Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Εύστοχο ερώτημα πόσα μπορούμε να αντέξουμε;


Πόσα μπορούμε να αντέξουμε;
Κώστας Γιαννακίδης
Στα τέλη των ‘80ς στην τηλεόραση ήταν ο Ιππότης και στις εφημερίδες ο Μολώχ –της ασφάλτου και οι δύο. Ο Μολώχ ήταν μία αρχαία θεότητα που λατρεύτηκε από τους Φοίνικες και τους έλληνες δημοσιογράφους.
Οι Φοίνικες του θυσίαζαν παιδιά και οι δημοσιογράφοι του αφιέρωναν τίτλους.
Ειδικά κάθε Δευτέρα, ο Μολώχ ήταν στις ελληνικές εφημερίδες περισσότερο και από τον Νίκο Αναστόπουλο. Διότι ήταν αυτός, ο Μολώχ, που ζητούσε δεκάδες νεκρούς στην ελληνική άσφαλτο. Το Σαββατοκύριακο είχε καμιά εικοσαριά νεκρούς, η εφημερίδα τους χρέωνε στον Μολώχ και ανάθεμά με αν μπήκε ποτέ στον κόπο να εξηγήσει στους αναγνώστες της ποιος ήταν ο τύπος. Τέλος πάντων, η καριέρα του Μολώχ στον ελληνικό Τύπο ξεκίνησε με οκτάστηλα και έσβησε μέσα σε ασήμαντα μονόστηλα, όταν οι αρχισυντάκτες διαπίστωσαν ότι οι αναγνώστες δεν ενδιαφέρονται για τα τροχαία. Και αν το τροχαίο δεν περιείχε «ξεκλήρισμα», ο χώρος που κέρδιζε στην εφημερίδα ήταν μόνο ο πληρωμένος στα κοινωνικά -του αγγελτήριου θανάτου.
Οι άνθρωποι συνηθίζουν τα πάντα. Μα, τα πάντα. Κάποια στιγμή το μάτι σταματά να παίζει και η ψυχή μένει ατάραχη. Συχνά δε, η εξοικείωση οδηγεί, περίπου, σε αποκτήνωση. Ηταν, ας πούμε, τόσο συχνή η έκθεση στο λιμό της Αιθιοπίας που, από ένα σημείο και μετά άρχισαν να κυκλοφορούν ανέκδοτα.
Προσέξτε, λοιπόν, πώς αντιδρούν τα συλλογικά μας αντανακλαστικά μπροστά στο δράμα και στην κρίση των προσφύγων. Η Ειδομένη έχει γίνει πλέον αποδεκτή ως μία μαύρη κουκίδα στην άκρη του χάρτη. Ακόμα και τα κόμματα της αντιπολίτευσης έκοψαν τα πομπώδη σε τόνους αρχαίας τραγωδίας. Η δε κυβέρνηση ουσιαστικά σιωπά, περιμένοντας το τραγούδι του τζίτζικα και τον λήθαργο του ελληνικού καλοκαιριού. Η Ειδομένη είναι μακριά. Στον Πειραιά θα τους μαντρώσουν με σίδερα και αστυνομία για την έξοδο του Πάσχα και στο Ελληνικό ρεπορτάζ κάνουν μόνο οι ξένοι. Πάει, το Προσφυγικό ενσωματώθηκε στη συνείδηση μας ως άλλη μία επίπτωση της βαριάς αρρώστιας που μας δέρνει. Σε λίγο δεν θα βλέπουμε ούτε πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι ούτε ποιος ευθύνεται. Εν ανάγκη θα φταίει η διαπλοκή σε παγκόσμιο επίπεδο, ο καπιταλισμός ηλίθιε και τα συναφή. Διόλου περίεργο. Είναι λογικό και θεμιτό. Όπως συμβαίνει με όλα τα δυσάρεστα στη ζωή μας, όταν αισθανθούμε ότι δεν υπάρχει χώρος για διαχείριση, τότε επέρχεται ο συμβιβασμός. Το συνηθίζεις, το καταπίνεις, το βλέπεις αλλιώς. Συχνά δεν το βλέπεις καθόλου.


Να, μην κοιτάτε πιο πέρα από τη μύτη σας, δείτε τα δικά μας. Σήμερα ζούμε σε συνθήκες που πριν από έξι χρόνια θα ήταν ανέκδοτο ή εφιάλτης. Με πτώση του βιοτικού επιπέδου, μείωση εισοδημάτων, κατάρρευση αγοραστικής δύναμης, capital controls, εκρηκτική ανεργία, ανασφάλιστη εργασία, συντάξεις της πλάκας. Με τη Χρυσή Αυγή τρίτο κόμμα. Αν τα έλεγες σε καφενείο του 2009 θα σου ζητούσαν να τους πεις και σε ποια χώρα θα συμβούν. Και όμως συμβαίνουν εδώ. Απλώς συμβαίνουν συνέχεια, παγιώθηκαν ως συνθήκες, έγιναν καθημερινότητα. Συμβιβάζεσαι μαζί τους και προσπαθείς να ζήσεις. Η δε έννοια της συλλογικής αντίδρασης είναι υποκειμενική, πιθανώς και ψευδής. Μια φορά το λαϊκό θυμικό πήγε να εκφράσει θεσμική αντίδραση, αλλά γελοιοποιήθηκε με τη διαχείριση του δημοψηφίσματος.
Αντέχουμε τα πάντα και αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό. Είναι αρετή, αλλά συνάμα και μειονέκτημα. Μέσα μας όλοι έχουμε βάλει έναν κόφτη στις εξελίξεις που αφορούν την κοινή μας ζωή. Ας πούμε πιστεύουμε ότι η χώρα θα παραμείνει στο ευρώ, στο στενό πυρήνα της Ευρώπης, στη σφαίρα του δυτικού κόσμου. Θεωρούμε ότι εξασφαλίσαμε ένα αξιοπρεπές επίπεδο δημόσιας ασφάλειας με κοινωνική συνοχή που ικανοποιεί τις στοιχειώδεις συνθήκες πρόνοιας, μέριμνας και αλληλεγγύης. Και όμως, η πρόσφατη ιστορική εμπειρία μας αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι ούτε δεδομένο, ούτε απίθανό. Πριν από έξι χρόνια μετρούσες 14 μισθούς ετησίως και τώρα βάζεις το χέρι στην τσέπη ελπίζοντας να πιάσεις κέρμα των δύο ευρώ. Δεν μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου εκτός Ευρωζώνης. Μα, μπορούσες προχθές να φανταστείς όσα ζεις τώρα; Αυτό που σήμερα μοιάζει με ακραίο σενάριο, μπορεί να είναι η αυριανή καθημερινότητα με την οποία θα συμβιβαστείς για να επιβιώσεις. Γιατί πάντα, όταν τα πράγματα ζορίζουν η επιβίωση αρκεί για να σε παρηγορήσει.