Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Ψήφος από τα 17. Πρόοδος ή οπορτουνισμός;


Από τον Γιώργο Γιάνναρο
(Πηγή https://epikairo.gr/)
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Το κείμενο που θα διαβάσεις δεν έχει σκοπό να αβαντάρει κάποια κυβερνητική εξαγγελία. Θεωρώ ότι το νομοσχέδιο της αλλαγής εκλογικής νομοθεσίας που ετοιμάζει η κυβέρνηση — στο οποίο υπάρχει και η βούληση να “κατέβει” το όριο δικαιώματος ψήφου στα 17 έτη — εμφορείται από τον οπορτουνισμό που τη διακατέχει ούτως ή άλλως σε όλα σχεδόν τα μεγάλα θέματα.
Όμως διακρίνω από μερίδα αρθρογράφων του Τύπου, αλλά και από ανθρώπους που έχουν “επιδραστικότητα” στα social media και συγκαταλέγονται σε αυτό που -απαξιωτικά ή μη- έχει καθιερωθεί να αποκαλείται “Μέτωπο της Λογικής” να στρέφονται άκριτα, μονοδιάστατα, σχεδόν αταβιστικά σε οποιαδήποτε αλλαγή επιχειρεί να φέρει η κυβέρνηση αυτή.
Τις περισσότερες φορές μάλλον έχουν δίκιο. Είναι τέτοια τα αλλεπάλληλα σοκ που υφιστάμεθα διαρκώς από τις κυβερνητικές ενέργειες, που φαντάζει φυσιολογική μια ενστικτώδης, εμμονική σχεδόν, αντίδραση σε κάθε κυβερνητική ενέργεια ή εξαγγελία.
Και η εξαγγελία για μετατόπιση του ορίου δικαιώματος ψήφου είναι κατά τη γνώμη μου οπορτουνιστική από την κυβερνητική οπτική. Όμως είναι μία de facto προοδευτική αλλαγή σε επίπεδο πολιτικό και νομικό.
Εξηγούμαι:
Στην κυβέρνηση θεωρούν πως έχουν μαζί τους ακόμα το μεγαλύτερο μερίδιο της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας, της λεγόμενης “αντισυστημικής” ψήφου και επιχειρούν να αλλάξουν τον εκλογικό νόμο με σαφή και ευδιάκριτη μικροκομματική σκοπιμότητα.
Όμως παρά το γεγονός αυτό, ακόμα και έτσι, δεν παύει να είναι μία προοδευτική αλλαγή. Και σαν προοδευτική αλλαγή πρέπει να στηριχτεί από όσους θεωρούν εαυτούς προοδευτικούς πολίτες.
Αλλά γιατί αλήθεια η μετατόπιση του ορίου ηλικίας στο δικαίωμα ψήφου αποτελεί προοδευτική αλλαγή; Τι σόι πρόοδος συνιστά να ψηφίζει κάποιος από τα 17 του αντί για τα 18, θα έθετε κάποιος το απλοϊκό ερώτημα.
Για να δοθεί απάντηση στο παραπάνω ερώτημα πρέπει να γίνει αυτό που καλεί η νομική επιστήμη συστηματική ερμηνεία του υφιστάμενου νομικού πλαισίου της εκλογικής νομοθεσίας. Επίσης βοηθάει και μια απλή ιστορική αναδρομή.
Δηλαδή; Δηλαδή βλέπουμε το κατώτατο όριο δικαιώματος ψήφου όπως ισχύει σήμερα και το συγκρίνουμε με το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής που θεσπίστηκε. Όταν νομοθετήθηκε το δικαίωμα ψήφου στα 18 έτη ( το 1981 με το Νόμο 1224 ) η κοινωνία μας δεν ήταν τόσο εξελιγμένη στην αποδοχή των δρααστηριοτήτων των νέων όσο είναι σήμερα. Σήμερα ένας νέος 17 ετών έχει περισσότερες κοιωνικές προσλαμβάνουσες από έναν αντίστοιχο νέο προ 35 ετών. Σε αυτό έχει βοηθήσει η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η πολυδιάστατη εξέλιξη της τεχνολογίας, η ποιοτικότερη εκπαίδευση, η διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων μέσω του internet και των περισσότερων ταξιδιών στο εξωτερικό. Γενικά σήμερα — για να γίνω πιο περιεκτικός — , οι απόψεις και οι δραστηριότητες ενός νέου 17 ετών έχουν μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή από τις μεγαλύτερες γενιές σε σχέση με το παρελθόν. Έτσι βλέπω εγώ τουλάχιστον.
Παράλληλα οι νέοι στη σύγχρονη εποχή τα κάνουν όλα πιο γρήγορα σε σχέση με τους αντίστοιχους του παρελθόντος. Πολιτικοποιούνται πιο γρήγορα ( εννοώ πως εκφράζουν πολιτική άποψη πιο γρήγορα μέσω της συμμετοχής τους στα social media επί παραδείγματι ), μορφώνονται καλύτερα σε πιο σύντομο χρόνο, είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για να απορροφηυούν στην εργασιακή αρένα πιο γρήγορα, ακόμα και σε διαπροσωπικό επίπεδο ολοκληρώνουν πτυχές της προσωπικότητάς τους πιο γρήγορα ( σεξουαλικές σχέσεις επί παραδείγματι ). Παγκοσμιοποίηση, pop mass culture, μιμητισμός ξένου δυτικού τρόπου ζωής ή απλά αλλαγή ρυθμού της καθημερινότητάς μας, πάντως έτσι είναι.
Οι νόμοι έχουν δυναμική, δεν είναι στατικοί. Είναι η αποτίμηση της εκάστοτε κοινωνικής πραγματικότητας γραμμένη σε κείμενα. Τουλάχιστον έτσι πρέπει να είναι. Και επειδή έχουν συμβεί όλες οι ανωτέρω αλλαγές στους νέους, πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξετασθεί σοβαρά και η αλλαγή — προς τα κάτω — του κατώτατου ορίου δικαιώματος ψήφου. Και αυτό ΕΙΝΑΙ πρόοδος.
Εξάλλου, μία ευσύνοπτη ιστορική καταγραφή του δικαιώματος ψήφου στους νέους νομίζω ότι ενισχύει τα ανωτέρω επιχειρήματα.
Με τον Εκλογικό Νόμο της 18 Μαρτίου του 1844 θεσπίστηκε κατώτατο όριο στα 25 έτη.
Στο πρώτο δημοψήφισμα της χώρας για την επιλογή βασιλιά ( 19–11–1862) δικαίωμα ψήφου είχαν όσοι ήταν άντρες, 20 ετών και ψήφιζαν φανερά.
Με το Σύνταγμα του 1864 το όριο “ έπεσε” στα 21 έτη.
Με νόμο του 1877 επικαιροποιήθηκε το όριο των 21 ετών.
Και με το Νόμο 1224 / 1981 φτάσαμε στο σημερινό όριο των 18 ετών.
Αργά, αλλά σταδιακά το όριο έπεφτε και το νομικό πλαίσιο ανταποκρινόταν στην εκάστοτε διαμορφούμενη για την εποχή κοινωνική πραγματικότητα.
Εκτιμώ πως η πρόοδος στην κοινωνία μας είναι τόσο μεγάλη σε όλα τα επίπεδα από το 1981 ως σήμερα και πως οι νέοι έχουν αφομοιώσει τις συντελεσθείσες αλλαγές, με συνέπεια να ακούγεται λογικό το αίτημα για σμίκρυνση του κατώτατου ορίου δικαιώματος ψήφου.