Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Yolo Σιμεόνε από τον απολαυστικό Κ. Βαϊμάκη


Yolo Σιμεόνε
Γράφει ο Κώστας Βαϊμάκης
(Πηγή : http://www.koolnews.gr/)
Κράξε όσο θέλεις την Ατλέτικο. Τον Σιμεόνε. Την αμυντική προσήλωση. Τον τσαμπουκά των παικτών της. Το θέαμα που (δεν) προσφέρει. Πες ό,τι θες αν είσαι Άγγλος, Ισπανός, Γερμανός, Ολλανδός, αν έχεις μάθει να βλέπεις μπάλα υψηλού επιπέδου από την ομάδα σου ή από την Εθνική σου.
Όχι αν είσαι Έλληνας και παρακολουθείς Σούπερ Λίγκα. Και ειδικά όχι αν είσαι Έλληνας και πανηγύριζες σαν αφιονισμένος την κατάκτηση του Euro 2004, που ήρθε με το μεγαλύτερο αντι-ποδόσφαιρο που έγινε ποτέ.
Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι: το Euro του 2004 το πανηγύρισα με την ψυχή μου. Μέχρι πρωίας. Όχι για την ποιότητα του θεάματος φυσικά, αλλά για το αποτέλεσμα. Για την έκπληξη. Για την τεράστια επιτυχία της μικρής ομάδας που κατάπιε στη διαδρομή όλα τα μεγαθήρια. Για τη νίκη στην πρεμιέρα και τον τελικό επί της οικοδέσποινας. Αλλά εκείνο το καλοκαίρι, κανένας Έλληνας δεν πανηγύρισε γι' αυτό που είδε, από άποψη μπάλας. Και ακριβώς αυτός ήταν και ο λόγος που μας έκραζαν αρκετοί ξένοι, που μίλησαν για πούλμαν, ταμπούρια και καταστροφικό θέαμα.
Ήταν τότε που απαντούσαμε «ξιδάκι». Δεν μας ένοιαζε και αν θέλετε τη γνώμη μου, καλώς δεν μας ένοιαζε: αυτό μπορούσαμε, αυτό μας επέτρεπε η φιλοσοφία μας και η ποιότητα του ρόστερ μας και αυτό ακριβώς κάναμε, με προσήλωση και θρησκευτική ευλάβεια. Το κάναμε τέλεια από την αρχή μέχρι το τέλος, ήμασταν αποτελεσματικοί και ήμασταν και όσο τυχεροί έπρεπε, ήμασταν λεβέντες και γεμάτοι αυταπάρνηση, πάθος και τσαμπουκά και φτάσαμε στην κορυφή του βουνού. Ας πρόσεχαν οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί και οι Τσέχοι και οι Γάλλοι, δικό τους ήταν το πρόβλημα που δεν μας έβαζαν γκολ και όχι δικό μας που δεν το τρώγαμε, αυτοί είχαν τους παιχταράδες και τις ομαδάρες – εμείς κρίναμε ότι έπρεπε να παίξουμε κλεφτοπόλεμο και όχι να βγούμε στο ξέφωτο και να πολεμήσουμε στα ίσια και στα παλικαρίσια απέναντι σε αντιπάλους πολύ καλύτερους.
Αυτός ακριβώς ο Έλληνας, που αποθέωνε την Εθνική του Ρεχάγκελ και τη στρατηγική του, τη σφιχτή άμυνα και το ταμπούρι, τα γκολ που έμπαιναν σχεδόν αποκλειστικά από στημένες μπάλες, είναι ο ίδιος που κράζει σήμερα την Ατλέτικο και τον Σιμεόνε. Όχι όλοι φυσικά, αλλά αρκετοί, που προφανώς δεν πανηγύρισαν το Euro του 2004 και δεν βγήκαν στους δρόμους τότε, αηδιασμένοι από το αποτρόπαιο θέαμα... Που επειδή υποστηρίζουν τη Μπαρτσελόνα, τη Ρεάλ, τη Μπάγερν ή οποιαδήποτε άλλη ομάδα έχει πέσει στα νύχια της Ατλέτικο τα τελευταία χρόνια κι έχει φύγει πιο τραυματισμένη κι από τον Ντι Κάπριο στο Revenant μετά τη μάχη με την αρκούδα, δηλώνουν μεγαλόστομα την απέχθειά τους. Να σας πω κάτι; Κι εγώ Ρεάλ είμαι, δεν είμαι μεγάλος φαν ούτε της Ατλέτικο ούτε του Σιμεόνε, βλέπω την ομάδα μου να υποφέρει τα τελευταία χρόνια όχι για να βάλει γκολ στην Ατλέτικο αλλά για να της κάνει έστω φάση για γκολ, αλλά δεν μπορώ παρά να παραδεχθώ αυτό που έχει δημιουργήσει ο Ντιέγκο Σιμεόνε. Να του βγάλω το καπέλο και να τον χειροκροτήσω. Διότι είναι συνεπές και τίμιο, δεν πλασάρεται για κάτι άλλο, δεν υποσχέθηκε ποτέ γκολ και θέαμα, δεν κατέκρινε ποτέ τον Μουρίνιο ή όποιον άλλον έπαιξε αμυντικά.
