Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Άρθρο του Reuters ότι δύσκολα συντηρείται η ισχυρή ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας


Δύσκολα συντηρείται η ισχυρή ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας
MICHAEL NIENABER / REUTERS
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Υπάρχει κίνδυνος η «χρυσή δεκαετία» ανάπτυξης και ευημερίας, που βίωσε η Γερμανία, να εξανεμιστεί, εάν η κυβέρνηση της χώρας δεν κατορθώσει να ανταποκριθεί σε συγκεκριμένα αίτημα:
αυτά έχουν να κάνουν με την αύξηση των επενδύσεων και την επιδίωξη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να τεθούν τα θεμέλια μιας νέας περιόδου οικονομικής ανάπτυξης. Η ατμομηχανή της Ευρώπης είχε αύξηση 1,9% στο ΑΕΠ το 2016, η οποία ήταν και η ταχύτερη της πενταετίας, αλλά δεν θεωρείται πιθανό ότι μπορεί να τη συντηρήσει φέτος και κατόπιν στη συνέχεια. Η κατανάλωση, η οποία τροφοδότησε την ανάπτυξη, έχει αγγίξει το ανώτατο σημείο της ενόσω η αύξηση στους μισθούς επιβραδύνεται και ο πληθωρισμός σταδιακά ανέρχεται. Συνεπώς, η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών θα εξασθενήσει. Εν τω μεταξύ, οι εξαγωγές, οι οποίες επί μακρόν αποτελούσαν μοχλό για την οικονομία, ενδεχομένως να αποδυναμωθούν λόγω αβεβαιότητας στη διεθνή πολιτική σκηνή – ένας λόγος είναι το Brexit και η πολιτική προστατευτισμού, που ίσως επιλέξει ο Ντόναλντ Τραμπ. Το 1,9% του 2016 αποδίδεται στην αυξημένη ιδιωτική κατανάλωση, στις δημόσιες δαπάνες για τους πρόσφυγες και μετανάστες και στην ενίσχυση των επενδύσεων στις κατασκευές, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία.
Ωστόσο, οι αναλυτές που συμμετείχαν σε σχετική δημοσκόπηση του ειδησεογραφικού πρακτορείου Ρόιτερς δεν προβλέπουν συνέχιση της τάσης, αλλά μια ανάσχεση στο 1,4% φέτος και στο 1,5% το 2018, με τον πληθωρισμό στο 1,6% το τρέχον έτος. «Η δημόσια και ιδιωτική κατανάλωση φέτος δεν θα αυξηθούν όσο δυναμικά το έκαναν το 2017», παρατηρεί ο Τίμο Βολμερσόιζερ του γερμανικού ινστιτούτου Ifo, επικαλούμενος το ακριβότερο πετρέλαιο και τις μειωμένες αφίξεις μεταναστών. Ταυτόχρονα, οι πραγματικοί μισθοί για όσους καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις είχαν αύξηση λιγότερο δραστική το 2016 από ό,τι τη διετία 2014-2015, σύμφωνα με έρευνα. Ο αναλυτής Κάρστεν Μπρζέσκι της ING επισημαίνει πως οι πραγματικοί μισθοί δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουν να αυξάνονται, ενώ τα επιτόκια δεν θα μειωθούν περαιτέρω. «Απλώς και μόνον η έλλειψη επιπλέον μέτρων στήριξης σημαίνει πως θα ανασχεθεί η ανάπτυξη», σημειώνει, προσθέτοντας ότι θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν ως μοχλοί ανάπτυξης οι δαπάνες νοικοκυριών και Δημοσίου, αλλά με πιο αργό ρυθμό.
Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Γκέρχαρντ Σρέντερ (προκατόχου της Αγκελα Μέρκελ), η παρατεταμένα χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, το εξασθενημένο ευρώ και το φθηνό πετρέλαιο συντέλεσαν σε ένα εξαιρετικό οικονομικό κύκλο για τη Γερμανία. Υπό τον καγκελάριο Σρέντερ η χώρα περιέκοψε τον φόρο εισοδήματος, μείωσε το μη μισθολογικό κόστος απασχόλησης –όπως τις ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών– και διευκόλυνε προσλήψεις και απολύσεις. Εντούτοις, οικονομολόγοι και ανώτατα κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι χρειάζεται νέο κύμα αλλαγών, προκειμένου να βελτιωθούν οι υποδομές, να στηριχθεί το συνταξιοδοτικό σύστημα και να απαντηθούν οι προκλήσεις της ψηφιοποίησης. Συγκεκριμένα, προτείνουν να αυξήσει η κυβέρνηση τη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, καταργώντας φορολογικά κίνητρα για παραμονή γονέων στο σπίτι, να εισαγάγει προγράμματα ημιαπασχόλησης και να παράσχει βελτιωμένη φροντίδα και φύλαξη παιδιών. Επιπλέον, θετικά θα λειτουργούσαν πρωτοβουλίες για ενίσχυση εκμάθησης αγγλικών για τους μαθητές και επενδύσεις σε ταχύτερο Διαδίκτυο και ψηφιακή υποδομή.
Ειδάλλως, οι Γερμανοί επιχειρηματίες προειδοποιούν πως η «χρυσή δεκαετία» της ευημερίας δεν θα έχει συνέχεια. Ειδικότερα, ανησυχούν για τα προβλήματα τα οποία ενδεχομένως να ανακύψουν από μια στροφή των ΗΠΑ στον προστατευτισμό υπό την προεδρία Ντόναλντ Τραμπ και από μια επιτεινόμενη παρέμβαση του κράτους στην Κίνα. «Η δυναμική αύξηση των εξαγωγών δεν θα εμφανιστεί ξανά», παρατηρεί ο αναλυτής της Commerzbank, Γεργκ Κρέμερ, επισημαίνοντας, τέλος, πως η ζήτηση από την Κίνα θα διατηρηθεί ασθενική. Τα δε οφέλη από την απελευθέρωση του εμπορίου στο παρελθόν έχουν ήδη αποκομισθεί, ενώ λόγω κλίματος προστατευτισμού μάλλον δεν θα συναφθούν νέες συμφωνίες.