Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Πολύ καλό άρθρο του Τ. Θεοδωρόπουλου για τα παιδιά της ημετέρας παιδείας


Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά
Τάκης Θεοδωρόπουλος
«​Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά, έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα», λέει το ρεφρέν του υπέροχου τραγουδιού του Σαββόπουλου που συγκίνησε για πρώτη φορά πριν από κοντά σαράντα χρόνια το κοινό των γονιών που τον άκουσε στη συναυλία του στην Αγορά στο Λαύριο.
Τα τότε παιδιά μεγάλωσαν, απέκτησαν δικά τους παιδιά, που τώρα διαβάζουν τους στίχους αυτούς στο «Ανθολόγιο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» στο γυμνάσιο. Ειλικρινά αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο το σχολιάζουν οι δάσκαλοί τους και με ποιον τρόπο ένα δεκατετράχρονο παιδί μπορεί να διαβάσει και να μεταφράσει στη δική του γλώσσα τη διαβεβαίωση πως αυτό τα ξέρει όλα. Και αν τα ξέρει όλα, τότε τι χρειάζεται να ταλαιπωρηθεί για να μάθει κάτι παραπάνω στις απίστευτα βαρετές σχολικές ώρες; Θα μου πείτε η φιλοσοφία του Μπουρντιέ, που οδήγησε στην αποσύνθεση του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος πριν συμμετάσχει στην πανηγυρική διάλυση του δικού μας, ορίζει πως στο κέντρο της εκπαίδευσης είναι ο μαθητής και η γνώση έρχεται δεύτερη και καταϊδρωμένη αφού, ως επί το πλείστον, η γνώση, πάντα κατά τον Μπουρντιέ, δεν κάνει τίποτε παραπάνω από το να αναπαράγει στο σχολείο τις κοινωνικές ανισότητες.
Οταν πάντως έμαθα πως στο ανθολόγιο περιλαμβάνεται και το τραγούδι αυτό, το μυαλό μου πήγε σχεδόν αντανακλαστικά στις σκοτεινές εκείνες ημέρες του Δεκεμβρίου του 2008 όταν, μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, τα παιδιά έκαιγαν αυτοκίνητα στους δρόμους, κατέστρεφαν και λεηλατούσαν καταστήματα και έμπαιναν σε θέατρα για να διακόψουν παραστάσεις στο όνομα της εξέγερσης. Τότε, διάφοροι που είχαν δημόσιο λόγο και ήταν απολύτως βέβαιοι πως τα παιδιά τα ξέρουν όλα ζητούσαν από τους υπόλοιπους να καθίσουν στα αυγά τους και να αφουγκραστούν τα «παιδιά». Η πιο ακραία είναι η περίπτωση καθηγητή, ποιητή και θεατρικού συγγραφέα κατά τα λοιπά, ο οποίος μάλωσε ορισμένους φοιτητές του στο Πάντειο επειδή παρουσιάστηκαν στην αίθουσα για μάθημα. Μόνον που τα παιδιά, αν και τα ήξεραν όλα, επειδή δεν είχαν τίποτε να πουν, ήθελαν όμως να εκφραστούν, έκαιγαν και έσπαγαν ό,τι μπορούσε να καεί και να σπάσει. Ούτε μισό σύνθημα δεν απέμεινε από τα γεγονότα των ημερών εκείνων. Το μόνο που συνειδητοποιήσαμε είναι πως το κράτος, αυτό που υπήρχε τέλος πάντων, τελούσε σε κατάσταση αποσύνθεσης, αυτήν την αποσύνθεση που τη ζούμε τώρα πια στην καθημερινότητά μας, και ότι η ελληνική κοινωνία, ενοχική απέναντι στα παιδιά, είχε χάσει τα αντανακλαστικά της αυτοπροστασίας της.
