Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Ιστορικό άρθρο για το τέλος της εποχής Αντενάουερ το 1963


Το τέλος της εποχής Αντενάουερ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Στις 15 Οκτωβρίου 1963, και σε ηλικία 87 ετών, ο Κόνραντ Αντενάουερ παραιτήθηκε από τη θέση του καγκελαρίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αποσύρθηκε από την πρώτη γραμμή του δημόσιου βίου, ύστερα από μακρά πολιτική διαδρομή.

Εξελέγη για πρώτη φορά δήμαρχος Κολωνίας το 1917 και έγινε σύντομα γνωστός για την αποφασιστικότητα και την αποτελεσματικότητά του, συνδέοντας τη θητεία του με την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής.
Με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, το 1933, ο Αντενάουερ καθαιρέθηκε από το αξίωμα του δημάρχου –όταν αρνήθηκε να αναρτήσει στην πόλη του τον αγκυλωτό σταυρό, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Χίτλερ– και φυλακίστηκε για μικρά διαστήματα δύο φορές: το 1934 και το 1944.
Μετά τον πόλεμο, οι Αμερικανοί τον επανέφεραν στη θέση του δημάρχου Κολωνίας, για να καθαιρεθεί λίγο αργότερα, αυτήν τη φορά από τους Βρετανούς, όταν η πόλη πέρασε στη δική τους ζώνη κατοχής. Τα επόμενα χρόνια αφιερώθηκε στην ίδρυση της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU), του κόμματος που φιλοδοξούσε να συστεγάσει καθολικούς και προτεστάντες.
Αφοσίωση στη Δύση
Οταν μετά το 1946 φάνηκε ξεκάθαρα ότι ήταν αδύνατη η συνεννόηση των Δυτικών με τους Σοβιετικούς για την εφαρμογή των συμφωνηθέντων στη Συνθήκη του Πότσνταμ, δρομολογήθηκε η δημιουργία δυτικογερμανικού κράτους, στο οποίο ο Κόνραντ Αντενάουερ θα έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στις 23 Μαΐου 1949 ιδρύεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με τη διακήρυξη του Θεμελιώδους Νόμου (Grundgesetz), με καγκελάριο τον ίδιο και πρωτεύουσα τη Βόννη. Στο εξής, ο Δυτικογερμανός καγκελάριος θα αποδείκνυε σε κάθε ευκαιρία την αφοσίωσή του στη Δύση, υποστηρίζοντας, μάλιστα, ότι η συμμετοχή της χώρας του στη Βορειοατλαντική Συμμαχία με έναν νέο στρατό ήταν απαραίτητη για τη δυτική άμυνα, με στόχο την αναχαίτιση της σοβιετικής επέκτασης στην Ευρώπη. Μαζί με τη συμμετοχή στη δυτική άμυνα πήγαινε ασφαλώς για τη Δυτική Γερμανία και το ζήτημα της επανάκτησης της εθνικής της κυριαρχίας (με δυνατότητα επανεξοπλισμού και απόκτησης ενόπλων δυνάμεων), η οποία περιοριζόταν ακόμη τότε αυστηρά από το καθεστώς της συμμαχικής κατοχής. Ο Αντενάουερ, επιδεικνύοντας προσωπικά ιδιαίτερες ικανότητες στις διαπραγματεύσεις του με τους Συμμάχους, εργάστηκε σκληρά και συστηματικά, με σκοπό να ενισχυθεί η χώρα του στο εξωτερικό και να αποκτήσει αυτόνομη υπόσταση στη διεθνή κοινότητα. Στα πρώτα βήματα του νεοσύστατου δυτικογερμανικού κράτους, την περίοδο 1949-1955, ο ίδιος ασκούσε απόλυτη εξουσία σχετικά με την εξωτερική πολιτική, την ασφάλεια και τις σχέσεις της Δυτικής Γερμανίας με τις συμμαχικές δυνάμεις, μία εξουσία αδιαμφισβήτητη και ευνοούμενη θεσμικά, που αποτυπώνεται στη χαρακτηριστική φράση του ιστορικού Arnulf Baring: «Αm Anfangwar Adenauer» («Εν αρχή ην ο Αντενάουερ»).
