Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Άρθρο του Τ. Θεοδωρόπουλου γιατί αγαπά την Ευρώπη


Γιατί αγαπώ την Ευρώπη
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Φ​​αντάζομαι το ξινισμένο ύφος των άσπονδων φίλων μου. Καλά ο άνθρωπος τα έχει χάσει. Διότι άλλο να είσαι Ελλην και να λες «γιατί μας συμφέρει η Ευρώπη» και άλλο να λες ανερυθρίαστα ότι αγαπάς την Ευρώπη.
Αυτό έχει πια καταντήσει να μοιάζει με παράνομη σχέση, ή μάλλον χειρότερα ακόμη, κάτι σαν διαστροφή ή εθισμός σε ουσίες. «Με λένε Τάκη, έχω δεκαπέντε μέρες που δεν σκέφτηκα με τρυφερότητα την Ευρώπη και είμαι καλά». Διότι, ως γνωστόν, στα μέρη μας η ψυχική υγεία επιβάλλει να θεωρείς ότι η Ευρώπη είναι χρήσιμη, αναγκαίο κακό, αλλά να την απεχθάνεσαι. Η Ευρώπη ανήκει στον ελάχιστο ορθολογισμό που διαθέτουμε ως κοινωνία, τα αισθήματά μας όμως είναι αλλού. Πού ακριβώς; Λίγο κρασί, το κορίτσι μου κι η θάλασσα.
Ας σοβαρευτούμε όμως. Το αντιευρωπαϊκό αίσθημα δεν το εφηύραν, ούτε το καλλιέργησαν οι δυνάμεις του εθνικολαϊκισμού που μας κυβερνούν όπως οι Συριζανέλ, ή ευτυχώς δεν μας κυβερνούν, όπως η Χρυσή Αυγή από τη μια και το ΚΚΕ από την άλλη. Το αντιευρωπαϊκό αίσθημα δεν είναι καν προϊόν της κρίσης. Σοβούσε ακόμη και στις καλύτερες οικογένειες, ακόμη και στην παράταξη που προνόησε να μας βάλει στην Ευρώπη, στη Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ έκανε σημαία τον διπολισμό: από τη μια μας συμφέρει η Ευρώπη των επιδοτήσεων, από την άλλη απεχθανόμαστε την Ευρώπη των μονοπωλίων. Ο Κ. Σημίτης έκανε ό,τι μπορούσε για να θεραπεύσει τον διπολισμό, όμως οι ιστορικές του ρίζες ήταν βαθιές. Κοινός τόπος: Η Ευρώπη κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή, κατέστρεψε τις βιομηχανίες μας. Τώρα αν οι αγρότες μας προτιμούσαν τις χωματερές από τον κόπο του χωραφιού για να εισπράττουν επιδοτήσεις, οι δε βιομηχανικές μονάδες έκλειναν η μία μετά την άλλη λόγω απεργιών και κόστους εργατικών, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Σημασία έχει ότι είμαστε Ελληνες, κι αν ως εκ τούτου είμαστε και Ευρωπαίοι, αυτό είναι στο περίπου. Η καρδιά μας ποτέ δεν χτύπησε γι’ αυτούς τους «ξενέρωτους». Το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος που έκαναν οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου (Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ) στη διαχείριση της κρίσης ήταν η λογιστική αντιμετώπιση της σχέσης της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη. Λες και είχαμε να κάνουμε με κάποια Α.Ε. την οποία προσπαθούσαμε να σώσουμε από το κλείσιμο των βιβλίων της βάσει του Πτωχευτικού Κώδικα. Ευθύνεται και η ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία γι’ αυτό; Και βεβαίως ευθύνεται. Μόνον που αυτοί δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά σε μια χώρα η οποία, ακόμη κι αν έχουν περάσει μερικές δεκαετίες από τότε που έγινε μέλος της Ενωσης, αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως «αλλού», ως κάτι διαφορετικό, με άλλα ήθη, και εντέλει άλλη θρησκεία. Οι Καθολικοί μπορεί να είναι πιο θρησκευόμενοι από εμάς, οι Διαμαρτυρόμενοι πιο αυστηροί, όμως το πολιτισμικό εκτόπισμα της Ορθοδοξίας στην ελληνική ψυχή είναι πολύ μεγάλο, ακόμη και στους ελάχιστα θρησκευόμενους. Είχα σοκαριστεί όταν είδα τον χάρτη του Χάντινγκτον που χώριζε την Ελλάδα από τη Δύση και την κατέτασσε στο ορθόδοξο τόξο. Πόσους όμως σοκάρει ακόμη; Η κρίση ήταν η πρώτη φορά μετά τον Εμφύλιο που οι σχέσεις μας με την Ευρώπη αμφισβητήθηκαν και η αμφισβήτησή τους απέκτησε τέτοια δημοτικότητα.
