Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Πολύ καλό ιστορικό άρθρο για τη ρήξη Τίτο - Στάλιν


Η ρήξη Τίτο - Στάλιν
Οφειλόταν στην προσπάθεια ηγεμονισμού του Γιουγκοσλάβου ηγέτη στα Βαλκάνια και επηρέασε τον ελληνικό Εμφύλιο 64 χρόνια πριν
Του Σπυρίδωνα Σφέτα
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Η εξασφάλιση της γιουγκοσλαβικής βοήθειας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τον Ζαχαριάδη προκειμένου να αρχίσει τον ένοπλο αγώνα το 1946, με σταδιακή κλιμάκωση, φθάνοντας και στην ολομέτωπη σύγκρουση.
Μέσω Γιουγκοσλαβίας (Πάντσεβο - Μοναστήρι) διερχόταν ο κύριος όγκος της βοήθειας της Σοβιετικής Ενωσης και άλλων ανατολικών χωρών. Τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού περιθάλπονταν σε νοσοκομεία της Γιουγκοσλαβίας, στο Βελιγράδι είχε εγκατασταθεί το Δεύτερο Κλιμάκιο του ΚΚΕ, από γιουγκοσλαβικό έδαφος εξέπεμπε ο ραδιοφωνικός σταθμός των ανταρτών, ενώ οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού μπορούσαν να καταφεύγουν σε γιουγκοσλαβικό έδαφος, εφόσον τα σύνορα ήταν ανοιχτά.
Η ρήξη Τίτο - Στάλιν το 1948 επέδρασε στις σχέσεις ΚΚΕ - Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας, γεγονός που μοιραία είχε αντίκτυπο και στην παρεχόμενη γιουγκοσλαβική βοήθεια.
Οι τέσσερις αιτίες της σύγκρουσης
Η βασική αιτία της ρήξης του Τίτο με τον Στάλιν ήταν η πολιτική ηγεμονισμού του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια. Ενισχυμένος από την ουσιαστική συμβολή του στην αντιφασιστική νίκη, από την άνοδο στην εξουσία κυρίως με τις δυνάμεις των παρτιζάνων του, από τη διεθνή του καταξίωση, αλλά και από τη γεωπολιτική θέση της Γιουγκοσλαβίας, ο Τίτο προσπάθησε να επιβάλει έναν γιουγκοσλαβικό ηγεμονισμό, να εξελιχθεί σε έναν μικρό Στάλιν στα Βαλκάνια.
Η πολιτική του Τίτο
Συγκεκριμένα, η πολιτική του απέβλεπε:
1) Στην ίδρυση μιας νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας Γιουγκοσλαβίας - Βουλγαρίας, με ένταξη του βουλγαρικού τμήματος της Μακεδονίας στη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας».
2) Στην απορρόφηση της Αλβανίας και στην ένταξή της στη νοτιοσλαβική ομοσπονδία. Αν αυτό πραγματοποιούνταν, το Βελιγράδι θα εκχωρούσε το Κόσοβο στην Αλβανία.
3) Στην καλύτερη διαπραγμάτευση του ζητήματος των γιουγκοσλαβικών εδαφικών διεκδικήσεων επί της ελληνικής Μακεδονίας, σε περίπτωση νίκης του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα. Ηδη μέσα στους κόλπους του ΝΟΦ (Narodno Osloboditelen Front - Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) υπήρχε μια ισχυρή φιλογιουγκοσλαβική ομάδα (Ηλίας Δημάκης, Μιχάλης Κεραμιτζής, Βαγγέλης Αγιάνης) που προπαγάνδιζε τη γιουγκοσλαβική λύση του Μακεδονικού (δικαίωμα αυτοδιάθεσης, συνένωση του «μακεδονικού λαού» εντός της Γιουγκοσλαβίας) σε αντίθεση με την επίσημη θέση του ΚΚΕ (ισοτιμία του «μακεδονικού λαού» σε μια λαοκρατούμενη Ελλάδα).
4) Οι διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας επί της Τεργέστης επηρέαζαν αρνητικά τις σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με τους Αμερικανούς και τους Αγγλους και προκαλούσαν δυσκολίες στην πολιτική του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος που υπό την ηγεσία του νομοταγούς Τολιάτι ήταν σημαντικός παράγοντας στον ιταλικό πολιτικό βίο.
