Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Εξαιρετικό άρθρο του Τ. Θεοδωρόπουλου για κουλτουριάρηδες και ελληναράδες


Κουλτουριάρηδες και ελληναράδες
Τάκης Θεοδωρόπουλος 
Σ​​το σημείωμά μου της περασμένης Παρασκευής ανέφερα πως μία ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή με την Ελλάδα της δεκαετίας του εξήντα είναι ότι κανείς δεν είχε σκεφτεί να προτείνει θέση βουλευτή ούτε στον Λινοξυλάκη ούτε στον Γκιωνάκη.
Χωρίς καμία διάθεση να εξιδανικεύσω τη χώρα της παιδικής μου ηλικίας, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η ποιότητα του πολιτικού κόσμου, έστω στο επίπεδο της ρητορείας, δεν είχε καμία σχέση με αυτό που είναι σήμερα. Στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσες να τους κατηγορήσεις για τον «πομφολυγώδη λυρισμό» τους που θα έλεγε και ο Συκουτρής, πάντως καλύτερος από τον ανελλήνιστο και ασύντακτο λυρισμό των σημερινών. Οι παλαιότεροι θυμούνται ακόμη ότι η παραγωγή πνευματικού έργου είχε κοινωνική θέση, ασχέτως εμπορικότητας, το Φεστιβάλ Αθηνών ήταν ανοιχτό σε ό,τι γινόταν εκτός συνόρων, και στο υπόγειο της Σταδίου ο Κουν ανέβαζε Μπέκετ. Αυτός είχε συνείδηση ότι το έργο του δεν μπορεί να απευθύνεται σε μεγάλο κοινό. Τον ρόλο αυτόν τον άφηνε στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος με τη σειρά του δεν διατεινόταν πως η δουλειά του είναι πρωτοποριακή και, το κυριότερο, δεν έκανε βαρυσήμαντες δηλώσεις για το μέλλον του ελληνισμού. Ούτε ο Κουν εξάλλου. Είναι η διαφορά τους από τους σκηνοθέτες, σκηνοθετίσκους, ηθοποιούς και επιθεωρησιογράφους των δημοκρατικών μας καιρών. Οι περισσότεροι εξ αυτών αισθάνονται υποχρεωμένοι να μας σώσουν όποτε προκύπτει κάποιο πρόβλημα. Δεν θυμάμαι πόσα θέατρα υπήρχαν τότε στην Αθήνα. Υποθέτω καμία σχέση με τον σημερινό πληθωρισμό, όπου στην πρωτεύουσα οι ηθοποιοί είναι περισσότεροι από τους θεατές τους. Τότε η Αθήνα είχε αστική ζωή, μικρή, περιορισμένη, καμία σχέση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όμως τη ζωή μιας τάξης ανθρώπων οι οποίοι μοιράζονταν κοινές αξίες. Κανείς δεν αμφισβητούσε το γεγονός ότι η Ελλάδα έπρεπε να μοιάσει όσο περισσότερο γινόταν στην Ευρώπη, όχι μόνον στην πολιτική της οργάνωση, αλλά και στην κοινωνική της συμπεριφορά.
Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι αυτή η Ελλάδα αυτοχειριάστηκε γεννώντας τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Με την παγιωμένη συνήθειά μας να αθωώνουμε εαυτούς, την αποκαλούμε «ξενόφερτη», παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν τη γέννησε μόνον. Την αποδέχθηκε, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Κατέρρευσε λόγω ανικανότητας και κάμποσης βλακείας, πλην όμως στο μεταξύ πρόλαβε να επιτελέσει το έργο της, να καταστρέψει τους όρους της αστικής ζωής και μαζί αυτόν τον πυρήνα της εξευρωπαϊσμένης αστικής τάξης που είχε αναπτυχθεί τη δεκαετία του εξήντα. Τη θέση του πνευματικού έργου κατέλαβαν τα θέατρα και οι συναυλίες. Θεωρήθηκε μεγάλη πρόοδος ότι τα πανεπιστήμια απέκτησαν σχολές θεατρικών σπουδών με αποτέλεσμα να αφεθεί η διδασκαλία της κλασικής φιλοσοφίας στο έλεος του πατριωτισμού ορισμένων καθηγητών και τον ρόλο που κατείχαν πριν οι Τερζάκηδες να αναλάβουν να τον μεταφράσουν στη δική τους γλώσσα οι Βέλτσοι. Ηταν ο καιρός των κουλτουριάρηδων, των ανθρώπων που μιλούσαν για να μην πουν τίποτε, των εκπροσώπων μιας δήθεν σκέψης που ταίριαζε απόλυτα στον ευδαιμονισμό του δήθεν πλούτου, του δήθεν εξευρωπαϊσμού και της δήθεν Ελλάδας, μιας επιδοτούμενης αριστεράς της δήθεν εξεγερμένης σκέψης που λάτρευε τον καπνιστό σολομό, τον εσπρέσο και ήξερε να εκτιμά τα σι μπεμόλ στην όπερα. Τότε εμφανίστηκε και η φυλή των ελληναράδων, η οποία έφτιαξε τον δικό της λαϊκό πολιτισμό, με τα δικά της τραγούδια, τους δικούς της πολιτικούς εκπροσώπους και τη δική της ερμηνεία της πραγματικότητας. Χαρακτηριστική η δήλωση κορυφαίου ποδοσφαιριστή της εθνικής μας ομάδας μετά την ήττα με 3-0 από την Κολομβία. «Μετά το πρώτο γκολ η Κολομβία εξαφανίστηκε από το γήπεδο» – γι’ αυτό έβαλε και άλλα δύο γκολ. Χαρακτηριστικό επίσης της εποχής βλακείες του τύπου «είναι στο DNA να κερδίζουμε», ακόμη κι όταν χάνουμε. Υποψιάζομαι ότι σε παλαιότερους καιρούς τέτοιες ανοησίες δεν έβρισκαν τον δρόμο της δημοσιότητας.
Αυτή η Ελλάδα αυτοχειριάστηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Αμέσως μόλις ξυπνήσαμε πτωχοί και ελαφρώς ατιμούληδες, αν θυμάστε, ήταν της μόδας να λέμε πως πάθαμε συλλογική κατάθλιψη. Και όταν διαπιστώσαμε πως κανείς δεν μας λυπόταν θυμώσαμε, αγανακτήσαμε, και περιμέναμε την κατάρρευση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εμαθα την ιστορία κάποιου ο οποίος φιλοδοξούσε παλαιότερα να γίνει οικονομικός παράγων και ο οποίος τα χρόνια της κρίσης έλεγε πως αγόρασε καμιά εκατοστή πρόβατα γιατί είναι η ασφαλέστερη επένδυση. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν κατέρρευσε, τι να κάνουμε, συμβαίνουν αυτά, πολλά θέατρα έκλεισαν, κόπηκαν οι επιδοτήσεις, άνοιξε το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, όμως τα πανεπιστήμια κινδυνεύουν να κλείσουν και οι ελληναράδες μάς πολιορκούν πανταχόθεν. Η αστική ζωή στην Ελλάδα πάσχει από πολιτικό και κοινωνικό αναλφαβητισμό. Και απ’ την πολλή κεντροαριστερή φλυαρία, τείνουμε να ξεχάσουμε πως κορμός του πολιτικού κέντρου είναι η κεντροδεξιά, αρκεί να το θυμηθεί και η ίδια.
Και για να καταλήξω: αν δεν γίνει μπολσεβικική επανάσταση, που ευτυχώς το βλέπω λίγο απίθανο να γίνει, ή κάποιου τύπου λαφαζανική κοσμογονία, κάτι σε κωμικοτραγικό που λένε, ο μόνος τρόπος για να βρει αυτή η χώρα τον εαυτό της είναι να ανακτήσει την αστική της παιδεία. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία που είχε η διανομή αναγνωστικών του Δημοτικού από μεγάλη εφημερίδα δείχνει, αν μη τι άλλο, πως υπάρχει ένας κόσμος που διψάει να μάθει να συλλαβίζει. Εντάξει, αστεία το λέω, πλην όμως όσο το σκέφτομαι...