Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Ανάλυση του Ν. Μαραντζίδη της νέας διπλής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ


Η νέα διπλή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ
ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ
Ο​​κτώ μήνες μετά τις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου και δεκαέξι μήνες στην εξουσία συνολικά, η κυβερνώσα αριστερά βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Τα σκισμένα μνημόνια και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης έχουν πάει πια στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας. Η διαπραγμάτευση κατέληξε σε μια σειρά μέτρων, που ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητάς τους –εξάλλου, αυτό θα φανεί αργότερα– χαρακτηρίζονται από τον υφεσιακό και μη δημοφιλή χαρακτήρα τους.
Η κοινωνία δυσανασχετεί. Οι έρευνες κοινής γνώμης αναδεικνύουν μερικές βασικές σταθερές: α) Οι πολίτες δεν συμφωνούν με τα ψηφισμένα μέτρα και θεωρούν πως κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση, β) εκτιμούν πως η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν ανταποκρίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, στις προσδοκίες τους, γ) η απαισιοδοξία για το μέλλον έχει σχεδόν κυριέψει τους πάντες, δ) ως αποτέλεσμα των παραπάνω η δημοτικότητα της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού είναι σε χαμηλά επίπεδα και ε) η αξιωματική αντιπολίτευση εμφανίζεται δημοσκοπικά κυρίαρχη εδώ και μερικούς μήνες.
Οσοι εκτιμούσαν πως πάμε για πρόωρες εκλογές μέσα στο καλοκαίρι έκαναν λάθος. Ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει σαφώς πως επιδιώκει να κερδίσει πολιτικό χρόνο. Με τις κινήσεις και τις αποφάσεις του θέλει να επεκτείνει τον χρόνο διακυβέρνησης και να μεταφέρει τις επόμενες εκλογές όσο πιο μακριά γίνεται.
Ο στόχος του Τσίπρα είναι διπλός. Από τη μία, ελπίζει να εκμεταλλευτεί μια ευνοϊκότερη οικονομική συγκυρία στο μέλλον (οι εκτιμήσεις περί ανάπτυξης το 2017 παίζουν σημαντικό ρόλο στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς) που θα του επιτρέψει να σχηματοποιήσει ένα νέο αφήγημα, ένα αριστερό «success story», που το έχουν απόλυτη ανάγκη οι βουλευτές και τα στελέχη του κόμματος. Από την άλλη, παραμένοντας για χρόνια στη διακυβέρνηση επιδιώκει να εδραιωθεί στη συνείδηση των πολιτών ως κόμμα εξουσίας και όχι ως μια επιτυχημένη εκδοχή κόμματος διαμαρτυρίας. Γιατί, εντέλει, αυτό που προβληματίζει και αγχώνει την κυβερνητική ομάδα δεν είναι τόσο μια εκλογική ήττα στο μέλλον, αλλά ο φόβος της επιστροφής στην πολιτική ασημαντότητα και την περιθωριοποίηση.
Με βάση την παραπάνω οπτική ο ΣΥΡΙΖΑ χαράζει μια στρατηγική, που όπως λένε και στο ποδόσφαιρο, πηγαίνει για δύο αποτελέσματα. Ο πρώτος στόχος είναι η νίκη στις επόμενες εκλογές. Αυτονόητη στρατηγική για κάθε μεγάλο κόμμα παντού στον κόσμο, μόνο που οι προοπτικές δεν είναι πάντοτε ευοίωνες, ειδικά τώρα που η κομματική βάση του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει «παραζαλισμένη» και απογοητευμένη από τις συνεχείς και απότομες μνημονιακές στροφές της κυβέρνησης όλο το προηγούμενο διάστημα. Σε αυτήν τη φάση, ο κίνδυνος για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν προέρχεται τόσο από την εγκατάλειψη του κόμματος από τους ψηφοφόρους του, όσο από τη σιωπή τους. Από το γεγονός, δηλαδή, πως οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ ακόμη κι αν κατανοούν την ανάγκη αυτής της κυβερνητικής στροφής, δυσκολεύονται τόσο ηθικά όσο και πολιτικά να την υπερασπιστούν στους διπλανούς τους. Η σιωπή αυτή, που αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, μπορεί πάντως να αποδειχθεί σωτήρια και νικηφόρα για τον ΣΥΡΙΖΑ, αν τα βασικά μεγέθη της οικονομίας βελτιωθούν και φτιαχτεί ένα νέο αφήγημα που θα καταφέρει να επανασυσπειρώσει τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλά «αν» θα πείτε, και δικαιολογημένα. Πρόκειται για ένα δύσκολο έργο, καθώς όσο περισσότερο παγιώνεται η δημοσκοπική πρωτιά της Ν.Δ., τόσο πιο δύσκολη γίνεται η ανατροπή της. Σπανίως ένα κόμμα που είναι πρώτο στις δημοσκοπήσεις για πολύ καιρό (περισσότερο από ένα χρόνο) χάνει τις εκλογές λόγω της δυναμικής της εκλογικής καμπάνιας.
Η δεύτερη στρατηγική σχετίζεται με την επιδίωξη ενός υπο-βέλτιστου στόχου, που δεν είναι άλλος από την ήττα με σχετικά μικρή διαφορά και με το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό (ας πούμε πέριξ του 30%). Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ έστω και ως δεύτερο κόμμα θα έχει πετύχει, πρώτον, να καθιερωθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή ως κόμμα εξουσίας και όχι ως «κόμμα μετάβασης» και, δεύτερον, μετακινούμενος, εκ των πραγμάτων, προς το κέντρο θα γίνει το νέο μεγάλο κόμμα της Κεντροαριστεράς περιθωριοποιώντας πολιτικά και εκλογικά άλλα κόμματα του χώρου αυτού.
Η «υποβέλτιστη στρατηγική» μπορεί να πάρει σάρκα και οστά με την ψήφιση ενός νέου εκλογικού νόμου, που θα είναι αναλογικότερος και θα μπορεί να διαμορφώσει πλειοψηφίες στη Βουλή χωρίς τη συμμετοχή απαραίτητα του πρώτου κόμματος. Με απλά λόγια, σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμη κι αν η Ν.Δ. είναι πρώτη αλλά χωρίς αυτοδυναμία, θα δυσκολευτεί να βρει άλλα κόμματα προκειμένου να συγκροτήσει κυβέρνηση συνεργασίας. Το φάντασμα της Πορτογαλίας, όπου το πρώτο κόμμα είναι εκτός κυβέρνησης, μπορεί να πλανάται και πάνω από τη χώρα μας.
Συμπερασματικά, ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να παραμείνει όσο μπορεί περισσότερο στην εξουσία γιατί έτσι αυξάνει τις πιθανότητές του να παγιωθεί ως ένας από τους κύριους παίκτες του κομματικού συστήματος, ακόμη κι αν χάσει τις επόμενες εκλογές. Αυτό για ένα κόμμα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια κινούνταν στη σφαίρα του 3% μπορεί να θεωρηθεί κάτι παραπάνω από επιτυχία.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.