Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Άρθρο του Ν. Μαραντζίδη για το αργόσυρτο εκλογικό τέλος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας


Το αργόσυρτο εκλογικό τέλος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας
ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Έ​​χει από καιρό επισημανθεί από τους ειδικούς μελετητές της σοσιαλδημοκρατίας (για παράδειγμα από τον Γ. Μοσχονά στο βιβλίο αναφοράς «In the name of social-democracy» 2001) πως το ιστορικό αυτό πολιτικό ρεύμα διέρχεται διαχρονικά μια βαθιά κρίση που το υποχρεώνει σε συνεχείς αλλαγές που ουσιαστικά αλλοιώνουν ριζικά τη φυσιογνωμία του.
Ο ίδιος ο Μοσχονάς, σε ένα συγκριτικής ανάλυσης άρθρο του που γράφτηκε μόλις ξέσπασε η ελληνική κρίση (Historical Decline or Change of Scale? The Electoral Dynamics of European Social-democratic Parties, 1950-2009), συμπέραινε πως «η σοσιαλδημοκρατική παρακμή είναι συστηματική, σχετικά ισχυρή, εντοπίζεται σε όλα τα κράτη (με την εξαίρεση της Νότιας Ευρώπης), επιβεβαιώνεται από τη μια δεκαετία στην άλλη, γίνεται προοδευτικά βαθύτερη […] τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονται σε διαδικασία αλλαγής αναστήματος. Γίνονται μικρότερα, λιγότερο επιβλητικά, λιγότερο εύρωστα και περισσότερο ασταθή».
Η οξυδέρκεια της ανάλυσης εντυπωσιάζει. Εξάλλου, λίγο καιρό μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Μοσχονά, η εκλογικά «σεισμογενής» περιοχή μετακινήθηκε προς τον Νότο και χτύπησε τα μεγάλα σοσιαλιστικά κόμματα της Νότιας Ευρώπης. Το ΠΑΣΟΚ του 44% το 2009 βρέθηκε μέσα σε λίγα χρόνια σε μικρά μονοψήφια ποσοστά. Οι Ισπανοί Σοσιαλιστές, από 43% το 2008, σήμερα πανηγυρίζουν επειδή διατηρούν ακόμη τη μισή τους δύναμη και δεν έχασαν τη δεύτερη θέση από το Ποδέμος. Ακόμη πιο σοκαριστικό: στις επόμενες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, ο επίσημος υποψήφιος του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Μπενουά Αμόν, όχι μόνο δεν πρόκειται να είναι στον δεύτερο γύρο, αλλά οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως βρίσκεται στην πέμπτη θέση φλερτάροντας με μονοψήφια ποσοστά.
Ομως δεν είναι μόνο ο Νότος που απομακρύνεται από τους Σοσιαλιστές· και στον Βορρά τα πράγματα πάνε εξίσου άσχημα για αυτούς. Στις πρόσφατες ολλανδικές εκλογικές, κανένα από τα τέσσερα μεγαλύτερα κόμματα δεν ανήκει στην Κεντροαριστερά. Αντίθετα, το πάλαι ποτέ ισχυρό Εργατικό Κόμμα έχασε τα τρία τέταρτα των εδρών του και περιορίστηκε στο μη τιμητικό για την ιστορία του 5,7%. Λίγους μήνες νωρίτερα, στην Αυστρία ο υποψήφιος πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών έλαβε μόλις 11,3% και κατετάγη μετά βίας τέταρτος. Στην τέταρτη θέση κατετάγη και το ιστορικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Φινλανδίας στις εκλογές του 2015 κερδίζοντας το 19% των ψήφων. Χειρότερα ακόμη είναι τα πράγματα για τους Ούγγρους Σοσιαλιστές, που είδαν αρχικά τα ποσοστά τους να πέφτουν από το 43% του 2006 στο 19% το 2010 και σήμερα καταγράφουν μονοψήφιους αριθμούς στις δημοσκοπήσεις. Ακόμη και το κραταιό σουηδικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κινείται στις μέρες μας λίγο πάνω από το 20%, στήθος με στήθος με το εθνικολαϊκιστικό κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών.
