Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Άρθρο για την έναρξη του Star Trek


Η έναρξη του Star Trek
ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1966 προβλήθηκε στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο NBC το πρώτο επεισόδιο («The Man Trap») μιας σειράς που θα άφηνε το αποτύπωμά της στην εξέλιξη της επιστημονικής φαντασίας και έμελλε να συνεχιστεί έως τις ημέρες μας.
Παρ’ όλα αυτά, το Star Trek, δημιούργημα του παραγωγού Gene Roddenberry, υπήρξε αρχικά εμπορική αποτυχία. Ενώ προοριζόταν να εκπέμπεται για πέντε χρόνια, κόπηκε το 1969 λόγω χαμηλής τηλεθέασης. Αλλά κατά την επόμενη δεκαετία, η σειρά γνώρισε αναπάντεχη επιτυχία κατά την επαναπροβολή της από περιφερειακούς σταθμούς, ενώ οι θαυμαστές της –κατά κανόνα, ενήλικες νέοι άνθρωποι– κινητοποιούνταν, διοργάνωναν συνέδρια και επιζητούσαν τη συνέχισή της. Το 1977 σχεδιάστηκε μια δεύτερη τηλεοπτική σειρά. Ωστόσο, μετά την τεράστια επιτυχία του «Πολέμου των Αστρων» του George Lucas επιλέχθηκε η μεταφορά της στον κινηματογράφο. Το 1979 κυκλοφόρησε η πρώτη κινηματογραφική ταινία, ενώ το 1987 άρχισε η προβολή στην τηλεόραση της δεύτερης σειράς, Star Trek: The Next Generation. Εως σήμερα, έχουν προβληθεί πέντε τηλεοπτικές σειρές (Star Trek: The Original Series, The Next Generation, Deep Space 9, Star Trek: Voyager και Star Trek: Enterprise), καθώς και 13 κινηματογραφικές ταινίες. Ηδη, προγραμματίζεται η έναρξη μιας νέας τηλεοπτικής σειράς.
Επιστημονική φαντασία με συγκροτημένη άποψη
Αν και ο ρόλος του Roddenberry υπήρξε καταλυτικός έως τον θάνατό του το 1991, το αρχείο του –σήμερα διαθέσιμο– καταδεικνύει ότι η σειρά ήταν αποτέλεσμα συστηματικής ομαδικής εργασίας, που περιλάμβανε ένα επιτελείο βοηθών παραγωγών, όπως οι Gene L. Coon, Robert Justman, John Meredyth Lucas, Dorothy C. Fontana. Αυτοί καθοδηγούσαν τους σκηνοθέτες και τους συγγραφείς των σεναρίων. Στους παράγοντες της σειράς συγκαταλεγόταν επίσης ένας επιστημονικός οργανισμός, η De Forest Research, που προσέφερε συμβουλές επί επιστημονικών ζητημάτων. Αυτά περιλάμβαναν κυρίως θέματα φυσικής και αστροφυσικής, αλλά και ζητήματα ιστορικής ακρίβειας ή ακόμη και πολιτικής θεωρίας. Εντυπωσιάζει ο προσεκτικός συντονισμός πολλών δημιουργών, σε πολλά στάδια της παραγωγής, από την επιλογή της πλοκής κάθε επεισοδίου έως την οριστικοποίηση του σεναρίου και τη δημιουργία του τελικού προϊόντος.
Ενας από τους παράγοντες της μεγάλης του επιτυχίας, υπήρξε το ότι το Star Trek έθιγε μία σειρά κρίσιμων διλημμάτων σε διάφορα επίπεδα – πολιτικό και κοινωνικό, εξωτερική πολιτική, το πρόβλημα της χρήσης βίας και της παρέμβασης σε λιγότερο ανεπτυγμένες κοινωνίες, ζητήματα φύλου, θρησκείας, ψυχολογίας, ιστορίας. Σήμερα, υπάρχει μια αναπτυσσόμενη διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία που ασχολείται με την πραγμάτευση των κοινωνικών προβλημάτων από την επιστημονική φαντασία και ειδικότερα το Star Trek.