Ο Στάλιν αντέδρασε όταν η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία μονόγραψαν στο Μπλεντ (Αύγουστος 1947) ένα σύμφωνο φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας, χωρίς να ενημερωθεί ο ίδιος και πριν τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη Ειρήνης με τη Βουλγαρία. Ιδιαίτερα επικριτικός στάθηκε ο Στάλιν έναντι της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας σχετικά με την αποστολή μιας γιουγκοσλαβικής μεραρχίας στην Αλβανία στα τέλη του 1947, όταν εκκρεμούσε η υπόθεση του επεισοδίου της Κέρκυρας και ήταν γνωστή η αμερικανοβρετανική πολιτική έναντι της Αλβανίας (μη αναγνώριση του καθεστώτος του Χότζα από την Αμερική και την Αγγλία, κίνδυνος κατάληψης της Αλβανίας, που δεν είχε ακόμα διεθνή υπόσταση, από Αγγλους και Αμερικανούς). Μετά την υπογραφή του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας (Νοέμβριος 1948) επακολούθησε η υπογραφή παρόμοιων συμφώνων της Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας με άλλες ανατολικές χώρες. Οι ανεύθυνες δηλώσεις του Δημητρώφ στη Ρουμανία, τον Ιανουάριο του 1948, για μια ομοσπονδία ή συνομοσπονδία των ανατολικών χωρών, στην οποία θα μπορούσε να ενταχθεί και η «Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας», προκάλεσαν επίσης την οργή του Στάλιν.
«Το ζήτημα της ομοσπονδίας ή της συνομοσπονδίας μάς φαίνεται πρόωρο. Δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη και δεν υπήρξε θέμα συζήτησης στις συνδιασκέψεις μας. Οταν το ζήτημα ωριμάσει -πράγμα που αναμφισβήτητα μια μέρα θα συμβεί- θα το λύσουν οι λαοί μας και συγκεκριμένα τα έθνη των Λαϊκών Δημοκρατιών -της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Ελλάδας- σημειώστε επίσης της Ελλάδας...», ήταν η απάντηση του Δημητρώφ σε ερώτηση δημοσιογράφου για φήμες σχετικά με τη συγκρότηση μιας ομοσπονδίας στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ο Στάλιν δεν μπορούσε να ανεχθεί μείωση της σοβιετικής επιρροής στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη. Η αναφορά του Δημητρώφ στην Ελλάδα και η υπερβολική εμπλοκή της Γιουγκοσλαβίας στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο θα μπορούσαν να ερμηνευτούν από τους Αμερικανούς ότι είχαν τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ενωσης και να επηρεάσουν τις αμερικανοσοβιετικές σχέσεις. Αλλά από την άλλη πλευρά και ο Στάλιν προσπαθούσε να ελέγξει τη Γιουγκοσλαβία είτε επιλέγοντας το Βελιγράδι ως έδρα της Κομινφόρμ είτε ιδρύοντας κοινές μετοχικές σοβιετογιουγκοσλαβικές εταιρείες.
