Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Άρθρο του Στ. Κασιμάτη αν τέτοιους πολιτικούς θέλουμε


Τέτοιους θέλουμε;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
Ακούγεται αστείο, επειδή είναι αστείο: η κ. Γεροβασίλη μας διαβεβαίωσε, προχθές από την τηλεόραση, ότι αυτή η κυβέρνηση στηρίζει την… επιχειρηματικότητα. Να αναφωνήσω «μπράβο» ή να χειροκροτήσω; Τίποτε από τα δύο, φυσικά· απλώς διερωτώμαι γιατί τότε ποινικοποιεί την επιχειρηματικότητα στο πεδίο της πολιτικής ή, μάλλον, γιατί αποπειράται (είναι βέβαιο ότι δεν θα το κατορθώσει) να την ποινικοποιήσει με τη γνωστή τροπολογία, που απαγορεύει ολοκληρωτικά την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στους πολιτικούς και τα μέλη των οικογενειών τους.
Καθόλου αστείος, ωστόσο, δεν ήταν ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση εισήγαγε την ολική απαγόρευση: όπως ο σουλτάνος, επειδή εκνευρίστηκε, τραβάει το γιαταγάνι και «χραπ» πάει το κεφάλι του τύπου που τον εκνεύρισε. Είναι ασόβαρο μεν, αλλά είναι και τρομακτικό να παραδέχεται απεριφράστως ο πρωθυπουργός «το κάνουμε με απόλυτο τρόπο, κάποιοι θα πουν με τρόπο υπερβολικό» και να δικαιολογεί την υπερβολή επειδή έχει θιγεί, εξαιτίας της «λάσπης και χυδαιότητας» της αντιπολίτευσης. Εδώ το θέμα δεν είναι η οίηση. (Εκείνη η άγνωστη λέξη που είχε ταλαιπωρήσει τον πρωθυπουργό στη Βουλή, αν θυμάστε...). Δεν αφορά το πρόσωπο του πρωθυπουργού, ώστε να του συγχωρείται αν θυμώσει και αντιδράσει σαν κακομαθημένο παιδί. Στην περίπτωση που μας απασχολεί, το θέμα αφορά βασικά δικαιώματα κατοχυρωμένα στο Σύνταγμα. Υπ’ όψιν, δε, ότι τα μηνύματα που ήδη έρχονται, ανεπισήμως μέχρι τώρα, από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μας προϊδεάζουν για πανευρωπαϊκό ίσως και διεθνή διασυρμό εξαιτίας της απαγόρευσης.
Περιττεύουν, νομίζω, οι ειδικές γνώσεις για να αντιληφθεί ο καθένας ότι η απαγόρευση αυτή ισοδυναμεί, κατά κάποιο τρόπο, με την αφαίρεση από όποιον ασκεί επιχειρηματική δράση του δικαιώματος να πολιτεύεται. Πώς είναι δυνατόν, διερωτώμαι με τον κοινό νου και χωρίς τις ειδικές γνώσεις, η σχέση μεταξύ δύο ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρόμοιας βαρύτητας να είναι διαζευκτική. Γίνεται σε μια υποτίθεται πολιτισμένη και κοινωνικά ανεπτυγμένη χώρα να καλείσαι να επιλέξεις ή την ελευθερία του πολιτεύεσθαι ή την ελευθερία της επαγγελματικής δραστηριότητας; Κατά τη γνώμη μου, δεν γίνεται.
Το μέγα θέμα που ανέδειξε η κρίση –όχι ότι μας κατέπληξε, αλλά το προτιμούσαμε χωμένο κάτω από το χαλί– ήταν η νοοτροπία που αποκτήσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια: η εξάρτηση από το κράτος και η αποενοχοποίηση της «ήσσονος προσπαθείας», όπως μάθαμε να λέμε κομψά την οκνηρία. Αυτή τη νοοτροπία, λοιπόν, που αναδείχθηκε ως το μεγαλύτερο εμπόδιο σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια των τελευταίων δεκαετιών (από τις ιδιωτικοποιήσεις του Κων. Μητσοτάκη και το ασφαλιστικό των Σημίτη-Γιαννίτση μέχρι τα Μνημόνια), έρχεται τώρα η κυβέρνηση του εθνολαϊκισμού να τη θεσμοθετήσει. Περί αυτού πρόκειται, μη γελιόμαστε.