Με τέτοιες φιλοδοξίες, το Star Trek δεν ήταν ένα ιδεολογικά «ουδέτερο» έργο. Η διαθέσιμη βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι οι παραγωγοί, ειδικά ο Roddenberry, επιδίωκαν να «εκπαιδεύσουν» το αμερικανικό κοινό και να προβάλουν μια φιλελεύθερη οπτική του κόσμου. Με τον όρο τούτο νοείται τόσο η πολιτική αντίληψη της αμερικανικής Κεντροαριστεράς (αντίθετα, στην Ευρώπη ο όρος διατηρεί τις κεντροδεξιές του συνδηλώσεις), αλλά και η αντίληψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως του πολιτικού/κοινωνικού συστήματος της δυτικής νεωτερικότητας. Με άλλα λόγια, το Star Trek δεν ήταν ένας παθητικός δέκτης/πομπός των λαϊκών προσλήψεων, αλλά και ένα εργαλείο που φιλοδοξούσε να τις διαμορφώσει. Κατά την άποψη του Cass Sunstein (επιφανής Αμερικανός ειδικός του Συνταγματικού Δικαίου, που πρόσφατα δημοσίευσε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία για τον μεγάλο αντίπαλο του Star Trek, τον «Πόλεμο των Αστρων»), αυτό ήταν το στοιχείο που το μετέτρεπε σε έργο με λογοτεχνικές φιλοδοξίες, το οποίο ήγειρε «διαχρονικά ερωτήματα».
Στη γέφυρα του «Enterprise»
Ως πολιτιστικό έργο, το Star Trek δεν μπορούσε παρά να αντανακλά διλήμματα και κοσμοαντιλήψεις της εποχής του. Στη δεκαετία του 1960, η αμερικανική κοινωνία έπρεπε να διαχειριστεί τις πιέσεις του Ψυχρού Πολέμου, τον πόλεμο του Βιετνάμ, ενώ στις ίδιες τις ΗΠΑ εκδηλώνονταν το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων (civil rights movement) και η αδημονία της νέας μεταπολεμικής γενιάς για αλλαγή. Στο πλαίσιο αυτό, ο Roddenberry και το επιτελείο του προέβαλαν στο μέλλον τη φιλελεύθερη πολιτική/κοινωνική ατζέντα της εποχής τους. Η σχετική βιβλιογραφία τονίζει ότι στην έννοια του «New Frontier» του John F. Kennedy βασίστηκε η πασίγνωστη φράση του μότο της σειράς για το Διάστημα ως το «final frontier». Το Star Trek αντανακλούσε, επίσης, την αναζήτηση της κοινωνικής συνοχής, ουσιώδες τμήμα της Great Society του Lyndon Johnson.
Το αίτημα για μια νέα συνοχή μέσω της αποδοχής της πολυμορφίας εμφανίστηκε στη γέφυρα του αστροπλοίου «Enterprise» ως εκδοχή του μέλλοντος. Το σκάφος ανήκει σε ένα κράτος που αρχικά ονομάζεται United Earth και κατόπιν United Federation of Planets, στο οποίο δεν υφίσταται οποιαδήποτε διάκριση στη βάση της φυλής, του γένους ή της θρησκείας. Ως ομοσπονδία (όχι «αυτοκρατορία») η UFP σέβεται την ταυτότητα των μελών και των πολιτών της. Οι οδηγίες προς τους συγγραφείς τόνιζαν ότι το πλήρωμα είναι «διεθνές, εντελώς διαφυλετικό», ενώ ρητά σημειωνόταν ότι το ένα τρίτο του είναι γυναίκες. Στη γέφυρα του «Enterprise» εμφανίζονται ο πλοίαρχος James T. Kirk (William Shatner), ο αρχίατρος Leonard «Bones» McCoy (DeForest Kelley), αλλά και ο Σούλου, ασιατικής καταγωγής (George Takei), ο νεαρός Ρώσος Πάβελ Τσέκοφ (Walter Koenig), ο Σκωτσέζος Montgomery Scott («Scotty» – James Doohan) και ένας εξωγήινος ή τουλάχιστον μισός γήινος, o κ. Σποκ (Leonard Nimoy), μέλος ενός λαού, των Βουλκάνιων, που έχουν καταστείλει τα συναισθήματά τους και ακολουθούν μια «καθαρή» λογική. Σημαντική είναι η παρουσία μιας μαύρης γυναίκας, της υποπλοιάρχου