Τότε μιλάγαμε για τη γενιά των 600 ευρώ. Η γενιά αυτή μεγάλωσε, και όσοι καταφέρνουν σήμερα να κερδίσουν τα 600 ευρώ θεωρούνται τυχεροί. Σήμερα, δε, τα παιδιά που διαδέχθηκαν τα τότε παιδιά στα σχολικά θρανία μαθαίνουν πως: «Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε με σχέσεις υποτέλειας και εξάρτησης από τις Μεγάλες Δυνάμεις του 19ου αιώνα. Η υποτέλεια και η εξάρτηση ήταν οικονομική και πολιτική και διαμόρφωσε καθοριστικά την ελληνική κοινωνία» – από το βιβλίο της Πολιτικής Αγωγής που διδάσκεται στην Α΄ τάξη του γενικού λυκείου. Σωστό ή λάθος; Μα και βέβαια σωστό, μόνον που οι καλοί συγγραφείς, παρ’ ότι αναγνωρίζουν πως η Ελλάδα έκανε πολλές προσπάθειες για να αναπτυχθεί, δεν ξεκαθαρίζουν αν αυτές οι συγγενείς διαμαρτίες τη δεσμεύουν ακόμη με τον ίδιο τρόπο που τη δέσμευαν τότε. Τι μπορεί να αισθανθεί ένας έφηβος απέναντι σε αυτήν την κατάσταση «υποτέλειας» και «εξάρτησης», τι μπορεί να αισθανθεί εκτός από μίσος και να θεωρήσει πως είναι δικαίωμά του να το καταστρέψει; Μα τα παιδιά τα ξέρουν όλα θα μου πείτε κι εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε για να βγάλουμε τους μελλοντικούς πολίτες είναι να επιβεβαιώσουμε απλώς αυτά που ξέρουν σε περιτύλιγμα της μηχανικής γνώσης που παρέχει η κυρίαρχη παπαγαλία. Στο ίδιο βιβλίο της Α΄ λυκείου, λίγο παρακάτω οι συγγραφείς του προσεγγίζουν το ζήτημα της βίας, την οποία χωρίζουν σε τρεις κατηγορίες, την «ενδοσχολική» –bullying–, την ενδοοικογενειακή και την αθλητική. Προφανώς τη βία που κυκλοφορεί ελεύθερη κι ωραία στα πανεπιστήμια και ξεχύνεται στους δρόμους, δεν τη θεωρούν βία οι συγγραφείς. Μα θα μου πείτε αυτή δεν είναι βία. Είναι νόμιμη αντίδραση απέναντι στους «κατασταλτικούς μηχανισμούς» του κράτους. Εξάλλου, τα παιδιά τα ξέρουν όλα και η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα.
Το «παλαιό καθεστώς» της παιδείας μας πέθανε από φυσικό θάνατο. Ξέραμε ήδη πως όταν προσπαθούσαν να μας πείσουν πως όλοι οι Ελληνες το 1821 φώναζαν «Ελευθερία ή Θάνατος» κάποιοι ήθελαν να μας καλλιεργήσουν έναν εθνικό μύθο. Πλην όμως, ήταν ένα σύστημα με αρχή, μέση και τέλος, το οποίο προσπαθούσε να μάθει στο παιδί πως υπάρχουν και αξίες σημαντικότερες από τις δικές του γνώσεις, τις οποίες πρέπει να ιδρώσει για να τις κατακτήσει. Αν μη τι άλλο, δημιουργούσε μια ιεραρχία γνώσης, απαραίτητο συστατικό της παιδείας. Οι αξίες του ήταν ήδη ξεπερασμένες, δεν έχω αντίρρηση, όμως τόσα χρόνια που διάφοροι πειραματίζονται για να εκπονήσουν το νέο σύστημα, δεν έχουν βρει τις νέες αξίες που θα αντικαταστήσουν τις παλιές. Με αποτέλεσμα να κολακεύουν τις βεβαιότητες της εφηβείας. Το να λες στο παιδί πως το κράτος που του εξασφαλίζει την εκπαίδευση είναι κράτος υποτέλειας, το μόνο που πετυχαίνεις είναι να το εκπαιδεύσεις στον πρώιμο κυνισμό. Μην απορούμε κατόπιν τούτου αν ήρωας της νέας γενιάς είναι ένα εικοσάχρονο παιδί, του οποίου το κατόρθωμα είναι πως αποπειράθηκε με το όπλο στο χέρι να ληστέψει μια τράπεζα. Είναι και αυτό παιδί της ημετέρας παιδείας, όπως και όσοι το θαυμάζουν.