Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Ιστορικό άρθρο για την αγορά τσεχοσλοβακικών όπλων από την Κύπρο το 1966


Τσεχοσλοβακικά όπλα στην Κύπρο
ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Ο έλεγχος της συσταθείσας το 1964 Εθνικής Φρουράς ήταν σημείο πολλών τριβών μεταξύ Αθήνας - Λευκωσίας. Αφενός ο Μακάριος θεωρούσε ότι θα έπρεπε δικαιωματικά να την ελέγχει ως πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφετέρου η Αθήνα εκτιμούσε, κυρίως μετά τα γεγονότα του 1963, ότι η δική της διοίκηση θα της έδινε ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό προβάδισμα στην προοπτική επίλυσης του Κυπριακού.
Η άφιξη του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα το καλοκαίρι του 1964 και η ηγεσία που του ανατέθηκε ως επικεφαλής της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοίκησης Κύπρου με τις ευλογίες της Αθήνας δημιούργησε το στρατιωτικό ζήτημα. Η ελληνική κυβέρνηση απέβλεπε με τον συγκεκριμένο διορισμό στον έλεγχο της Εθνικής Φρουράς και στην ενίσχυση των λεγόμενων ενωτικών κύκλων αλλά και στη δυνατότητα να χρησιμοποιείται ο Γ. Γρίβας ως αντίβαρο του Μακαρίου. Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα φαινόμενο δυαδικής εξουσίας που διατηρήθηκε μέχρι το 1974. Δηλαδή την πολιτική εξουσία ασκούσε η κυπριακή κυβέρνηση και τη στρατιωτική ουσιαστικά μέσω του Γ. Γρίβα και του ελέγχου που είχε στην Εθνική Φρουρά, η ελληνική κυβέρνηση.
Οι ρωσικοί πύραυλοι, η στάση των ΗΠΑ και η απόφαση του ΟΗΕ
Δύο πολύ σημαντικές κρίσεις ξέσπασαν τη διετία 1965-1966 που σχετίζονταν με τη δυνατότητα του Αρχιεπισκόπου να ενισχύσει τη στρατιωτική του ισχύ και να περιορίσει έτσι τον πλήρη έλεγχο της Εθνικής Φρουράς από την Αθήνα, που σε κάθε περίπτωση ήταν συνυφασμένος με το είδος της προκρινόμενης λύσης. Συγκεκριμένα, στις 11 Ιανουαρίου 1965 έφθασαν στην Κύπρο ρωσικοί πύραυλοι (επρόκειτο για τις βάσεις τους, καθώς οι εκρηκτικοί κώνοι θα έρχονταν σε δεύτερο στάδιο). Η είδηση διέρρευσε σε αθηναϊκές εφημερίδες και προκάλεσε διεθνή σάλο. Ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Μακναμάρα, διεμήνυσε στην Αθήνα ότι δεν θα ανεχόταν στη Μεσόγειο δεύτερη Κούβα. Ο Γρίβας με επιστολή του στον Μακάριο είχε εναντιωθεί στην εγκατάστασή τους επικαλούμενος τεχνικούς και πολιτικούς λόγους. Τελικά, οι ρωσικοί πύραυλοι παραχωρήθηκαν στην Αίγυπτο έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων. Τα ανοίγματα του Αρχιεπισκόπου προς τη Σοβιετική Ενωση, η οποία στους βομβαρδισμούς του 1964 στην Τηλλυρία παρείχε στήριξη στον Κύπριο πρόεδρο, έφερναν τον τελευταίο σε μία ακόμη ρήξη τόσο με την Αθήνα όσο και με τον ίδιο τον στρατηγό.
Προτού εξετάσουμε τη δεύτερη κρίση που αφορά την εισαγωγή του τσεχοσλοβακικού οπλισμού, είναι απαραίτητο να παραθέσουμε εν τάχει τις εξελίξεις σε πολιτικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, στις 27 Μαρτίου 1965 ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Ου Θαντ διαβίβασε στο Συμβούλιο Ασφαλείας την έκθεση του μεσολαβητή του για το Κυπριακό, Γκάλο Πλάζα. Η έκθεση Πλάζα, μολονότι εισηγείτο την εγκατάλειψη της ένωσης, ικανοποίησε τις ελληνοκυπριακές απόψεις και ενίσχυσε τα επιχειρήματα της κυπριακής κυβέρνησης για ένα ενιαίο κράτος. Ετσι, οι Ελληνοκύπριοι αντέδρασαν θετικά στην εισήγηση Πλάζα για έναρξη συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι απέρριψαν τις εισηγήσεις Πλάζα, γιατί ήταν φανατικοί πολέμιοι της ιδέας του ενιαίου κράτους και δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να εγκαταλείψουν τη βασική τους αξίωση για ομοσπονδιακή λύση του προβλήματος. Για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθε το Κυπριακό, η κυπριακή κυβέρνηση αποφάσισε να προσφύγει ξανά στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και στις 18 Δεκεμβρίου 1965 κατάφερε να εξασφαλίσει την ψήφιση της απόφασης 2077, που υποστήριζε το αίτημά της για ανεξαρτησία της Κύπρου και συνιστούσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας τη συνέχιση της μεσολαβητικής προσπάθειας.
