Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Μία ενδιαφέρουσα ανάλυση για την Αίγυπτο και το πολιτικό Ισλάμ


Η Αίγυπτος και το πολιτικό Ισλάμ
Του Ιωάννη Ν. Γρηγοριάδη
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Οι ελπίδες για τον εκδημοκρατισμό των αραβικών χωρών της Μέσης Ανατολής που αναζωπυρώθηκαν τα τελευταία χρόνια με τη σειρά εξεγέρσεων που ονομάσθηκαν «Αραβική Ανοιξη» δέχθηκαν ισχυρό -ίσως και μοιραίο- πλήγμα με το αιγυπτιακό πραξικόπημα της 3ης Ιουλίου.
Λόγω δημογραφικού, ιστορικού και στρατηγικού βάρους η Αίγυπτος αποτελεί βαρόμετρο για τον αραβικό κόσμο. Η επέμβαση του στρατού νομοτελειακώς θα οδηγήσει σε όξυνση των αντιθέσεων και θα υπονομεύσει την πίστη στη Δημοκρατία ως τη μόνη μέθοδο επιλύσεως των πολιτικών διαφορών. Η καταδίκη του πραξικοπήματος όμως δεν σημαίνει απαραιτήτως και ταύτιση με τις πολιτικές επιλογές της αιγυπτιακής κυβερνήσεως. Η κυβέρνηση Μόρσι έχασε ιστορική ευκαιρία να δικαιώσει τις ελπίδες και την αισιοδοξία που προκάλεσαν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές στην ιστορία της Αιγύπτου και η άνοδος ενός ισλαμιστικού κόμματος στην εξουσία με δημοκρατικά μέσα. Οι αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις και τα βήματα εξισλαμισμού της αιγυπτιακής νομοθεσίας προκάλεσαν την αναμενόμενη αντίδραση κοσμικών και μειονοτήτων. Η συλλογή εκατομμυρίων υπογραφών για την παραίτηση της κυβερνήσεως και η ογκώδης συμμετοχή στα αντικυβερνητικά συλλαλητήρια που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητα.
Το αιγυπτιακό πραξικόπημα αποτελεί ορόσημο και για την υπόθεση του εκδημοκρατισμού των χωρών της Μέσης Ανατολής, η οποία δεσπόζει στη διεθνή επικαιρότητα ήδη από το 2001. Αν η εισβολή των Αμερικανών στο Αφγανιστάν και το Ιράκ αποδείχθηκε αλυσιτελής, το τουρκικό πείραμα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) γέννησε πολλές ελπίδες. Η προώθηση ενός προγράμματος πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων από ένα κόμμα προερχόμενο από το πολιτικό Ισλάμ αποτελούσε ισχυρό μήνυμα για τη συμβατότητα Ισλάμ και Δημοκρατίας. Κατά την πρώτη περίοδο της πολιτικής του ηγεμονίας το ΑΚΡ επεδίωκε να παρουσιάζεται ως η ισλαμική εκδοχή της Χριστιανοδημοκρατίας.
Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, οι αναφορές στο ευρωπαϊκό συντηρητικό πολιτικό φάσμα έχουν αντικατασταθεί από την εμβάθυνση των σχέσεων με σουνιτικά ισλαμιστικά κινήματα στον χώρο της Μέσης Ανατολής. Αμφισβητείται ήδη και ο ρόλος της Τουρκίας ως παραδείγματος προς μίμησιν. Κατά την επίσκεψή του στην Αίγυπτο μετά την εξέγερση του 2011 ο κ. Ερντογάν είχε συστήσει τη θέσπιση ενός κοσμικού συντάγματος για τη νέα Αίγυπτο προκαλώντας την αντίδραση του ισλαμιστικού κόμματος των «Αδελφών Μουσουλμάνων». Δύο χρόνια μετά η άνευ όρων στήριξη στην κυβέρνηση Μόρσι και τις ισλαμιστικές πολιτικές της, η ρητορική ταύτιση της Δημοκρατίας με την τακτική διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών παραβλέποντας το αξιακό υπόβαθρο του πλουραλισμού αναδεικνύουν όχι μόνον μια εργαλειακή θεώρηση των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και την οπισθοχώρηση της διαδικασίας εκδημοκρατισμού στην ίδια την Τουρκία.
Η ερμηνεία των γεγονότων στην Αίγυπτο υπό το πρίσμα της τουρκικής πολιτικής επικαιρότητος δεν δείχνει μόνον ομφαλοσκοπική διάθεση. Η προσπάθεια συνδέσεως της εξεγέρσεως του Πάρκου Γκεζί και του πραξικοπήματος στην Αίγυπτο προάγει την αυτοεξυπηρετική «θυματοποίηση» του πολιτικού Ισλάμ και παραβλέπει τα πραγματικά πολιτικά προβλήματα που προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια του κοσμικού τμήματος της τουρκικής και αιγυπτιακής κοινωνίας. Χωρίς ίχνος αυτοκριτικής διαθέσεως οι κ. Ερντογάν και Μόρσι παρουσιάζονται ως λαοπρόβλητοι ηγέτες, θύματα των ιδίων «σκοτεινών κέντρων», ντόπιων και ξένων. Η απόπειρα να προσεγγισθούν τα τελευταία γεγονότα σε Αίγυπτο και Τουρκία μέσω θεωριών συνωμοσίας υπογραμμίζει ένα σοβαρό έλλειμμα στην ανάλυση των εξελίξεων και κινδυνεύει να θέσει την Τουρκία στο περιθώριο των εξελίξεων στον αραβικό κόσμο.

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.