Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Ιστορικό άρθρο για τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι


Η δολοφονία του προέδρου Κένεντι
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Η δολοφονία του προέδρου Τζον Φ. Κένεντι στις 22 Νοεμβρίου 1963 συγκλόνισε την αμερικανική κοινωνία και ευρύτερα την παγκόσμια κοινή γνώμη. Ο Κένεντι υπήρξε ο νεότερος εκλεγμένος πρόεδρος στην αμερικανική ιστορία.
«Ο δαυλός περνάει σε μια νέα γενιά, γεννημένη σε αυτόν τον αιώνα», είχε δηλώσει στην εναρκτήρια ομιλία της προεδρίας του τον Ιανουάριο του 1961. Η μετεωρική άνοδός του σε νεαρή ηλικία έκανε ισχυρότερο το σοκ που προκάλεσε ο απότομος τερματισμός της χαρισματικής πορείας του. Η δολοφονία του προέδρου της ισχυρότερης δημοκρατίας στην υφήλιο ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει ένταση της ανασφάλειας σε όλο τον δυτικό κόσμο: αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν δυνατόν να δολοφονηθεί, πώς μπορούσε η ίδια η δημοκρατία να είναι ασφαλής; Και, ακόμη περισσότερο, η δολοφονία ενός ηγέτη νέου, απαστράπτοντος, που είχε ενσαρκώσει την ελπίδα για μια δημιουργική αναμόρφωση της Δύσης κατά τις επιταγές της ανερχόμενης μεταπολεμικής γενιάς, άφηνε ένα ευδιάκριτο κενό στη δυτική πολιτική. Είναι ενδεικτικό του σοκ που προκάλεσε η δολοφονία ότι, δεκαετίες αργότερα, πολλοί Αμερικανοί θυμούνταν με λεπτομέρειες την ώρα κατά την οποία έμαθαν τον θάνατό του. Η συζήτηση για το «ποιος σκότωσε τον Κένεντι» συνεχίστηκε, και συνεχίζεται ακόμη, στις ΗΠΑ.
Εξωτερικές προκλήσεις και η κουβανική εμπλοκή
Πίσω από τη λαμπρή εικόνα του ωστόσο ο Κένεντι είχε εμπλακεί σε σκληρές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Στην εξωτερική πολιτική είχε μεν ξεκινήσει μια αισιόδοξη μεταρρυθμιστική προσπάθεια ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού των χωρών του Τρίτου Κόσμου, ώστε να μην είναι ευάλωτες στις σειρήνες των μαρξιστικών κομμάτων. Οι ΗΠΑ υποσχέθηκαν στο πλαίσιο αυτό να δώσουν δεκαετές πακέτο βοήθειας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων στα 20 κράτη της Λατινικής Αμερικής που υπέγραψαν τη διακήρυξη της Punta del Este το 1961, τα οποία δεσμεύθηκαν να υλοποιήσουν δημοκρατικές, αναπτυξιακές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Στο Νότιο Βιετνάμ ωστόσο ενεπλάκη στο πλευρό ενός καθεστώτος ανίκανου να υλοποιήσει σοβαρές μεταρρυθμίσεις.
Εναντι της Κούβας επίσης ο Κένεντι έδειξε τη λιγότερο ελκυστική πλευρά του. Δεν ευθυνόταν αποκλειστικά για το φιάσκο του Κόλπου των Χοίρων, την αποτυχημένη επιχείρηση της CIA να ανατρέψει τον Κάστρο μέσω εισβολής οπλισμένων εξόριστων Κουβανών – το σχέδιο είχε δρομολογηθεί επί προεδρίας Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, του προκατόχου του. Στη συνέχεια όμως ο πρόεδρος Κένεντι και ο αδελφός και στενότερος σύμβουλός του Ρόμπερτ Κένεντι, υπουργός Δικαιοσύνης, ήταν αποφασισμένοι στον βαθμό της έμμονης ιδέας να ανατρέψουν τον Κάστρο.
Τον Νοέμβριο 1961 ξεκίνησαν την επιχείρηση Mongoose της CIA, που σύμφωνα με έναν υπολογισμό συμπεριέλαβε 33 απόπειρες δολοφονίας του Κάστρο, καθώς και άλλα καλυμμένα σχήματα για την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος του. Στο πλαίσιο της επιχείρησης, οι δύο Κένεντι δέσμευσαν στο Μαϊάμι 400 αξιωματούχους της CIA, 2.000 Κουβανούς πράκτορες και ετήσιο προϋπολογισμό 50 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Ρόμπερτ Κένεντι ασκούσε την εποπτεία της επιχείρησης, αν και δεν ήταν καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός. Δεν θα ήταν παράλογο ο Κάστρο να επιδίωκε να ανταποδώσει τις επιθέσεις.
Οι εσωτερικές εντάσεις
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ ο Κένεντι είχε να αντιμετωπίσει το μεγάλο ρήγμα στο Δημοκρατικό Κόμμα μεταξύ αφενός των μαύρων και των κεντροαριστερών φιλελεύθερων υποστηρικτών των πολιτικών δικαιωμάτων τους και αφετέρου του ρατσιστικού και μέχρι πρόσφατα μονολιθικά δημοκρατικού Νότου. Στις νότιες πολιτείες είχε θεσμοθετηθεί από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα ένα σύστημα φυλετικού διαχωρισμού σε κάθε δημόσιο χώρο. Επιπλέον με αντισυνταγματικά τεχνάσματα οι νότιες πολιτείες είχαν ουσιαστικά στερήσει από τους μαύρους πολίτες τους το δικαίωμα του εκλέγειν (το εκλέγεσθαι ήταν εντελώς αδιανόητο).
Στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1960 ο Κένεντι είχε υπερισχύσει έναντι του Ρίτσαρντ Νίξον οριακά – πήρε 49,7% έναντι 49,6% της λαϊκής ψήφου. Δεν θα είχε εκλεγεί αν δεν είχε με το μέρος του τόσο τους μαύρους και τους κεντροαριστερούς φιλελεύθερους όσο και τη μεγάλη πλειοψηφία των λευκών του Νότου. Ως εκ τούτου κατά τα πρώτα δύο χρόνια της προεδρίας του αρνήθηκε να πάρει το μέρος κάποιας από τις δύο πλευρές, που κινητοποιούνταν η μία ενάντια στην άλλη.
Το 1963 ο Κένεντι άλλαξε στάση και πρότεινε στο Κογκρέσο νομοσχέδιο υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων, που θα καταργούσε τις θεσμοθετημένες διακρίσεις εναντίον τους στις πολιτείες του Νότου.
Πολλοί λευκοί στον Νότο αισθάνθηκαν προδομένοι από τον πρόεδρο που είχαν ψηφίσει. Σε εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς του αμερικανικού Νότου, σχολιαστές εξέφραζαν οργή και μίσος ενάντια στον Κένεντι, ο οποίος απειλούσε ρατσιστικές αντιλήψεις αιώνων, στηριγμένες ακόμα και σε στρεβλές και αντιχριστιανικές αναγνώσεις αποσπασμάτων της Βίβλου. Δεν θα ήταν αδιανόητο να σχεδιάσει ένας νότιος ρατσιστής ακραίες πράξεις ενάντια στον Κένεντι, βλέποντας τη ρατσιστική κοσμοθεωρία του να απειλείται.
Ποιος ήταν τελικά ο δολοφόνος;
Για να κατευνάσει τα πνεύματα, ο Κένεντι αποφάσισε στα μέσα Νοεμβρίου 1963 να περιοδεύσει στον Νότο. Τον συνόδευσε ο αντιπρόεδρος Λίντον Τζόνσον, που ήταν από την πολιτεία του Τέξας και επομένως λειτουργούσε ως γέφυρα της κυβέρνησης Κένεντι προς τον Νότο. Στις 22 Νοεμβρίου η περιοδεία έφερε τον πρόεδρο στην πόλη Ντάλας του Τέξας, την οποία διέσχιζε σε καμπριολέ λιμουζίνα μαζί με τη σύζυγό του, Τζάκι, και τον κυβερνήτη του Τέξας, Τζον Κόναλι –ο αντιπρόεδρος Τζόνσον ήταν σε ξεχωριστή λιμουζίνα– όταν δολοφονήθηκε στις 12.30 το μεσημέρι.
Μέσα σε ώρες το FBI είχε συλλάβει τον Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ κατηγορώντας τον για τη δολοφονία. Τα στοιχεία εναντίον του δεν ήταν πολύ ισχυρά, σύμφωνα με τηλεφωνική ενημέρωση του διοικητή του FBI Τζ. Εντγκαρ Χούβερ στον νέο πρόεδρο Τζόνσον το πρωί της 23ης Νοεμβρίου (ο Τζόνσον μαγνητοφωνούσε τις τηλεφωνικές συνομιλίες του, στις οποίες έχουν πρόσβαση οι ερευνητές). Στις 24 Νοεμβρίου, όμως, δολοφονήθηκε και ο Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ, προκαλώντας μεγαλύτερη αίσθηση ανασφάλειας στην αμερικανική κοινωνία και τροφοδοτώντας διάφορες θεωρίες συνωμοσίας έκτοτε.
Είναι μάλλον απίθανο να αποκτήσουμε τελεσίδικες αποδείξεις για το ποιος ήταν πίσω από τη δολοφονία του Κένεντι. Σίγουρο είναι ότι ο πρόεδρος Τζόνσον δεν ήθελε οι έρευνες να δείξουν ενοχή είτε του Κάστρο είτε της Σοβιετικής Ενωσης, καθώς φοβόταν ότι αυτό θα προκαλούσε τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Για να αποδυναμώσει τις θεωρίες συνωμοσίας που κυκλοφορούσαν, όρισε ειδική επιτροπή εξέτασης της δολοφονίας με επικεφαλής τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, Ερλ Ουόρεν και μέλη προσωπικότητες υψηλού εθνικού κύρους. Παρασκηνιακά τους παραίνεσε να μην κινηθούν στην κατεύθυνση ενοχής του Κάστρο ή του Σοβιετικού ηγέτη Νικίτα Χρουστσόφ. Το FBI και η επιτροπή Ουόρεν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ ήταν ένοχος και ενήργησε μόνος.
Το πόρισμα έχει έκτοτε αμφισβητηθεί, τουλάχιστον όσον αφορά το συμπέρασμα ότι ο Οσβαλντ ενήργησε μόνος. Η λιγότερο πιθανή θεωρία είναι ότι πίσω από τη δολοφονία του Κένεντι ήταν ο αντιπρόεδρος Τζόνσον (μη συγχέουμε την πραγματική αμερικανική πολιτική με την τηλεοπτική σειρά «House of Cards»). Ο ίδιος ο Τζόνσον υποψιαζόταν εμπλοκή της Κούβας, κάτι όμως που, όπως αναφέρθηκε, δεν ήθελε να μπει στο επίσημο πόρισμα. Πιο ικανοποιητική απάντηση στο συγκεκριμένο μυστήριο δεν μπορεί να δοθεί με τα σήμερα διαθέσιμα δεδομένα.

* Ο καθηγητής Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.