Το ζήτημα των εξουσιών του Γεωργίου Γρίβα
Στο μεταξύ η ελληνική κυβέρνηση φρονούσε ότι η παράταση του Κυπριακού περιέκλειε κινδύνους και ότι θα έπρεπε να βρεθεί κάποια οριστική λύση. Γι’ αυτό, παράλληλα με την οδό μέσω του ΟΗΕ, πίστευε ότι θα έπρεπε να διερευνηθεί με διάλογο, έμμεσο ή άμεσο, με την Τουρκία, εάν ήταν δυνατή η ένωση χωρίς ενδιάμεσο στάδιο, αλλά με την παραχώρηση εδαφικού ανταλλάγματος, αφού η Τουρκία είχε απορρίψει την έκθεση Πλάζα. Η Ελλάδα συνεπώς αποφάσισε να αφήσει ανεκμετάλλευτο το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης και να δώσει προτεραιότητα στην ανάπτυξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Από την άλλη, η κυπριακή κυβέρνηση δεν επιθυμούσε την έναρξη ενός τέτοιου διαλόγου, υποστηρίζοντας ότι θα ενέπλεκε το Κυπριακό στις ελληνοτουρκικές διαφορές και αντιθέσεις, θα το αποδιεθνοποιούσε και θα έδινε την ευκαιρία στην Τουρκία να επιβάλει τη δική της πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, αποδέχτηκε τελικά την ιδέα του ελληνοτουρκικού διαλόγου κάτω από την πίεση των γεγονότων, υπό τον όρο ότι σκοπός των διαπραγματεύσεων θα ήταν αποκλειστικά και μόνο η ένωση και με τη διευκρίνιση ότι ποτέ δεν θα δεχόταν την παραχώρηση βάσης στην Κύπρο ή οποιουδήποτε άλλου ανταλλάγματος στην Τουρκία.
Εν τω μεταξύ η σαφής υποστήριξη της κυβέρνησης Στ. Στεφανόπουλου προς τον Γρίβα και η ανάθεση σ’ αυτόν στις 9 Μαρτίου του 1966 της διοίκησης όλων των στρατιωτικών δυνάμεων, που βρίσκονταν στο νησί όχι μόνο σε καιρό πολέμου αλλά και σε καιρό ειρήνης, ήταν η αιτία μιας ακόμη κρίσης στις σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας. Ως γενικός διοικητής των δυνάμεων ο Γρίβας θα ήταν υπόλογος όχι έναντι του ελληνοκυπριακού υπουργείου Αμυνας, αλλά έναντι του υπουργείου Εθνικής Αμυνας της Ελλάδας. Η απόφαση του Μαρτίου εξόργισε τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος στις 16 Μαρτίου 1966 έγραφε στην ελληνική κυβέρνηση: «…Γνωρίζω, όμως, καλώς τα ελατήρια και τας παρασκηνιακάς ενεργείας, αίτινες ωδήγησαν εις την απόφασιν ταύτην. [...] Δικαίωμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως είναι να αναθέση εις τον Στρατηγόν Γρίβαν την Διοίκησιν των εξ Ελλάδος Δυνάμεων εν Κύπρω, αντιτίθεμαι όμως απολύτως ως προς την εις αυτόν ανάθεσιν της Κυπριακής Εθνικής Φρουράς, της οποίας την Διοίκησιν μετά των εξ Ελλάδος Δυνάμεων θα ανελάμβανεν αυτομάτως, βάσει των κατά το 1964 ληφθεισών αποφάσεων, καθιστάμενος Αρχιστράτηγος και έχων την όλην ευθύνην των επιχειρήσεων εις περίπτωσιν Τουρκικής αποβάσεως».
Η άφιξη του οπλισμού προκαλεί ρήξη
Την προδιαγραφόμενη ολική ρήξη μεταξύ Αθηνών-Λευκωσίας σκιαγραφούσε λίγους μήνες αργότερα και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1966, η άφιξη στην Κύπρο φορτίου τσεχοσλοβακικών όπλων. Τα όπλα είχαν παραγγελθεί από την κυπριακή κυβέρνηση για την ενίσχυση της κυπριακής αστυνομίας, ώστε η τελευταία να μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά σε περίπτωση πραξικοπήματος. H άφιξη του πρώτου οπλισμού (29 Νοεμβρίου 1966) έγινε αμέσως γνωστή στις υπηρεσίες αντικατασκοπείας της Εθνικής Φρουράς, επειδή ένα από τα κιβώτια έσπασε κατά την εκφόρτωσή του στο λιμάνι της Λεμεσού και αποκαλύφθηκε το περιεχόμενό του. Η είδηση μεταφέρθηκε αστραπιαία στην Αθήνα και θορύβησε τον πρωθυπουργό Στεφανόπουλο και τον Γρίβα που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα.