Η Ατλέτικο Μαδρίτης είναι αυτό που είναι, χωρίς εκπτώσεις: μια ομάδα του προπονητή της. Ένα μέγεθος πολύ μικρότερο από Ρεάλ και Μπαρτσελόνα, που όμως έχει μπει σφήνα ανάμεσά τους και τους βγάζει τα συκώτια. Μια ομάδα με δυο τελικούς Champions League τα τρία τελευταία χρόνια, με πρωτάθλημα Ισπανίας, με κύπελλο, που είναι ισόβαθμη της Μπαρτσελόνα αυτή τη στιγμή και έναν βαθμό πάνω από τη Ρεάλ, που έχει μέταλλο και και τσαγανό, μας αρέσει – δεν μας αρέσει. Που πέταξε εκτός κατά σειρά Μπαρτσελόνα και Μπάγερν, τα δυο γκράντε φαβορί για την κατάκτηση της μεγάλης κούπας. Και ό,τι και να λένε οι «εχθροί» της, όσο και να τη βρίζουν ή να την περιφρονούν, όση χολή και να στάζουν για το κακό θέαμα, κάποια στιγμή οφείλουμε όλοι να αναγνωρίσουμε ότι την άμυνα αυτή, δεν την παίζει τόσο τέλεια καμία ομάδα στον κόσμο: είναι σαν να βλέπεις ξύλινο ποδοσφαιράκι, όπου όλη η αμυντική γραμμή κινείται ταυτόχρονα, με πλήρη αρμονία και συγχρονισμό, σαν να είναι δεμένοι οι παίκτες με ένα αόρατο σκοινί.
Όσο για τους Τάκηδες Γκώνιες του κόσμου τούτου, το πρόβλημα δεν είναι δικό τους, αλλά αυτών που τους καλούν και κυρίως αυτών που κάθονται και τους ακούνε με την προσδοκία ότι θα μάθουν κάτι ποδοσφαιρικό. Διότι κανονικά, όταν ο Τάκης ο Γκώνιας, επαναλαμβάνω, ο Τάκης ο Γκώνιας, λέει για τον Σιμεόνε ότι κάνει καραγκιοζιλίκια, ότι δεν έχει καμία δουλειά να κάνει την τσιρλίντερ, ότι δεν είναι καθόλου σίγουρος ότι εμπνέει τους παίκτες του και ότι η Ατλέτικο δεν παίζει και τόσο καλή άμυνα επειδή δέχεται πολλές τελικές, τότε η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Αλλά τι να λέμε τώρα; Εδώ ο προφέσσορας Τάκης Γκώνιας, μας είπε ότι η Μπάγερν του Πεπ, στο πρώτο εξάμηνο που την ανέλαβε, έπαιξε καλύτερο και πιο θεαματικό ποδόσφαιρο από τη Μπάρτσα του Πεπ... Κλαίει η μάνα του Πελέ με μαύρο δάκρυ.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, ζούμε στην υπέροχη χώρα, όπου ο Πέτρος Μίχος και ο Τάκης Γκώνιας, με τεράστια προπονητική διαδρομή στις μεγαλύτερες ομάδες του κόσμου (ΝΟΤ), μπορούν να ξεπατώνουν κυριολεκτικά τον Μουρίνιο, τον Γκουαρδιόλα, τον Σιμεόνε, τον Αντσελότι και όποιον άλλον γουστάρουν. Αν θέλετε τη γνώμη μου, ευτυχώς που μπορούν να το κάνουν. Γι' αυτό άλλωστε ζούμε σε μια τόσο υπέροχη χώρα.