Η κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου (κυρίως με τον πόλεμο της Κορέας) ήλθε για τον Δυτικογερμανό καγκελάριο ως δώρο εξ ουρανού, αφού λειτούργησε ως καταλύτης για την εισδοχή της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ. Μετά το 1950, υπό την καθοριστική πίεση των ΗΠΑ, και παρά τις γαλλικές αντιδράσεις, θα ενισχυόταν στη Δύση η άποψη της δυτικογερμανικής «αμυντικής συμβολής» για την απόκρουση μιας απειλής από την Ανατολή. Η ανάγκη για μεγαλύτερη συμμετοχή των Ευρωπαίων στην κοινή άμυνα συνεπαγόταν τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, παρά τον έντονο φόβο για τον γερμανικό μιλιταρισμό, που είχε οδηγήσει σε δύο παγκοσμίους πολέμους. Το κλίμα αυτό ευνόησε την πολιτική του καγκελάριου, ο οποίος, πάντως, σε κάθε περίσταση τασσόταν ανεπιφύλακτα στο πλευρό των Δυτικών Συμμάχων και με τη συνέπειά του ενέπνεε εμπιστοσύνη σε διεθνές επίπεδο. Εξάλλου, επί των ημερών του παγιώθηκαν οι δημοκρατικοί θεσμοί στη χώρα και επήλθε ειλικρινής συμφιλίωση με τους γείτονές της. Κατά την πανηγυρική τελετή ένταξης στο ΝΑΤΟ, τον Μάιο του 1955, στο Παρίσι, ο ομοσπονδιακός καγκελάριος δήλωνε ότι οι Γερμανοί περισσότερο από κάθε άλλον λαό λαχταρούσαν την ειρήνη και την ασφάλεια. Ταυτόχρονα με την ένταξη, η χώρα αποκτούσε μέρος των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ενώ ξεκίνησε και η δημιουργία της Μπούντεσβερ (Bundeswehr).
Μείζων στόχος του η ευρωπαϊκή ενοποίηση
Ο Αντενάουερ, που είχε ζήσει και τους δύο παγκοσμίους πολέμους, πίστευε, όπως και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες της γενιάς του, ότι προϋπόθεση για την εδραίωση της ειρήνης ήταν η ενωμένη Ευρώπη, και γι’ αυτό προσανατολίστηκε σταθερά στην προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Για τη στενή σύνδεση της χώρας του με τη Δύση, και εκτός από την ένταξη στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, φρόντισε το νεοσύστατο δυτικογερμανικό κράτος κατά τα πρώτα του βήματα να προσχωρήσει στο Συμβούλιο της Ευρώπης (1951) και να είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα (1952) και της ΕΟΚ (1957).
Στο ίδιο πλαίσιο, πρωταρχικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής του υπήρξε η συμφιλίωση με τη Γαλλία του Σαρλ ντε Γκωλ, διαδικασία που σφραγίστηκε με την υπογραφή των Συνθηκών των Ηλυσίων, το 1963. Η υπογραφή τού γνωστού και ως Συμφώνου Φιλίας υπήρξε ορόσημο στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία και στην πορεία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφού έτσι τερματίστηκε ο ανταγωνισμός αιώνων των δύο μεγάλων χωρών της Κεντρικής Ευρώπης.
Ο Αντενάουερ πίστευε ότι η γαλλογερμανική συμφιλίωση ταυτιζόταν με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ότι αυτή η διμερής συνεργασία θα αποτελούσε το πρότυπο για την ευρύτερη συνεργασία στην Ευρώπη. Στην κατεύθυνση αυτή ήταν διατεθειμένος να κάνει παραχωρήσεις προς τη Γαλλία, π.χ. αφήνοντάς την να έχει τον πρώτο λόγο στις Κοινότητες, προκειμένου η χώρα του να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της και, κατά συνέπεια, την εμπιστοσύνη των άλλων χωρών. Και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, εξάλλου, συνδεόταν για τον καγκελάριο με τη σταδιακή ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας του.
Εγγυητής των μεταπολεμικών ελληνογερμανικών σχέσεων
Τον Μάρτιο του 1954 ο Αντενάουερ επισκέφθηκε την Ελλάδα . Επρόκειτο για την πρώτη επίσημη επίσκεψη Γερμανού κυβερνήτη, από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους (1830-32). Το ταξίδι αυτό ήταν ενδεικτικό της θέσης της Γερμανίας στον μεταπολεμικό κόσμο, και ο ίδιος αντιμετωπίστηκε από την ελληνική κοινή γνώμη ως ο ηγέτης ο οποίος κατάφερε να σπάσει τους δεσμούς της μεταπολεμικής Γερμανίας με τον ναζισμό και να εξασφαλίσει στη χώρα του «σταθερή θέση στον δημοκρατικό κόσμο».
Από την πλευρά του, ο Αντενάουερ περιέγραφε σε δημόσιες τοποθετήσεις του την Ελλάδα ως «ακρογωνιαίο λίθο του ελεύθερου κόσμου», και δήλωνε ότι η γερμανική κυβέρνηση, γνωρίζοντας το οικονομικό βάρος που έφεραν οι Ελληνες για την προάσπιση της Δύσης, ήταν έτοιμη να συνδράμει στην προσπάθειά τους. Η Ελλάδα, ως προωθημένος στην Ανατολή «προμαχώνας της ελευθερίας», επρόκειτο στα επόμενα χρόνια να παίξει ασυνήθιστα σημαντικό ρόλο, ο οποίος θα προσέφερε στη χώρα και ευκαιρίες οικονομικού περιεχομένου.
