Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Guardian για το Ιράκ μετά τα δέκα χρόνια κατοχής των ΗΠΑ


Το Ιράκ δέκα χρόνια μετά...
Η χώρα ακόμα προσπαθεί να συνέλθει από τον Σαντάμ και τον πόλεμο
The Guardian
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Αν κανείς αμφέβαλλε για το τι είδους Ιράκ προέκυψε έπειτα από δέκα χρόνια αμερικανικής κατοχής και πολέμου, οι επιθέσεις της Τρίτης σε ουρές λεωφορείων και αγορές θα πρέπει να έδωσαν μια απάντηση.
Ακριβώς δέκα χρόνια αφότου αμερικανικές και βρετανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν μια απρόκλητη επίθεση με ψεύτικες προφάσεις - και πάνω από ένα χρόνο μετά την απόσυρση των τελευταίων μάχιμων μονάδων- η σύγκρουση που προκάλεσαν δεν φαίνεται να κοπάζει.
Κάθε χρόνο συνεχίζουν να δολοφονούνται περίπου 4.000 πολίτες και 1.000 αστυνομικοί, ενώ όπως συνέβαινε και όταν η χώρα διοικείτο από αμερικανικές και βρετανικές δυνάμεις, τα βασανιστήρια είναι άκρως διαδεδομένα, χιλιάδες άνθρωποι φυλακίζονται χωρίς να δικαστούν και οι εξαφανίσεις και οι κρατικές δολοφονίες είναι υποθέσεις ρουτίνας.
Στο μεταξύ, η ηλεκτροδότηση και η αποχέτευση μετά βίας λειτουργούν, πάνω από το ένα τρίτο των ενηλίκων είναι άνεργοι, η κρατική διαφθορά έχει μετατραπεί σε θεσμική κλεπτοκρατία, και οι συνδικαλιστές δικάζονται γιατί προκήρυξαν απεργίες ή κάλεσαν σε διαδηλώσεις. Τους τελευταίους μήνες, μαζικές διαδηλώσεις σε σουνιτικές περιοχές απειλούν να αναζωπυρώσουν τον εμφύλιο πόλεμο.
Οι νεκροί του πολέμου μετριούνται σε εκατοντάδες χιλιάδες. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από τους 173.217 νεκρούς του Ιraq Body Count (που αναγνωρίζει ότι υποτιμά τον πραγματικό αριθμό) στους 223.000 που αναφέρει η ιρακινή κυβέρνηση και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, στους 654.945 «επιπλέον θανάτους» των τριών πρώτων χρόνων του πολέμου, όπως εκτίμησε έρευνα της επιθεώρησης Lancet ώς το ένα εκατομμύριο που εκτίμησε η εταιρεία ερευνών ORB.
Η εισβολή κατέστρεψε την υποδομή του Ιράκ, δημιούργησε 4 εκατομμύρια πρόσφυγες, μετέτρεψε πόλεις όπως η Φαλούτζα σε σωρούς ερειπίων -γεμάτους απεμπλουτισμένο ουράνιο και λευκό φώσφορο που οδήγησαν στα ύψη τους καρκίνους και τις τερατογενέσεις- και έφερε στη χώρα την τρομοκρατία της Αλ Κάιντα.
Ο Τόνι Μπλερ, τον οποίο το 22% έως 37% των Βρετανών θεωρούν εγκληματία πολέμου, αποδέχεται ότι το κόστος της εισβολής ήταν «πολύ υψηλό», αλλά λέει ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν «προξένησε τρομακτική αιματοχυσία».
Αυτό είναι σίγουρα αληθές για τα χρόνια κατά τα οποία η κυβέρνησή του υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία.
Σήμερα, δέκα χρόνια μετά την αμερικανοβρετανική εισβολή, οι ΗΠΑ διατηρούν ισχυρή παρουσία στο Ιράκ - το οποίο αρχίζει να μοιάζει με ιρανοαμερικανική πολυκατοικία. Διατηρούν στη χώρα χιλιάδες μισθοφόρους, ασκούν επιρροή σε θέματα ασφαλείας και μυστικών υπηρεσιών και έχουν κλείσει μακροχρόνια συμβόλαια, όμως το Ιράκ απέχει πολύ από το αρχιπέλαγος βάσεων και ελεγχόμενων συνθηκών που είχαν κατά νουν οι Αμερικανοί ηγέτες.
Το Ιράκ κατάφερε να αποτρέψει τη μόνιμη κατοχή χάρη στην αντίσταση, ένοπλη και ειρηνική, σουνιτική και σιιτική. Αλλά αυτό το επίτευγμα υπονομεύθηκε από την έκρηξη εθνοτικής βίας την επαύριο της εισβολής, με ενθάρρυνση των κατοχικών δυνάμεων υπό τα γνωστά πρότυπα του διαίρει και βασίλευε.
Οι αμερικανικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του ίδιου του στρατηγού Πετρέους όχι μόνο διοικούσαν κέντρα βασανιστηρίων αλλά και ενίσχυαν τον βρώμικο πόλεμο των ταγμάτων θανάτου, τα οποία, σε στυλ Ελ Σαλβαδόρ, έσφαζαν προκειμένου να υπονομεύσουν την αντίσταση.
Ο πόλεμος όμως δεν ήταν μόνο καταστροφή. Δείχνοντας τα όρια της αμερικανικής ισχύος και την ανικανότητα των ΗΠΑ να επιβάλουν τη βούλησή τους σε λαούς που αντιστέκονται, το Ιράκ αποδείχθηκε στρατηγική ήττα για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Οι ένοπλες δυνάμεις της Βρετανίας έφυγαν νύχτα από τη Βασόρα, αφήνοντας πίσω τους το δικό τους ιστορικό βασανιστηρίων και δολοφονιών. Αλλά τώρα είναι πιο εύκολο να αποτραπούν νέες δυτικές στρατιωτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, όπως αυτές που θα επιθυμούσε ο Μπλερ και οι φίλοι του στη Συρία και στο Ιράν.