Και ποιαν Ευρώπη αγαπάς; Την Ευρώπη της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, την Ευρώπη της πολιτικής λιτότητας του Σόιμπλε, ή μήπως την Ευρώπη που επιστρέφει κακήν κακώς στα εθνικά σύνορα για να μην υποδεχθεί πρόσφυγες και μετανάστες; Οχι βέβαια. Αυτήν μπορεί να την κατανοώ ώς ένα σημείο αλλά δεν την αγαπώ. Αντιθέτως, αγαπώ την Ευρώπη που με έμαθε ότι ακόμη και σε συνθήκες δημοκρατίας οι κοινωνίες δεν ταυτίζονται με την πολιτική τους εκπροσώπηση, όπως δεν ταυτίζονται με τη θρησκευτική τους πίστη. Αγαπώ την Ευρώπη του Οργουελ που με έμαθε να σιχαίνομαι κάθε μορφής ολοκληρωτισμό και με έμαθε να διαχωρίζω την υποκρισία του εθνικισμού από την ειλικρίνεια του πατριωτισμού. Αγαπώ την Ευρώπη του Μαλρό που μίλησε για τον «Πρώτο παγκόσμιο πολιτισμό της Ιστορίας», αντί για παγκοσμιοποίηση και πολυπολιτισμικότητα.
Η πατρίδα είναι βίωμα. Είναι η παιδική σου ηλικία, οι πρώτες εικόνες του κόσμου γύρω σου, οι δικοί σου άνθρωποι, οι εμπειρίες μιας ολόκληρης ζωής. Πατρίδα είναι η γλώσσα λέει ο λογοτεχνικός λυρισμός. Ως ένα σημείο. Ο Καστοριάδης έγραψε γαλλικά αλλά ήταν Ελληνας. Πατρίδα όμως είναι ο πολιτισμός. Ποια ήταν η κοινή πατρίδα του Σμυρνιού Σεφέρη, του Πειραιώτη Τσαρούχη και του Μυτιληνιού Ελύτη; Ηταν η Ελλάδα θα μου πείτε. Είχαν όμως όλοι τους και μια δεύτερη πατρίδα. Κι αυτή ήταν η Ευρώπη και ο πολιτισμός της. Βιώματα που τους οδήγησαν στον δρόμο της δημιουργίας. Οσοι Ελληνες στους δύο αιώνες της σύγχρονης ύπαρξής μας κατάφεραν να δημιουργήσουν, το έκαναν γιατί ήσαν πατριώτες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Να γιατί αγαπώ την Ευρώπη.
Τους καιρούς μας είναι δύσκολο να τους εξηγήσεις. Τα εργαλεία που είχαμε για να ερμηνεύουμε τον κόσμο έχουν ξεπεραστεί. Και το πιο δύσκολο σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι να υπερβείς την πνευματική ραστώνη και την ψυχική κόπωση που δημιουργεί η προσπάθεια την οποία έκανες για να φτάσεις ώς εδώ. Είκοσι χρόνια πριν, σου φαινόταν αδιανόητο ότι ο ιμάμης του παρισινού προαστίου θα έχει περισσότερη δύναμη από το εκκοσμικευμένο σχολείο και περισσότερη γοητεία από τη ροκ μουσική. Σήμερα όμως τείνει να γίνει κοινότοπο.
Αγαπώ την Ευρώπη, και επειδή την αγαπώ, με πονούν η πνευματική ραστώνη και η ψυχική της κόπωση. Αντίστοιχη με τον Μεσαίωνα ή τους θρησκευτικούς πολέμους. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι μετά τον Μεσαίωνα ήρθε η Αναγέννηση και μετά τους θρησκευτικούς πολέμους ο Διαφωτισμός. Και στις δύο περιπτώσεις, η Ευρώπη ξαναδιάβασε τον Πλάτωνα και τον Κικέρωνα.