Τόσο ο στρατηγός όσο και η ελληνική κυβέρνηση ήταν πεπεισμένοι ότι η άφιξη του οπλισμού ήταν μία απόπειρα του Μακαρίου να οργανώσει παραστρατιωτική δύναμη, που να ελέγχει ο ίδιος σε αντιστάθμισμα της Εθνικής Φρουράς, που ελεγχόταν πλέον από την Αθήνα. Εγραφε σχετικά ο στρατηγός στην ελληνική κυβέρνηση, σκοπός του Μακαρίου ήταν «...να δημιουργήση στρατόν ιδικόν του ο οποίος να πειθαρχή απολύτως εις τούτον. Τοιούτος στρατός θα είναι η Αστυνομία», ενώ σε άλλο σημείο της επιστολής του προς τον Ελληνα πρωθυπουργό ανέφερε: «Ο Αρχιεπίσκοπος κατέστη θρασύτερος, εξικνουμένης της θρασύτητός του μέχρι τοιούτου σημείου ώστε, περιφρονών τους πάντας, και δι’ εξυπηρέτησιν ιδικών του σκοπών να εισαγάγη οπλισμόν εκ χώρας του παραπετάσματος, αδιαφορών διά τας σοβαράς συνεπείας της τοιαύτης πράξεώς του τόσον από διεθνούς απόψεως, όσον και έναντι του διεξαγόμενου Ελληνοτουρκικού διαλόγου».
Ο Μακάριος από την άλλη ισχυρίστηκε ότι μοναδικός στόχος του ήταν ο εξοπλισμός της Αστυνομίας. Οι σχέσεις Αθηνών-Λευκωσίας περνούσαν ακόμη μια κρίση. Η Αθήνα απαίτησε την παράδοση του οπλισμού και τη φύλαξή του από την Εθνική Φρουρά, κάτι που συνάντησε την πεισματώδη άρνηση του Μακαρίου. Ειδικά ο ναύαρχος Ι. Τούμπας, υπουργός Εξωτερικών, θεώρησε την άφιξη βόμβα στα θεμέλια του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Εντονη σε κάθε περίπτωση υπήρξε και η αντίδραση της Τουρκίας, η οποία ζήτησε επιτακτικά την παράδοση του οπλισμού, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα εισήγε όπλα για την ΤΟΥΡΔΥΚ και μέσω της τελευταίας θα τα διένεμε στους Τουρκοκυπρίους. Το όλο θέμα πήρε τεράστιες διαστάσεις και στον ελληνικό, κυπριακό και τουρκικό Τύπο.
Προμήνυμα δραματικών εξελίξεων
Σε ένα τέτοιο κλίμα, η ελληνική αντιπροσωπεία που μετείχε στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1966 προσπάθησε να βρει μια λύση. Τα όπλα τελικά, κατόπιν και των έντονων τουρκικών διαμαρτυριών, παραδόθηκαν στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Συγκεκριμένα, ο Μακάριος υποχώρησε στις πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης όταν ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών με ωμό τελεσίγραφο απείλησε τον Αρχιεπίσκοπο ότι θα διέτασσε ανάκληση του Ελληνα πρέσβη από τη Λευκωσία στην Αθήνα. Την ίδια στιγμή η ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, μετά την άρση της υποστήριξης που της παρείχε η ΕΡΕ, διέκοψε προσωρινά τον ελληνοτουρκικό διάλογο και απέτρεψε το δραματικό ενδεχόμενο μιας μετωπικής ρήξης με τον Μακάριο. Το επεισόδιο των τσεχοσλοβακικών όπλων κατέδειξε ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα να οριοθετεί τις κινήσεις του Μακαρίου, τουλάχιστον στο στρατιωτικό πεδίο, πράγμα που της επέτρεπε να προωθεί μία απευθείας συνεννόηση με την Τουρκία. Την ίδια στιγμή το επεισόδιο φανέρωνε και τη δυνατότητα –κυρίως λόγω του Ψυχρού Πολέμου– του Μακαρίου να προβαίνει σε κινήσεις που έφερναν σε οριακό σημείο τις σχέσεις του με την Αθήνα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κρίση των τσεχοσλοβακικών όπλων βάθυνε ακόμη περισσότερο τη ρωγμή στις σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας. Οχι μόνο αυτό αλλά και η «τελική στροφή» στη ρήξη Μακαρίου - Γρίβα λίγο πριν από την αποχώρηση του τελευταίου τον Νοέμβριο του 1967 προμήνυε έντονες εξελίξεις. Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν δραματικά.

*Ο κ. Αγγελος Χρυσοστόμου είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

(Στην φωτογραφία: Από τις συγκρούσεις στην έναρξη της δεύτερης κυπριακής κρίσης, τέλη 1963 - αρχές 1964. Η κρίση στο Κυπριακό μοιραία συνεπαγόταν ότι τα ζητήματα που σχετίζονταν με προμήθεια οπλισμού αποκτούσαν υπαρξιακή σημασία)