Υπάρχουν όμως και καλές ειδήσεις για τους Σοσιαλιστές, θα πείτε. Πήραν ένα σημαντικό αποτέλεσμα στις εκλογές στην Πορτογαλία το 2015 (έστω και ως δεύτεροι) και βρίσκονται στην κυβέρνηση, ενώ το γερμανικό SPD φαίνεται πως ξανανιώνει με τον Σουλτς υποψήφιο καγκελάριο. Δεν αντιλέγω, όμως –συμφωνώντας με τον Μοσχονά– τίποτε δεν με πείθει πως μακροπρόθεσμα η πορεία προς την παρακμή είναι αντιστρέψιμη. Αντίθετα, αυτή επέρχεται μερικές φορές γρηγορότερα με άνευ προηγουμένου εκλογικές καταστροφές, όπως αυτές που υπέστησαν οι Ολλανδοί ή οι Ελληνες Σοσιαλιστές ή φαίνεται πως θα βιώσουν οι Γάλλοι σύντροφοί τους.
Το κρίσιμο ζήτημα πάντως δεν είναι το πότε θα βεβαιωθεί ο θάνατος της σοσιαλδημοκρατίας ώστε να την κηδέψουμε, αυτό δεν το γνωρίζει κανείς και ενδεχομένως «κλινικώς» μιλώντας να αργήσει να συμβεί. Τι σημασία έχει εξάλλου; Αυτό που έχει αντίθετα μεγάλη σημασία είναι ποια κληρονομιά αυτή αφήνει. Με άλλα λόγια, τι γίνεται με το σταδιακά διευρυνόμενο κενό που αφήνει η σοσιαλδημοκρατία.
Μέχρι στιγμής, οι ψηφοφόροι της δείχνουν να σκορπίζονται ανομοιόμορφα προς όλες τις κατευθύνσεις, ανάλογα με τη συγκυρία, τα πρόσωπα και τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα και την Ισπανία κατευθύνθηκαν κυρίως προς τη λαϊκιστική Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και του Ποδέμος. Στη Γαλλία, λίγες εβδομάδες πριν από τις προεδρικές, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, άλλοι από τους σοσιαλιστές ψηφοφόρους πηγαίνουν προς τη λαϊκιστική Αριστερά του Μελανσόν, αλλά οι περισσότεροι κατευθύνονται προς το φιλελεύθερο κέντρο του Μακρόν. Στην Ουγγαρία ένα τμήμα των σοσιαλιστών ψηφοφόρων κατευθύνθηκε προς το ακροδεξιό Γιόμπικ, ενώ στην Ολλανδία πολλοί πρώην οπαδοί των Εργατικών μετακινήθηκαν προς τους Πράσινους. Χάος!
Το καλό με τους ψηφοφόρους των Σοσιαλιστών, στη Δυτική Ευρώπη τουλάχιστον, είναι πως είναι άνθρωποι που αγαπούν την Ευρώπη, τη δημοκρατία και την ανεκτικότητα και δεν αρέσκονται σε αυταρχικές λύσεις. Το κακό είναι πως έχουν διαπαιδαγωγηθεί για δεκαετίες με τις αξίες ενός ξεπερασμένου εθνοκεντρικού κρατικισμού και σήμερα είναι έτοιμοι να αγκαλιάσουν οποιαδήποτε δημαγωγική και λαϊκιστική υπόσχεση για επιστροφή στους «παλιούς καλούς καιρούς» των εθνικών συνόρων. Ποια από τις δύο παραδόσεις θα επικρατήσει είναι άγνωστο. Πάντως, για τις κεντρώες φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις, η προσέλκυση αυτού του ακροατηρίου συνιστά μια αληθινή πρόκληση.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.