Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Άρθρο γιατί το Brexit θα πονέσει τη Βρετανία


Το Brexit θα πονέσει τη Βρετανία
HOLGER SCHMIEDING
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ενωση θα προκαλέσει σημαντική ζημιά στη βρετανική οικονομία. Το Λονδίνο είναι η πρωτεύουσα της Ευρώπης στην παροχή υπηρεσιών.
Σήμερα οι εταιρείες εκμεταλλεύονται τον σπουδαίο συνδυασμό από ελαφρύ κανονιστικό πλαίσιο, αποδοτική δημόσια διοίκηση, μεγάλη αγορά εργασίας δυναμικού με υψηλή κατάρτιση και την απήχηση των Αγγλικών που προσφέρει η Βρετανία ώστε να προσφέρουν υπηρεσίες στην Ευρώπη. Το σκληρό Brexit θα περιορίσει κάπως τον ρόλο της Βρετανίας. Φυσικά, η χώρα θα μπορέσει να τα καταφέρει σχετικά καλά ούσα εκτός της Ε.Ε. αν ακολουθήσει σωστή εσωτερική πολιτική. Το αν ευημερεί ή όχι μια χώρα εξαρτάται κυρίως από τις πολιτικές επιλογές που κάνει. Η Βρετανία διαθέτει μία από τις πλέον δυναμικές οικονομίες παγκοσμίως, με μοναδική παραφωνία ένα από τα χειρότερα δημοσιονομικά ελλείμματα στον αναπτυγμένο κόσμο. Δεν υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι η συμμετοχή στην Ε.Ε. εμπόδισε με κάποιον τρόπο την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας. Το αντίθετο, μάλιστα, καθώς η χώρα είχε ελαφρώς καλύτερη επίδοση από τη Γερμανία ή τη Σουηδία σε πολλούς τομείς. Το Brexit θα πονέσει. Μετά το δημοψήφισμα μειώσαμε τη μακροπρόθεσμη τάση ανάπτυξης της βρετανικής οικονομίας από το 2,2% στο 1,8% και ενδεχομένως να χρειαστεί να το μειώσουμε και άλλο αν αποδειχθεί ότι η Βρετανία θα χάσει την πρόσβαση στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά όχι μόνο για την πλειονότητα των υπηρεσιών αλλά και για αγαθά. Το Λονδίνο δεν έχει μεγάλο περιθώριο να περιορίσει τη ζημιά μέσω φιλικών προς την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεων επειδή έχει ήδη εφαρμόσει τις περισσότερες, με μοναδική εξαίρεση την οικιστική ανάπτυξη.
Η Βρετανία διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της Ευρώπης στον τομέα των υπηρεσιών, αλλά ατυχώς είναι πολύ δυσκολότερο να διαπραγματευθεί κανείς εμπορική συμφωνία για τις υπηρεσίες σε σύγκριση με τα αγαθά. Οι εμπορικοί εταίροι της γνωρίζουν πως η Βρετανία δεν μπορεί να πιέσει σημαντικά σε αυτό το ζήτημα διότι έχει ανάγκη να πουλήσει τις υπηρεσίες της. Η ιδέα πως θα μπορούσε η Βρετανία να μετατραπεί σε Σιγκαπούρη της Ευρώπης, προσφέροντας υπηρεσίες, χαμηλή φορολογία και ούσα εμπορικό κέντρο στην άκρη της ηπείρου, αποτελεί φαντασιοπληξία. Πρώτον, η Βρετανία βρίσκεται σε λάθος χρονική ζώνη ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει υπηρεσίες στην Ασία. Δεύτερον, όσο περισσότερο αποκλίνει η Βρετανία από τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τόσο περισσότερο θα περιορίζει η Ευρώπη τις εισαγωγές από τη Βρετανία. Οποια και αν είναι τα οικονομικά πλεονεκτήματα του ανταγωνισμού στη φορολογία, όσο περισσότερο θα προσπαθεί η Βρετανία να γίνει φορολογικός παράδεισος, τόσο θα βλέπει την Ευρώπη να κρατάει έξω από την αγορά της τα βρετανικά προϊόντα και υπηρεσίες. Η Βρετανία έχει ανάγκη το εμπόριο με την Ευρώπη πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η Ε.Ε. δεδομένου πως η Βρετανία εξασφαλίζει το 12% του ΑΕΠ της από αυτό το εμπόριο, ενώ η Ε.Ε. μόλις το 3% - 4%. Για την Ε.Ε. των «27» η απόλυτη προτεραιότητα είναι να διατηρήσει τη συνοχή της.
Η διατήρηση προνομιακής πρόσβασης στη βρετανική αγορά δεν αποτελεί σημαντική προτεραιότητα. Μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ απλώς θα διατηρήσει στο ίδιο επίπεδο την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά, που ήδη απολαμβάνει το Λονδίνο. Με λίγη τύχη ίσως να είναι επαρκής η χρονική περίοδος των δύο ετών για την ολοκλήρωση συμφωνίας εξόδου από την Ε.Ε. Ωστόσο είναι ελάχιστος ο χρόνος για τον καθορισμό της μελλοντικής σχέσης, με αποτέλεσμα να είναι πιθανό η Βρετανία να αναγκαστεί να υπογράψει μια βιαστική ενδιάμεση συμφωνία την οποία πολύ δύσκολα θα μπορέσει να αλλάξει στη συνέχεια. Η χθεσινή ομιλία της πρωθυπουργού κ. Τερέζα Μέι σηματοδοτεί την έναρξη των διαπραγματεύσεων και είναι σύνηθες η αρχή να γίνει με σκληρή «γραμμή». Η κ. Μέι θα μπορούσε να χειριστεί επιδέξια την υπόθεση, να κάνει κάποιες υποχωρήσεις στη συνέχεια και να διατηρήσει σε σημαντικό βαθμό την προνομιακή πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Αυτό θα ήταν θετικό και για τις δύο πλευρές, αλλά πολύ περισσότερο για τη Βρετανία.

* Ο αρθρογράφος είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.