Ουχούρα (Nichelle Nichols). Η υποπλοίαρχος δεν είναι Αφροαμερικανή, αλλά Αφρικανή, κάτι που παραπέμπει σε μια αναβαθμισμένη θέση της ηπείρου αυτής στη Γη του μέλλοντος. Αντίστοιχα, ο χαρακτήρας του Τσέκοφ ήταν μια τολμηρή επινόηση στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, που παραπέμπει σε μια μελλοντική συμφιλίωση της Δύσης με τη Σοβιετική Ενωση. Η ύπαρξη μιας Αφρικανής γυναίκας, ενός Ασιάτη, ενός Ρώσου και ενός εξωγήινου ήταν μια εξαιρετικά προωθημένη σύλληψη για την Αμερική της δεκαετίας του 1960. Το Star Trek είναι μια έκκληση για ενότητα μέσω της πολυμορφίας. Είναι κρίσιμο ότι όλοι αυτοί οι διαφορετικοί άνθρωποι (και η ομοσπονδία που υπηρετούν) μοιράζονται τις φιλελεύθερες, ουμανιστικές ιδέες, συγκροτώντας μια αξιακά προσανατολισμένη κοινότητα. Εκπέμποντας το φιλελεύθερο μήνυμά του, το Star Trek προβάλλει ένα μέλλον στο οποίο η ανθρωπότητα έχει εξελιχθεί. Οπως τόνιζε ο Roddenberry στις πρώτες του οδηγίες, το 1966, «πρέπει να έχουμε μια αισιόδοξη προβολή σε σύγκριση με τη Γη του σήμερα».
Η συνεχιζόμενη αναζήτηση
Tο «Enterprise» είναι ο απόλυτος εξερευνητής, ένα πλοίο που κινείται στο «τελικό σύνορο» του Διαστήματος. Είναι, όμως, παράλληλα και ένας αντικατοπτρισμός της αμερικανικής κοινωνίας που επιζητούσε την επίτευξη της εσωτερικής ολοκλήρωσης και επομένως έμπαινε σε αχαρτογράφητα ύδατα διαφορετικής φύσης. Εξέφραζε τον δυναμισμό της αμερικανικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1960, η οποία, παρά τις πιέσεις που υφίστατο, αισθανόταν ότι μπορούσε να πάει εκεί όπου κανείς δεν είχε πάει έως τότε.
Οι συνέχειες της αρχικής σειράς κινήθηκαν σε ανάλογο πλαίσιο. Το 1987-1994, το Star Trek: The Next Generation αποτέλεσε, ίσως, την πιο αξιόλογη εκδοχή τούτης της διπλής αναζήτησης. Παρά το γεγονός ότι η διαθέσιμη βιβλιογραφία τείνει να αντιμετωπίζει το έπος του Star Trek από το 1966 έως τις ημέρες μας ως μια –περίπου– ενιαία αφήγηση, ο γράφων θεωρεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σημειώθηκε μια σημαντική ρήξη. Αφενός, η Δύση επικράτησε στον Ψυχρό Πόλεμο, κάτι που επηρέασε καταλυτικά τον τρόπο που οι κοινωνίες της έβλεπαν τον κόσμο και τον εαυτό τους. Δεύτερον, το 1991 πέθανε ο ίδιος ο Roddenberry, ο οποίος, αν και είχε σε κάποιο βαθμό αποδυναμωθεί τα προηγούμενα χρόνια, διατηρούσε πάντως έναν αποφασιστικό ρόλο. Επομένως, οι επόμενες σειρές κινήθηκαν σε ένα, έστω εν μέρει, διαφορετικό κοινωνικό και διεθνές πλαίσιο, ενώ αποτέλεσαν δημιουργίες μιας άλλης ομάδας, παρά το ότι τα σημαντικότερα μέλη της (Ron Moore, Michael Piller, Rick Berman, Joe Menosky) είχαν ήδη μαθητεύσει υπό τον Roddenberry στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Διατήρησαν, πάντως, τη φιλοδοξία να προβάλλουν ένα θετικό μέλλον και να θέτουν τα μεγάλα ερωτήματα που απασχολούν τις σύγχρονες κοινωνίες και τον σύγχρονο άνθρωπο. Ξεπερνώντας την αρχική εμπορική του αποτυχία, το Star Trek αποδείχθηκε το πλέον επιτυχημένο προϊόν στην ιστορία της τηλεόρασης. Παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός έργου «ποπ» κουλτούρας υψηλής ποιότητας.

*Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.