Ετσι τέθηκαν τα θεμέλια για τη δημιουργία ειλικρινούς και διαρκούς συμμαχίας και εποικοδομητικής συνεργασίας των δύο χωρών, που θα κορυφωνόταν τα επόμενα χρόνια με σημαντικές οικονομικές συμφωνίες (1958) και κυρίως με την ξεκάθαρη υποστήριξη της Δυτικής Γερμανίας στη διαδικασία σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1961).
Με τον Ντε Γκωλ έθεσαν τα θεμέλια του γαλλογερμανικού άξονα
Ο Αντενάουερ προσπάθησε να πετύχει σχετική ισορροπία ανάμεσα στην ευρωπαϊκή του πολιτική και στις δεσμεύσεις της χώρας του στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, μετά το 1961, έδωσε προτεραιότητα στην ενίσχυση της ΕΟΚ, θεωρώντας ότι η Ατλαντική Συμμαχία, παρότι σημαντική στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, είχε ως μέλη της χώρες με διαφορετική κουλτούρα και, κατά συνέπεια, είχε εξαντλήσει τις όποιες δυνατότητες για ακόμα πιο στενή συνεργασία ανάμεσά τους. Ετσι φάνηκε διατεθειμένος να ευνοήσει περισσότερο τη σχέση του με τον Ντε Γκωλ, ο οποίος αντιμετώπιζε με επιφύλαξη τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, αφενός για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και αφετέρου για να δημιουργηθεί ένας ισχυρός γαλλογερμανικός άξονας, όχι μόνο απέναντι στους Σοβιετικούς, αλλά και με ισχυρή παρουσία απέναντι στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ.
Την απόφασή του αυτή, προφανώς, ενίσχυσε και το γεγονός ότι δεν εμπιστευόταν καθόλου τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζον Φ. Κένεντι.
Ετσι, απέρριψε την πρώτη αίτηση της Βρετανίας για ένταξη στην ΕΟΚ το 1963, προώθησε την αμυντική συνεργασία με τη Γαλλία εκτός νατοϊκού πλαισίου, όπως οριζόταν στη Συνθήκη των Ηλυσίων, και ανέχτηκε την ανεξάρτητη ανάπτυξη πυρηνικών εκ μέρους της Γαλλίας εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, που ιδρύθηκε το 1957 μαζί με την ΕΟΚ. Τέτοιες κινήσεις, ωστόσο, όχι μόνο δυσαρέστησαν τους Αμερικανούς, αλλά προκάλεσαν τριγμούς στο εσωτερικό της κυβέρνησής του. Αποκορύφωμα αυτής της έντασης υπήρξε η επιμονή τού αμιγώς ατλαντιστή Λούντβιχ Ερχαρντ, να παραδώσει την Καγκελαρία στον ίδιο πριν από την ολοκλήρωση της τετραετίας. Ο Αντενάουερ, ο οποίος, άλλωστε, είχε υποσχεθεί μετά τις εκλογές του 1961 ότι δεν θα παραμείνει καγκελάριος έως το τέλος της θητείας, λόγω και του προχωρημένου της ηλικίας του, τελικά παραιτήθηκε από την Καγκελαρία το φθινόπωρο του 1963, αν και παρέμεινε επικεφαλής των Χριστιανοδημοκρατών έως το 1966. Παρέδωσε στον Ερχαρντ μία χώρα που καμία σχέση δεν είχε με αυτήν του 1949.
Οταν ανέλαβε το νεοσύστατο δυτικογερμανικό κράτος, το 1949, ήταν ήδη 73 ετών, γεγονός που του προσέδωσε το προσωνύμιο «ο γέρος» («Der Alte»). Σε πείσμα, ωστόσο, των προβλέψεων (των εσωκομματικών και μη αντιπάλων του), ηγήθηκε της χώρας για 14 χρόνια, όντας ο γηραιότερος καγκελάριος στη γερμανική ιστορία. Απεβίωσε το 1967, τέσσερα έτη μετά την παραίτησή του από την Καγκελαρία, σε ηλικία 91 ετών. Υπήρξε με τον ρεαλισμό και το όραμά του μία από τις πιο σημαντικές μορφές της ευρωπαϊκής ιστορίας και καθόρισε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον τη μεταπολεμική φυσιογνωμία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Οδήγησε τη χώρα του από τα συντρίμμια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο «γερμανικό οικονομικό θαύμα» (Wirtschaftswunder) και επί των ημερών του στη Δυτική Γερμανία εδραιώθηκαν η δημοκρατία, η σταθερότητα και η ευημερία. Για τον λόγο αυτό, ο Κόνραντ Αντενάουερ ανακηρύχθηκε από τους συμπατριώτες του, στις αρχές του αιώνα μας, «σπουδαιότερος Γερμανός όλων των εποχών».

* Ο κ. Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος είναι ερευνητής της Ακαδημίας Αθηνών και διδάσκει Ευρωπαϊκή Ιστορία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

(Στην φωτογραφία : Ο Κόνραντ Αντενάουερ  (αριστερά) με τον διάδοχό του στην Καγκελαρία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Λούντβιχ Ερχαρντ)