλια, κορόιδεψε ένα σωρό απελπισμένο κόσμο τάζοντας μια ανάπτυξη που δεν ήξερε πώς να τη φέρει.
Κυρίως, έχει αποτύχει ως τώρα να αντεπεξέλθει στις προσδοκίες, διότι αντί να γίνει ο Αλέξης του ΣΥΡΙΖΑ, προσπάθησε – και προσπαθεί – να γίνει ένας «νέος Ανδρέας» και να φτιάξει ένα «μετα-ΠΑΣΟΚ». Ο ίδιος, έχει κοπιάρει μέχρι και τη φωνή του Ανδρέα Παπανδρέου, το στυλ, τις εκφράσεις. Αλλά Ανδρέας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι – ως προς τη λάμψη, την προσωπικότητα, το πόσο χαρισματικός ήταν μιλάω. Και ΠΑΣΟΚ επίσης δεν γίνεσαι με μεταγραφές στελεχών του παλιού ΠΑΣΟΚ, με όλους αυτούς που φρόντισαν να την κοπανήσουν από το καράβι και να αλλάξουν πολιτική στέγη όταν είδαν την καταιγίδα να έρχεται. Το ΠΑΣΟΚ ήταν αυτό που ήταν, στην εποχή που μεσουρανούσε η παπάντζα, στην εποχή που υπήρχαν λεφτά να φαν' κι οι κότες, με τα ζιβάγκο και τα ζεϊμπέκικα, με τα «Τσοβόλα δώστα όλα» και τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις με τα πλούσια οπτικά εφέ του Μπιρσίμ. Σήμερα, το «μετα-ΠΑΣΟΚ» είναι ντεμοντέ: λεφτά δεν υπάρχουν, τα ζιβάγκο δεν φοριούνται πια και στις «μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις» μαζεύονται συγγενείς και φίλοι.
Κι όσα μαντιλάκια και να βάλει στο πέτο ο Κατρούγκαλος, Τσοχατζόπουλος δεν θα γίνει ποτέ (ως προς την εικόνα προφανώς του «Ωραίου Μπρούμελ» και την απήχηση στην κοινωνία και όχι ως προς τη λαμογιά), η μαγκιά του Πολάκη δεν θα τον κατατάξει στην κατηγορία Ευάγγελου Γιαννόπουλου, ο Παππάς δεν θα γίνει ποτέ Κατσιφάρας κι ο Σκουρλέτης δεν θα γίνει Γεννηματάς. Διότι το ΠΑΣΟΚ, μέσα στη λαμογιά του και τη διαπλοκή, στο ατέλειωτο φαγοπότι και τον λαϊκισμό του, μέσα στη σαπίλα του, ήταν αυθεντικό. Ήταν το πουκάμισο λαχούρι, που φοριόταν στα 80's γιατί ήταν μόδα – ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σαν να προσπαθεί να επαναφέρει το λαχούρι εν έτει 2016. Και κανείς πλέον δεν το φοράει το λαχούρι, εκτός από τον Βαρουφάκη...
Μια τελευταία σκέψη, για τον Αλέξη Τσίπρα, που προσπαθεί τόσο σκληρά να γίνει Ανδρέας: ο Ανδρέας Παπανδρέου, θα προτιμούσε να χορέψει τσιφτετέλι ημίγυμνος πάνω σε τραπέζι, παρά να συνεργαστεί με τον αντίστοιχο Καμμένο της εποχής εκείνης, ίσα – ίσα για να κυβερνήσει. Δυστυχώς γι' αυτόν, από τον Αγγελάκα και το «Σιγά μην κλάψω – σιγά μην φοβηθώ» που «τραγούδησε το 2008 από το Βερολίνο, απαντώντας στη μήνυση Βγενόπουλου τότε, επιδεικνύοντας μια θαυμαστή γλώσσα επικοινωνίας με τη νεολαία, η οποία και τον τίμησε με την ψήφο και την εμπιστοσύνη της, ο Αλέξης Τσίπρας το γύρισε στα πολιτικά τσιφτετέλια: με κάθε τρόπο και κάθε κόστος κάνει και θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να μείνει γαντζωμένος στην εξουσία. Θα συνεργαστεί με ιδεολογικούς αντιπάλους σαν τους ΑΝΕΛ, θα τάξει, θα κοροϊδέψει, θα διορίσει ημέτερους, θα κάνει όλα αυτά που κορόιδευε, θα κλείσει δρόμους, θα υπογράψει τα μνημόνια που θα καταργούσε όχι μόνο με το δεξί χέρι αλλά και με το Αριστερό.
Και σας παρακαλώ, ας μην πει κάποιος ότι τον κρίνω αυστηρά τον Αλέξη Τσίπρα, ότι είναι λίγο καιρό στην εξουσία, ότι πρέπει να του δώσουμε περισσότερο χρόνο. Θα απαντήσω ότι δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε μέρα για χάσιμο, ούτε ένα ακόμα λάθος που να μπορεί να σηκώσει αυτή η κοινωνία, ούτε μια ζημιά που να μπορεί να διορθωθεί χωρίς πόνο και χωρίς κόστος. Παρακαλώ επίσης να μην μπούμε καθόλου στην κουβέντα «ναι αλλά οι προηγούμενοι έκαναν αυτό» και «ναι, αλλά βλέπεις κανέναν άλλο που να μπορεί να τα κάνει καλύτερα;» Ας μιλάμε για μια φορά όχι με παρελθοντικούς όρους, όχι διαβάζοντας την κρυστάλλινη σφαίρα για να δούμε τι θα γίνει στο μέλλον, αλλά με αυτά που βλέπουμε και ζούμε την παρούσα στιγμή. Και αυτά που βλέπουμε και ζούμε την παρούσα στιγμή, δεν αφήνουν την παραμικρή χαραμάδα αισιοδοξίας.