Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Ιστορικό άρθρο για τη νίκη του Ελληνικού Συναγερμού το 1952


Η νίκη του Ελληνικού Συναγερμού
Οι εκλογές του 1952 διεξήχθησαν με πλειοψηφικό σύστημα και έδωσαν την πρώτη μεταπολεμικά μονοκομματική κυβέρνηση 61 χρόνια πριν
Του Αντώνη Κλάψη
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr)
Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη του εμφυλίου πολέμου σημαδεύτηκαν από αλλεπάλληλες κυβερνητικές μεταβολές. Τα αποτελέσματα των εκλογών της 5ης Μαρτίου 1950 και της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 δεν είχαν επιτρέψει τον σχηματισμό σταθερών κυβερνήσεων.
Στην πρώτη περίπτωση, είχαν επιβεβαιώσει την ακραία πολυδιάσπαση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας (είναι χαρακτηριστικό ότι το Λαϊκό Κόμμα που κατέλαβε την πρώτη θέση συγκέντρωσε μόλις το 18,80% των ψήφων). Στη δεύτερη περίπτωση, η επικράτηση του νεοσυσταθέντος Ελληνικού Συναγερμού του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου δεν είχε συνοδευτεί από την εξασφάλιση του απαραίτητου αριθμού εδρών στη Βουλή, στερώντας έτσι από τον Παπάγο τη δυνατότητα ανάληψης της εξουσίας. Αντίστοιχα, ούτε η αθροιστική πλειοψηφία των κεντρώων κομμάτων και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις αρκούσε για να θεραπεύσει το πρόβλημα. Τη διετία 1950-1952 η εναλλαγή των Νικόλαου Πλαστήρα και Σοφοκλή Βενιζέλου στην πρωθυπουργία ήταν τόσο συχνή, ώστε να λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως τροχοπέδη στην αποδοτικότητα του κυβερνητικού έργου.
Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η προκήρυξη νέων εκλογών το φθινόπωρο του 1952, των τρίτων σε διάστημα μόλις δυόμισι ετών, αποτελούσε τη μόνη λύση στο πολιτικό αδιέξοδο, το οποίο είχε επιταθεί ακόμα περισσότερο εξαιτίας της πολύμηνης ασθένειας του πρωθυπουργού Νικόλαου Πλαστήρα. Η εκλογική αναμέτρηση, η οποία προσδιορίστηκε για την 16η Νοεμβρίου 1952, θα διεξαγόταν για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο με πλειοψηφικό σύστημα. Αυτή η επιλογή προέκυψε κατ’ αρχάς ως αποτέλεσμα της ανάγκης να διευκολυνθεί η δημιουργία ευρείας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που θα αποτελούσε το απαραίτητο στήριγμα για τη συγκρότηση μιας ισχυρής κυβέρνησης. Επιπλέον, υπέρ του πλειοψηφικού είχε ταχθεί ανοιχτά και ο αμερικανικός παράγοντας, καθώς η Ουάσιγκτον επιθυμούσε διακαώς το τέλος της μακράς περιόδου πολιτικής αστάθειας και τη δημιουργία ενός αρραγούς κυβερνητικού σχήματος στην Ελλάδα, ικανού να διαχειριστεί με επιτυχία τα κονδύλια της αμερικανικής βοήθειας. Μάλιστα, η άσκηση πίεσης από την πλευρά των ΗΠΑ για την υιοθέτηση του πλειοψηφικού έλαβε ακόμα και τη μορφή δημόσιων παρεμβάσεων του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα, Τζον Πιουριφόι, οι οποίες συχνά ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όρια της διπλωματικής αβρότητας.
