Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Ιστορικό άρθρο για την Test Ban Treaty το 1963


Μόσχα, 1963: Test Ban Treaty
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΒΕΛΑΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Ο βομβαρδισμός της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι με ατομικές βόμβες από την κυβέρνηση Τρούμαν, τον Αύγουστο του 1945, σηματοδότησαν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την εισαγωγή της διεθνούς ζωής στην ατομική/πυρηνική εποχή.
Εκ των υστέρων, και μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο φρενήρης ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 για την ενδυνάμωση των πυρηνικών τους οπλοστασίων, αποτέλεσε μείζονα παράγοντα της σταθεροποίησης του διεθνούς συστήματος σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Από την οπτική, όμως, των ανθρώπων της εποχής τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Ο διαρκώς επικρεμάμενος κίνδυνος μιας στρατιωτικής σύρραξης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, που θα οδηγούσε πιθανότατα σε έναν πυρηνικό πόλεμο με καταστροφικές συνέπειες για όλο τον πλανήτη, είχε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μαζικών «κινημάτων ειρήνης», ιδίως στον δυτικό κόσμο. Ο κίνδυνος ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος, πέρα από τις κοινωνικές πιέσεις, δεν ήταν δυνατό να αφήσει αδιάφορους και τους ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, ιδίως από τη στιγμή που η αυξανόμενη εκτεχνίκευση του πολέμου μπορούσε να οδηγήσει σε μία στρατιωτική σύρραξη ακόμη και από ένα «τυχαίο» λάθος ή παρεξήγηση. Ταυτόχρονα, πέρα από τον κίνδυνο μιας ένοπλης σύρραξης, εγειρόταν και το μείζον πρόβλημα των ραδιενεργών καταλοίπων λόγω των πυρηνικών δοκιμών. Για παράδειγμα, το 1959 ραδιενεργά κατάλοιπα βρέθηκαν σε σιτάρι και γάλα στις βόρειες ΗΠΑ, προκαλώντας τη διεθνή κατακραυγή.
Τι συνυπέγραψαν ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Βρετανία
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συζητήσεις ανάμεσα στη Σοβιετική Eνωση και τις ΗΠΑ αναφορικά με την απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών είχαν ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Παρά τις όποιες προσπάθειες, όμως, οι ψυχροπολεμικές εντάσεις και η έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στον καπιταλιστικό και στον κομμουνιστικό κόσμο είχαν οδηγήσει τις συζητήσεις σε αδιέξοδο. Το κύριο πρόβλημα είχε να κάνει με το πρόβλημα της «εξακρίβωσης» (verification), δηλαδή της επιτόπιας έρευνας για την επαλήθευση της τήρησης ή μη των συμφωνιών. Ενώ οι δοκιμές στην ατμόσφαιρα ήταν πολύ εύκολο να εξακριβωθούν με τη χρήση σεισμογραφικών μέσων, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις υπόγειες δοκιμές, οι οποίες μπορούσαν εύκολα να συσχετιστούν με σεισμούς στο υπέδαφος (subterranean earthquakes). Eτσι, οι ΗΠΑ επέμεναν πως θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα διεθνές γραφείο επιθεώρησης, το οποίο θα παρακολουθούσε και ανίχνευε επιτόπια τις υπόγειες πυρηνικές δοκιμές. Η ΕΣΣΔ, η οποία ήταν αντίθετη σε τέτοιους είδους λύσεις επειδή τις αντιλαμβανόταν ως ένα είδος κατασκοπείας της Δύσης, τελικά είχε αποδεχθεί έναν περιορισμένο αριθμό επιθεωρήσεων στο έδαφός της. Αυτές όμως θεωρήθηκαν ανεπαρκείς από την αμερικανική πλευρά, με συνέπεια το αδιέξοδο των συζητήσεων.