Δεν είναι απλώς μια εκδικητική αντίδραση που ισοπεδώνει τη συζήτηση και εξορίζει την επιχειρηματικότητα από την πολιτική. Είναι μία έμμεση διάκριση υπέρ του είδους του «προοδευτικού» πολιτικού που παρήγαγε σε βιομηχανική κλίμακα η εποχή της Μεταπολίτευσης στην ωριμότητά της: καταλήψεις, αμφιθέατρο, φραπές, καφενείο, Δημόσιο, συνδικαλισμός. Αφήνει, παρ’ όλα αυτά, και ένα παραθυράκι για κάποιους ακόμη: εκείνους που ο μπαμπάς τους άσκησε επιτυχώς κάποια χυδαία και επονείδιστη επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία σήμερα δεν θα τους αφαιρούσε το δικαίωμα του πολιτεύεσθαι, ώστε οι ίδιοι να ζουν σήμερα με την ασφάλεια του κληρονομημένου πλούτου κατά προτίμηση στο εξωτερικό. Και το χειρότερο; Να πολιτεύονται με την επιπολαιότητα που συνήθως παράγεται όταν η ιδεοληψία και η ασφάλεια που προσφέρει ο πλούτος συναντώνται στο ίδιο πρόσωπο. Τέτοιους πολιτικούς θέλουμε;
Πολύ λυπάμαι, αλλά έτσι φαίνεται. Τέτοιους θέλουμε, αν κρίνω από την αντίδραση της αντιπολίτευσης γενικώς. Διότι ποιος θα υπερασπισθεί τώρα θέσεις παρόμοιες με τις παραπάνω: εκείνοι που απεχώρησαν ή οι άλλοι που υπερψήφισαν; Η αποχώρηση της Νέας Δημοκρατίας ήταν λάθος και αυτό ήδη αναγνωρίζεται, ευσχήμως, από στελέχη της όπως ο Α. Γεωργιάδης και ο Γ. Κουμουτσάκος. Ευτυχώς, οι εντυπώσεις απαλύνονται κάπως από το ακόμη μεγαλύτερο λάθος των άλλων αντιπολιτευομένων κομμάτων του αστικού τόξου, που υπερψήφισαν. Ηταν αποκαρδιωτικό, λ.χ., να ακούς τον κ. Φωτήλα από το Ποτάμι να παραδέχεται σε συνέντευξή του και μάλιστα με ένα ανοίκειο μείγμα κυνισμού και ελαφρότητας στο ύφος του: «ψηφίσαμε για επικοινωνιακούς λόγους».
Είναι παρήγορο, πάντως, ότι το λάθος αναγνωρίσθηκε γρήγορα από τη Ν.Δ., γιατί συνήθως οι άνθρωποι αναγνωρίζουμε τα λάθη μας όταν αποφασίζουμε να τα διορθώσουμε – ειδάλλως, τι νόημα έχει; Η εμπειρία της προηγούμενης ηγεσίας ίσως έχει διδάξει στους σημερινούς ιθύνοντες πόσο ακριβό είναι το κόστος της επιμονής στα λάθη, είτε τακτικής είτε στρατηγικής. Ολοι θυμόμαστε πόσο το πλήρωσε η τελευταία αστική κυβέρνηση. Αναγνωρίζω και τιμώ αυτό που πέτυχε ο Αντώνης Σαμαράς για τη χώρα: την έφερε στο παραλίγο της λύτρωσης. Αλλά με τι κόπο, τι καθυστέρηση και τι φθορά, για την κυβέρνησή του και τον ίδιο.
Μια ιδέα, λοιπόν, αν η αξιωματική αντιπολίτευση σκοπεύει να αγωνιστεί για να μην περισταλεί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι επί τη βάσει του επαγγέλματος, θα ήταν η Ν.Δ. επισήμως να προσβάλει την επίμαχη ρύθμιση στα δικαστήρια, γιατί όχι μάλιστα με ενάγοντα προσωπικώς τον αρχηγό του κόμματος. Θα ανεχθούν την αναίδεια του πρωθυπουργού, που αναρωτήθηκε απειλητικά από το βήμα της Βουλής ποιος θα τολμήσει να προσβάλει τη διάταξη στη Δικαιοσύνη;
Πάντως, ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι εύκολος και, γι’ αυτό η ανυπομονησία, είτε του κόμματος είτε των υποστηρικτών του, δεν βοηθά. Η Νέα Δημοκρατία έχει να φτιάξει μια σοβαρή πρόταση για τη χώρα, που θα πείσει και εμάς μέσα όσο και τους άλλους έξω. Εχει, επίσης, να αντιμετωπίσει πονηρούς αντιπερισπασμούς και οξείες προκλήσεις από την κυβέρνηση, όπως ο εξοβελισμός της επιχειρηματικότητας από την πολιτική. Πρέπει να κάνει και τα δύο αυτά συγχρόνως και πρέπει, επίσης, να πετύχει και στα δύο. Στην αντίθετη περίπτωση, ο εθνολαϊκισμός δεν έχει αντίπαλο και αλωνίζει ελεύθερα...