Οι βασικοί αντίπαλοι κομματικοί σχηματισμοί
Η καθιέρωση του πλειοψηφικού υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα των εκλογών, καθώς από τη φύση του το νέο σύστημα αποθάρρυνε την πολυδιάσπαση των κομματικών δυνάμεων και αντίστροφα ευνοούσε τη συσπείρωση των ψηφοφόρων γύρω από τους μεγαλύτερους κομματικούς σχηματισμούς. Στον χώρο της Δεξιάς, ο Ελληνικός Συναγερμός πρόβαλε πλέον ως η αδιαμφισβήτητη ηγεμονική δύναμη, ενσωματώνοντας στις τάξεις του το σύνολο σχεδόν των παραδοσιακών αντιβενιζελικών. Ταυτόχρονα, έχοντας ως βάση το 36,53% που είχε εξασφαλίσει στην παρθενική του εκλογική εμφάνιση τον Σεπτέμβριο του 1951, ο Ελληνικός Συναγερμός κατόρθωσε να διεμβολίσει και τον χώρο του Κέντρου: οι ομαδικές προσχωρήσεις κεντρώων πολιτευτών με σημαντικότερο τον βενιζελογενή πρώην πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό, η «στέγαση» ως ανεξάρτητου υποψήφιου στους εκλογικούς συνδυασμούς του Ελληνικού Συναγερμού του Γεωργίου Παπανδρέου, αλλά και η εξασφάλιση της υποστήριξης από εφημερίδες ανέκαθεν προσκείμενες στη βενιζελική παράταξη (με κορυφαίες «Το Βήμα» και «Τα Νέα» του συγκροτήματος Λαμπράκη), έδιναν στο κόμμα του Παπάγου σαφές ποσοτικό και ποιοτικό προβάδισμα.
Στον αντίποδα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη «συναγερμική πλημμυρίδα», τα δύο βασικότερα κόμματα του Κέντρου, η ΕΠΕΚ και το Κόμμα Φιλελευθέρων, αποφάσισαν να κατέλθουν συνεργαζόμενα στον εκλογικό στίβο. Η εξέλιξη αυτή προσέδωσε αναπόφευκτα μορφή παραταξιακής σύγκρουσης στις εκλογές, καθώς οι αστικές δυνάμεις μοιραία καλούνταν να επιλέξουν μεταξύ του Ελληνικού Συναγερμού και του συνασπισμού ΕΠΕΚ-Κόμματος Φιλελευθέρων. Ο πολωτικός χαρακτήρας, εξάλλου, της εκλογικής μάχης υπογραμμιζόταν περαιτέρω από τα πρόσωπα που είχαν αναλάβει την ηγεσία των δύο παρατάξεων. Τόσο ο Παπάγος όσο και ο Πλαστήρας, αντίστοιχα, αποτελούσαν δύο από τις πλέον εμβληματικές εν ζωή προσωπικότητες του Εθνικού Διχασμού, οι οποίες είχαν συνδέσει το όνομά τους με τις κορυφαίες πολιτικές περιπέτειες του Μεσοπολέμου.
«Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας»
Τρίτος (αν και ποσοτικά ασφαλώς λιγότερο σημαντικός) πόλος δεν ήταν άλλος από την ΕΔΑ, η οποία είχε ήδη εμφανιστεί δυναμικά στις εκλογές του 1951, οπότε είχε εξασφαλίσει το διόλου ευκαταφρόνητο 10,57% των ψήφων και είχε εκλέξει δέκα βουλευτές. Σε σχέση, όμως, με ό,τι είχε συμβεί ένα χρόνο νωρίτερα, στις εκλογές του 1952 υπήρχε μια καθοριστική διαφορά: το πλειοψηφικό σύστημα. Η υιοθέτηση του πλειοψηφικού ελαχιστοποιούσε τις πιθανότητες εξασφάλισης κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης για την ΕΔΑ. Οι ιθύνοντες της ΕΔΑ, αλλά και η ηγεσία του ΚΚΕ που βρισκόταν εκτός Ελλάδας, θεώρησαν ότι η προώθηση του πλειοψηφικού από την ΕΠΕΚ συνιστούσε στην πραγματικότητα προσπάθεια λαφυραγώγησης της εκλογικής βάσης της ΕΔΑ, καθώς ήταν πιθανό αρκετοί από τους Αριστερούς ψηφοφόρους, λειτουργώντας με τη λογική της «χαμένης ψήφου», να μετακινούνταν προς την κατεύθυνση του πολιτικά συγγενέστερου Κέντρου. Με αυτά τα δεδομένα, η ΕΔΑ απέρριψε την προοπτική εκλογικής υποστήριξης του συνασπισμού ΕΠΕΚ-Κόμματος Φιλελευθέρων, επιλογή που αποτυπώθηκε επιγραμματικά στη φράση «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας».