Το γεγονός που άλλαξε τα δεδομένα, όχι μόνο του προβλήματος των πυρηνικών δοκιμών, αλλά του Ψυχρού Πολέμου γενικότερα, ήταν η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας του Οκτωβρίου 1962, κατά την οποία για μερικές ημέρες η ανθρωπότητα έφτασε πολύ κοντά σε έναν πυρηνικό πόλεμο. Το σοκ που προκάλεσε η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας δεν ήταν δυνατό να μη δώσει κάποια «μαθήματα» στους ηγέτες των δύο υπερδυνάμεων. Αμέσως μετά την κρίση, ο Τζον Κένεντι και ο Νικίτα Χρουστσόφ ξεκίνησαν μια προσωπική επικοινωνία, που επανέφερε τον διάλογο γύρω από το ζήτημα της απαγόρευσης των πυρηνικών δοκιμών. Ο Κένεντι επέλεξε τον Aβερελ Χάριμαν, έναν έμπειρο διπλωμάτη που απολάμβανε της εκτίμησης του Χρουστσόφ, για να ξαναρχίσει τις διαπραγματεύσεις στη Μόσχα. Τον δρόμο για την τελική συμφωνία άνοιξε η πρόθεση των δύο πλευρών να τεθούν κάποια όρια ως προς την έκταση της συμφωνίας: ο αποκλεισμός από τη συμφωνία των δοκιμών που θα διεξάγονταν στο υπέδαφος εξάλειψε την ανάγκη για επιτόπια επιθεώρηση, που απέρριπτε το Κρεμλίνο. Στις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν τον Ιούλιο του 1963 στη Μόσχα έλαβε μέρος και η Μεγάλη Βρετανία. Τελικά, στις 5 Αυγούστου οι τρεις χώρες υπέγραψαν τη Συνθήκη για τη Μερική Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών (Limited Test Ban Treaty), σύμφωνα με την οποία:
1. Απαγορεύονταν οι πυρηνικές δοκιμές υποθαλάσσια, στην ατμόσφαιρα και στο Διάστημα.
2. Επιτρέπονταν οι πυρηνικές δοκιμές στο υπέδαφος, υπό τον όρο ότι τα ραδιενεργά υπολείμματα θα παρέμεναν στα γεωγραφικά όρια του κράτους που πραγματοποιούσε τις δοκιμές.
3. Καλούνταν οι συμβαλλόμενοι να εργαστούν προς την κατεύθυνση του πλήρους αφοπλισμού.
Οι ενδονατοϊκές τριβές και η στροφή του Κένεντι
Εκτός από τον αποφασιστικό ρόλο που έπαιξε η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας στην υπογραφή της Συμφωνίας, κάποιοι ιστορικοί, με προεξάρχοντα τον Marc Trachtenberg, έχουν υπογραμμίσει τη σημασία της διπλωματικής πτυχής ως προς το τελικό αποτέλεσμα, δίνοντας έμφαση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και τις ενδονατοϊκές τριβές που ταλάνιζαν τη δυτική συμμαχία από τα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Το ζήτημα των πυρηνικών όπλων και της πυρηνικής στρατηγικής είχε απασχολήσει το ΝΑΤΟ ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Πάγιο σημείο συζητήσεων και διαφωνιών αποτελούσε το πρόβλημα του ελέγχου των πυρηνικών όπλων εντός του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, με τους Ευρωπαίους να ζητούν την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην άμυνα του δυτικού κόσμου με πυρηνικά μέσα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την άνοδο στην εξουσία του στρατηγού Ντε Γκωλ, από το 1958, ο οποίος είχε ως κύριο πολιτικό του στόχο να καταστήσει τη Γαλλία ξανά μεγάλη δύναμη, μέσω κυρίως της απεξάρτησής της από την αμερικανική ηγεμόνευση. Η αμφισβήτηση της αμερικανικής πολιτικής από τον Γάλλο ηγέτη έλαβε νέες διαστάσεις με την υιοθέτηση από την κυβέρνηση Κένεντι, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, του δόγματος της «ευέλικτης ανταπόδοσης» (flexible response). Η έμφαση που η νέα αμερικανική στρατηγική έδινε στις συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις έναντι των πυρηνικών θεωρήθηκε από τον Ντε Γκωλ ως αποφασιστικό βήμα των ΗΠΑ για την εγκατάλειψη της άμυνας της Δυτικής Ευρώπης.
Η ένταση που δημιουργήθηκε ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία, που ως γνωστόν κορυφώθηκε με την έξοδο της δεύτερης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1966, σηματοδότησε μια στροφή στην εξωτερική πολιτική του Κένεντι. Προτεραιότητα δόθηκε, πλέον, στην επίτευξη μιας συμφωνίας με τους Σοβιετικούς για τη διατήρηση του status quo στην Κεντρική Ευρώπη. Ως συστατικό μέρος για την επίτευξη της συμφωνίας, η αμερικανική κυβέρνηση πρότεινε τη μη πυρηνικοποίηση της Δυτικής Γερμανίας, την οποία συνέδεε με μια συνολική διευθέτηση για την παύση της διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Το «πακέτο» των αμερικανικών προτάσεων θα συνδεόταν, τέλος, με το μείζον στρατηγικό διακύβευμα του Ψυχρού Πολέμου, που ήταν η διευθέτηση του ζητήματος του Βερολίνου. Η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας έδωσε την τελική ώθηση για την υπογραφή της Συνθήκης για τη Μερική Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών, που είχε ήδη «προετοιμαστεί» μέσω των διπλωματικών διεργασιών και εξελίξεων των τελευταίων δύο, τουλάχιστον, ετών.
