Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Άρθρο του Τ. Θεοδωρόπουλου για Ερμή, Μόνα Λίζα και Λούξεμπουργκ


Ο Ερμής, η Μόνα Λίζα και η Λούξεμπουργκ
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Με ιδιαίτερη συγκίνηση πληροφορήθηκα ότι το άλογο το βάφτισαν Ερμή. Ποιο άλογο; Μα το «Αλογο» ντε, ένα από τα άλογα που θα κάνουν τη διαδρομή από την Αθήνα στο Κάσελ της Γερμανίας για να δείξουν επιτέλους στους φιλότεχνους της οικουμένης πως και τα άλογα έχουν ψυχή και καταλαβαίνουν κι αυτά τον πόνο του πρόσφυγα.
Το βάφτισαν δε Ερμή για να υπενθυμίσουν τη συμβολή του ελληνικού πολιτισμού στη σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη. Ελπίζω μόνον να έχουν προνοήσει για την πινακίδα που θα δηλώνει το βαφτιστικό του για να μην το μπερδέψουν με τα άλλα άλογα που δεν τα λένε Ερμή και δεν υπενθυμίζουν τη συμβολή του ελληνικού πολιτισμού. Αλλο Ερμής κι άλλο Ντορής. Οφείλω, τέλος, να επισημάνω ότι ο Ερμής, το άλογο, πρέπει να είναι λευκός, όχι μόνον για να συμβολίζει το άσπιλον πνεύμα της κλασικής Ελλάδας, αλλά και γιατί πάντα τα άλογα των καλών είναι λευκά, όπως το άλογο του Κολοκοτρώνη στις ταινίες του Τζέιμς Πάρις. Κι όταν κάνεις τέχνη πρέπει να προσέχεις τις λεπτομέρειες. Νομίζετε ότι θα μας απασχολούσε σήμερα το χαμόγελο της Μόνα Λίζα, αν ο πρόγονος του καλλιτέχνου των αλόγων, ο Λεονάρντο, δεν είχε ασχοληθεί με τις λεπτομέρειες; Ή κάνεις τέχνη ή δεν κάνεις.
Δεν ξέρω τι κατάλαβαν όλοι αυτοί από την Αθήνα, όμως τους χρωστάμε ευγνωμοσύνη διότι μας βοήθησαν να δούμε με άλλο μάτι την πόλη μας. Από αρχαιοτάτων χρόνων αυτός ήταν ο ρόλος της μεγάλης τέχνης. Βλέπει ό,τι δεν μπορείς να δεις και ακούει ό,τι δεν μπορείς να ακούσεις. Ας πούμε είχατε δει ποτέ αφίσες της Ρόζα Λούξεμπουργκ στην πλατεία Αυδή του Μεταξουργείου; Ε λοιπόν τώρα μπορείτε να τις δείτε και όχι μόνον να τις δείτε, αλλά και να ακούσετε εμπνευσμένες παρλάτες της Πολωνοεβραίας επαναστάτριας που κατέληξε συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ. Κι όταν φάτε όση Λούξεμπουργκ αντέχει το στομάχι σας, ανηφορίστε ώς τη Φωκίωνος Νέγρη, όπου ένας άλλος Λεονάρντο των καιρών μας αναβιώνει επιτέλους το ελληνικό περίπτερο. Θέλει μόνον λίγη προσοχή διότι η εμπειρία είναι τόσο ανατρεπτική που μπορεί να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις. Ο συμπαθέστατος κύριος Γιάννης, ο περιπτεράς μου, δεν κατάλαβε γιατί στεκόμουν τόση ώρα μπροστά του και άλλαζα θέση για να τον δω από διάφορες γωνίες. Θα μου πείτε ούτε η Μόνα Λίζα καταλαβαίνει τους Γιαπωνέζους που τη φωτογραφίζουν. Ή κάνεις τέχνη ή δεν κάνεις.
Και σε τι διαφέρουν τα τσουβάλια στην πλατεία Συντάγματος από το κοντέινερ που ενημερώνει για τις δραστηριότητες των αντιεξουσιαστών στην πλατεία Εξαρχείων; Και στην μία και στην άλλη περίπτωση αυτό που αφήνουν πίσω τους είναι η οσμή της αυταρέσκειας και του αχαλίνωτου εγωισμού μιας ανθρώπινης φυλής που έχει αναγορεύσει την ευτέλεια σε απόλυτη αξία. Μιλούν τη δική τους γλώσσα, ξέρουν να κάνουν θόρυβο, ενίοτε τραβούν την προσοχή, πάντως έργο δεν δημιουργούν και τέχνη δεν κάνουν. Ευτυχώς δεν αφήνουν ίχνη. Αρκετή κουρελαρία έχει η Αθήνα.