Εκλογικός θρίαμβος του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου
Το αποτέλεσμα των εκλογών της 16ης Νοεμβρίου 1952 υπήρξε πραγματικός θρίαμβος για τον Ελληνικό Συναγερμό, ο οποίος συγκέντρωσε το 49,22% των ψήφων και εξασφάλισε 247 από τις συνολικά 300 έδρες στη νέα Βουλή. Το κόμμα του Παπάγου κατόρθωσε να πλειοψηφήσει όχι μόνο στην «Παλιά Ελλάδα», περιοχή όπου παραδοσιακά επικρατούσε η αντιβενιζελική παράταξη, αλλά επιπλέον και σε πολλές από τις «Νέες Χώρες» (με εξαίρεση την Κρήτη και ορισμένα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου), ανατρέποντας έτσι έναν συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων που σε τοπική/περιφερειακή κλίμακα παρέμενε περίπου αναλλοίωτος για τρεις δεκαετίες. Αξιοσημείωτη, επίσης, ήταν η επιτυχία του Ελληνικού Συναγερμού στις αγροτικές περιοχές. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί στην προσδοκία των κατοίκων της υπαίθρου, οι οποίοι είχαν βιώσει πιο έντονα τα δεινά του Εμφυλίου, ότι η πολιτική σταθερότητα που θα προέκυπτε από μια ισχυρή κυβέρνηση με επικεφαλής τον Παπάγο θα μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά στην άμεση βελτίωση της οικονομικής κατάστασης.
Καθίζηση του Κέντρου
Στην αντίπερα όχθη, το Κέντρο υπέστη σημαντική μείωση των δυνάμεών του, καθώς ο συνασπισμός της ΕΠΕΚ και του Κόμματος Φιλελευθέρων απέσπασε μόλις 34,22% και 51 έδρες (δύο ακόμη έδρες κερδήθηκαν από ανεξάρτητους Κεντρώους υποψήφιους, οι οποίοι μετεκλογικά προσχώρησαν ο ένας στην ΕΠΕΚ και ο άλλος στο Κόμμα Φιλελευθέρων, ανεβάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη συνολική κοινοβουλευτική δύναμη του Κέντρου σε 53 έδρες). Η εκλογική καθίζηση του Κέντρου υπήρξε μεγαλύτερη στην ηπειρωτική Ελλάδα, λαμβάνοντας διαστάσεις συντριβής σε περιοχές όπως η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη. Αντίθετα, παρά το δυσμενές για εκείνη εκλογικό σύστημα, η ΕΔΑ κατόρθωσε να συγκρατήσει σημαντικό αριθμό των ψηφοφόρων της και να παγιώσει την επιρροή της, λαμβάνοντας 9,55%, χωρίς όμως -εξαιτίας του πλειοψηφικού- να κατορθώσει να εκλέξει έστω και έναν βουλευτή. Τέλος, οι εκλογές του 1952 σηματοδότησαν την οριστική εξαφάνιση του Λαϊκού Κόμματος ως υπολογίσιμης πολιτικής δύναμης (1,05% και 0 έδρες), αφήνοντας τον Ελληνικό Συναγερμό ως απόλυτο κυρίαρχο στον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς.
Βασιζόμενος σε μια συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, συγκρίσιμη μόνο με εκείνη του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1928, ο Παπάγος σχημάτισε την πρώτη μονοκομματική κυβέρνηση στη μεταπολεμική Ελλάδα, η οποία στα τρία χρόνια του βίου της επέδειξε σημαντικά επιτεύγματα, ιδίως στον οικονομικό τομέα. Αξιοποιώντας τις συνθήκες κυβερνητικής σταθερότητας που δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα των εκλογών του 1952, η χώρα εισήλθε σταδιακά στην οδό της ανάπτυξης, η οποία ιδίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950 παρουσίασε αλματώδη εξέλιξη. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η εντυπωσιακή νίκη του Ελληνικού Συναγερμού εγκαινίασε μια μακρά περίοδο πολιτικής κυριαρχίας της Δεξιάς/Κεντροδεξιάς, η οποία διήρκεσε πάνω από δέκα χρόνια (1952-1963), με διάδοχο του Παπάγου μετά τον θάνατό του τον Οκτώβριο του 1955, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και νέο πολιτικό σχήμα από τον Ιανουάριο του 1956 την ΕΡΕ.

* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι διδάκτωρ Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.