Πρώτο βήμα για τις διευθετήσεις της δεκαετίας του 1970
Η σύναψη της Συνθήκης καταδείκνυε, βραχυπρόθεσμα, την αμοιβαία κατανόηση που υπήρχε την περίοδο εκείνη ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ σε μια πλειάδα σοβαρών διεθνών ζητημάτων. Παρά το γεγονός ότι δεν σταματούσε τον πυρηνικό ανταγωνισμό, καθώς οι δοκιμές εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται στο υπέδαφος, η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την πρώτη συνθήκη ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις πάνω στο καίριο ζήτημα του ελέγχου των εξοπλισμών και έθεσε τις βάσεις για τις σημαντικές διευθετήσεις που έλαβαν χώρα τα επόμενα χρόνια, όπως η Συνθήκη για τη μη Διασπορά των Πυρηνικών Oπλων του 1968 αλλά και οι SALT I και II που υπογράφηκαν μέσα στη δεκαετία του 1970. Oπως ήταν φυσικό, η Γαλλία δεν υπέγραψε τη Συνθήκη, ακολουθώντας τον δικό της, «εθνικό» δρόμο στο ζήτημα των πυρηνικών όπλων με την προσπάθεια του Ντε Γκωλ για τη δημιουργία της force de frappe. Το ίδιο έπραξε και η Κίνα, η οποία το 1964 πραγματοποίησε την πρώτη της πυρηνική δοκιμή με επιτυχία.
Ανάμεσα στα κράτη που υπέγραψαν τη Συνθήκη για τη Μερική Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών ήταν και η Ελλάδα, υπό την κυβέρνηση, τότε, του Παναγιώτη Πιπινέλη. Η στάση των ελληνικών κυβερνήσεων, ήδη από την περίοδο της πρωθυπουργίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ήταν ιδιαίτερα καχύποπτη σε συμφωνίες «μερικού» χαρακτήρα, που δεν οδηγούσαν στην επιθυμητή για την Ελλάδα λύση του αφοπλισμού. Η Ελλάδα ως μικρή χώρα θεωρούσε ότι τέτοιου είδους συμφωνίες μπορούσαν να οδηγήσουν στη χαλάρωση των εντάσεων μεταξύ των μεγάλων παικτών του διεθνούς συστήματος, αφήνοντας έκθετες τις μικρές και αδύναμες χώρες. Υπό αυτή την προοπτική, η Συνθήκη για τη Μερική Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ζωτικά συμφέροντα της χώρας, από τη στιγμή που θα μπορούσε να επιφέρει τη χαλάρωση των στρατιωτικών προσπαθειών του δυτικού κόσμου και να επιτείνει τη χαλαρότητα των δεσμών μεταξύ των κρατών-μελών του. Πάντως, έπειτα από αμφιταλαντεύσεις και δισταγμούς, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να προσχωρήσει στη Συνθήκη με τη λογική ότι δεν μπορούσε να μείνει έξω από σημαντικές διαδικασίες διεθνούς βεληνεκούς, από τη στιγμή που αυτές, μάλιστα, είχαν πραγματοποιηθεί με την ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών από την πλευρά των κύριων συμμαχικών κρατών του δυτικού κόσμου.

* Ο κ. Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι επισκέπτης λέκτωρ στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

(Στην φωτογραφία : Μόσχα, 5 Αυγούστου 1963. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ντιν Ρασκ (δεξιά), της ΕΣΣΔ Αντρέι Γκρομίκο (κέντρο) και της Βρετανίας Λόρδος Χιουμ (αριστερά) υπογράφουν τη συνθήκη περιορισμού των πυρηνικών δοκιμών. Πίσω από τον Ρασκ εικονίζεται ο Νικίτα Χρουστσόφ και δίπλα του ο γ.γ. του ΟΗΕ Ου Θαντ)