Μείωση της γιουγκοσλαβικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ
Η Γιουγκοσλαβία αποπέμφθηκε από την Κομινφόρμ στις 28 Ιουνίου 1948 λόγω «οπορτουνιστικής και αντισοβιετικής πολιτικής» και το σοβιετικό σχέδιο προέβλεπε ανατροπή της κλίκας του Τίτο με εσωτερικό πραξικόπημα. Το ΚΚΕ ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική της Κομινφόρμ, χωρίς όμως να στραφεί δημόσια έντονα κατά της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο, η γιουγκοσλαβική βοήθεια άρχισε να μειώνεται αισθητά, χωρίς να εκλείψει εντελώς. Τα σύνορα παρέμειναν ανοιχτά και οι τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού μεταφέρονταν ακόμα για περίθαλψη στη Γιουγκοσλαβία. Ο κύριος όγκος της στρατιωτικής βοήθειας προερχόταν πλέον από τη Σοβιετική Ενωση μέσω Βουλγαρίας και εντός της Κομινφόρμ είχε συγκροτηθεί ειδική επιτροπή για τον συντονισμό της βοήθειας προς τον Δημοκρατικό Στρατό. Το ΚΚΕ απέφευγε να έχει σχέσεις με υψηλόβαθμα στελέχη του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας και οι επαφές κατώτερων στελεχών μεταξύ των δύο κομμάτων περιορίζονταν σε τεχνικά ζητήματα. Μια ψύχρανση στις σχέσεις των δύο κομμάτων ήταν αισθητή. Η ελληνική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τη ρήξη Τίτο - Στάλιν, αρχίζοντας ψυχολογικό πόλεμο κατά του Δημοκρατικού Στρατού την περίοδο ακριβώς που μαίνονταν οι συγκρούσεις στον Γράμμο. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, πρόβλημα για το ΚΚΕ ήταν η φανερή πλέον διάσπαση εντός του ΝΟΦ. Οι Ηλίας Δημάκης, Μιχάλης Κεραμιτζής και Βαγγέλης Αγιάνης εγκαταστάθηκαν στα Σκόπια. Από εκεί άρχισαν να οργανώνουν λιποταξίες Σλαβομακεδόνων από τον Δημοκρατικό Στρατό προς τη Γιουγκοσλαβία, καλλιεργώντας ένα πνεύμα ηττοπάθειας και τονίζοντας ότι το ΚΚΕ πρόδωσε τον αγώνα του «μακεδονικού λαού» που πολεμά άσκοπα.
Αδιέξοδο
«Από το 1948 δημιουργούν μυστικές οργανώσεις και γιάφκες και σαμποτάρουν τον ΔΣΕ. Σπέρνουν την ηττοπάθεια, λέγοντας ότι χάσαμε τον αγώνα, οι μοναρχοφασίστες είναι πιο δυνατοί και θα καταλάβουν το Βίτσι. Τζάμπα σκοτώθηκαν τα παιδιά μας και πρέπει να φύγουμε στη Γιουγκοσλαβία. Σε όλες αυτές τις προσπάθειες κεντρική τους επιδίωξη ήταν η διάσπαση της ενότητας του σλαβομακεδονικού και του ελληνικού λαού, το αδυνάτισμα του κινήματος. Για την επιτυχία τους εκμεταλλεύονταν τον πατριωτισμό του σλαβομακεδονικού λαού και όλες τις αδυναμίες του κινήματος», έγραφε την 1η Οκτωβρίου 1952 προς την Κ.Ε. του ΚΚΕ ο Σταύρος Κωστόπουλος, νέος πρόεδρος του ΝΟΦ από τον Αύγουστο του 1948.
Αν ληφθεί υπόψη η αδυναμία του Δημοκρατικού Στρατού να υλοποιήσει το Σχέδιο Λίμνες για αύξηση της δύναμης των ανταρτών στις 60.000, αλλά και η ανοιχτή ρήξη Ζαχαριάδη - Βαφειάδη το φθινόπωρο του 1948, είναι κατανοητό το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το ΚΚΕ. Για να εξασφαλίσει περισσότερη βοήθεια από τις ανατολικές χώρες, ο Ζαχαριάδης επέδειξε υπερβάλλοντα αντιγιουγκοσλαβικό ζήλο σε μια προσπάθειά του να καταστήσει το ΚΚΕ μέλος της Κομινφόρμ. Αλλά η Σοβιετική Ενωση, για ευνόητους λόγους, δεν δέχθηκε το ΚΚΕ στην Κομινφόρμ, ακόμα και μετά τη σοβιετογιουγκοσλαβική ρήξη. Καρπός της αντιγιουγκοσλαβικής πολιτικής του ΚΚΕ ήταν και η νέα θέση του στο Μακεδονικό το 1949 για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και αποκατάστασης του «μακεδονικού λαού» σε μια βαλκανική ομοσπονδία και όχι σε γιουγκοσλαβική, γεγονός που αποτέλεσε τον καταλύτη για την οριστική ρήξη των σχέσεων ΚΚΕ και ΚΚΓ και το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων τον Ιούλιο του 1949.

* Ο κ. Σπυρίδων Σφέτας είναι βαλκανιολόγος.