Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Άρθρο για τα δομικά προβλήματα των ΜΜΕ


Τα δομικά προβλήματα των ΜΜΕ
Πάσχος Μανδραβέλης
Υ​​πήρξαν πολλές κρίσεις και συνεπώς πολλές ευκαιρίες για να συζητηθούν τα κακώς κείμενα της ελληνικής δημοσιογραφίας. Το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ διάλεξε τη χειρότερη, ίσως επειδή η αριστερίστικη πλειονότητα των συνδικάτων τα τελευταία χρόνια βολεύτηκε και εκμεταλλεύτηκε τα χρόνια προβλήματα στον χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Δυστυχώς, η βιομηχανία ενημέρωσης ακολούθησε την πεπατημένη των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων σε όλο τον κόσμο. Κρατική «προστασία» από τις αλλαγές που φέρνουν η πρόοδος της τεχνολογίας και η αγορά, χαριστικές ρυθμίσεις, εύκολα λεφτά και εν τέλει κακό προϊόν, σαν αυτό που παράγουν όλες οι κρατικές ή κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις. Ηταν πολλές οι κρατικές ρυθμίσεις «υπέρ» της ενημέρωσης, τα προηγούμενα χρόνια. Οι επιχειρήσεις είχαν ατέλεια στον κρατικό ΟΤΕ και στην κρατική ΔΕΗ· οι εφημερίδες διακινούνταν δωρεάν από την κρατική Ολυμπιακή· οι ίδιες επιχειρήσεις είχαν ατέλεια ακόμη και ασφαλιστικών εισφορών.
Το «αγγελιόσημο», για το οποίο γίνεται τώρα τόση φασαρία και απεργίες, δεν ήταν μια παροχή προς τους δημοσιογράφους, όπως θρυλείται. Οι εργαζόμενοι πληρώνουν κανονικά ασφαλιστικές εισφορές. Οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ απαλλάχθηκαν και σε αντιστάθμισμα δίνουν το 20% του τζίρου των «αγγελιών»· παλιότερα το βασικό διαφημιστικό έσοδο των εφημερίδων ήταν οι αγγελίες. Υπήρχε μέχρι και αφορολόγητο 2% του τζίρου των επιχειρήσεων ΜΜΕ.
Η στρέβλωση της αγοράς διά κρατικών ενισχύσεων έχει πάντα ως αποτέλεσμα τη σπατάλη και αυτό είναι φυσικό. Η αγορά δεν είναι παρά μια καθημερινή ψηφοφορία των προϊόντων που πρέπει να παραχθούν και σε τι ποσότητες. Οι κρατικές ενισχύσεις, που χρηματοδοτούνται από την αναγκαστική φορολογία, εξασφαλίζουν ότι θα υπάρχει πλεονάζον προϊόν απ’ όσο η κοινωνία θέλει. Αυτό έγινε με τα ελληνικά ΜΜΕ. Ελλείψει μεγάλου μέρους του κόστους και εξασφαλισμένων κρατικών επιχορηγήσεων (πολλάκις αφανών) δημιουργήθηκε μια τεράστια «φούσκα» πανελληνίως με εκατοντάδες τίτλους εφημερίδων, ραδιοφωνικών σταθμών και καναλιών.
Παρενέργειες
Ετσι δημιουργήθηκαν παρενέργειες που επισημαίναμε και παλιότερα («Καθημερινή», 28.6.2009): «Το γεγονός ότι η χώρα με τη μικρότερη αναγνωσιμότητα στον δυτικό κόσμο έχει τις περισσότερες εφημερίδες οφείλεται στην ελπίδα (η οποία πολλές φορές έγινε πραγματικότητα) ότι το κράτος είναι εκεί και έχει τα χρήματα να σώσει ένα από τα πολλά κοινωνικά αγαθά που κυκλοφορούν στη χώρα μας, την ενημέρωση... Ηταν διάχυτη η αντίληψη ότι το κράτος έπρεπε να φροντίζει την αδιάλειπτη παροχή των κοινωνικών αγαθών (“πολιτιστικά”, “ψυχαγωγικά”, “ενημερωτικά” κ.λπ.). Φυσικά, σε όλους αυτούς τους χώρους, όσοι ήταν κοντύτερα στο γκουβέρνο απολάμβαναν περισσότερα από την προσφορά αυτών των κοινωνικών αγαθών. Ετσι, όμως, δεν είχαν κίνητρα να βελτιώσουν το προϊόν τους διότι δεν απευθυνόταν πρωτίστως στην “καταραμένη αγορά” κι εκείνοι που βελτίωναν το προϊόν είχαν συγκριτικό μειονέκτημα σε σχέση με εκείνους που έβγαζαν λεφτά άκοπα πουλώντας “κοινωνικά αγαθά” ή (για να μην κοροϊδευόμαστε) πολιτική επιρροή».
Το βασικότερο λοιπόν πρόβλημα των ελληνικών ΜΜΕ είναι το σύνθημα της Αριστεράς που έγινε δόγμα: «Η ενημέρωση δεν είναι εμπόρευμα». Αν οι επιχειρήσεις έπρεπε να ζήσουν από την ενημέρωση θα έπρεπε να την κάνουν καλύτερη, χρησιμότερη, δηλαδή πιο αξιόπιστη. Αν δεν επιδοτούνταν, θα φρόντιζαν ώστε το προϊόν τους να πωλείται περισσότερο και γι’ αυτό θα το βελτίωναν. Δεν θα έφτιαχναν συνθήκες εικονικής πραγματικότητας είτε σε ό,τι αφορά τους «ιμπεριαλιστικούς πολέμους», είτε για το μνημόνιο, είτε για το δημοψήφισμα. «Επειδή οι επιχειρήσεις δεν είναι προσανατολισμένες στην αγορά της ενημέρωσης (αλλά στην αγορά της πολιτικής επιρροής) δίνουν ελάχιστη σημασία στις υπόλοιπες πλην των πολιτικών σελίδων. Αυτές αφέθηκαν στις ιδεοληψίες των συντακτών τους· στον αριστερισμό και τον αντιιμπεριαλισμό όσων θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, αντί να τον ενημερώσουν», γράφαμε παλιότερα («Το επιχειρηματικό έλλειμμα των ΜΜΕ», 2.7.2009). Η αδιαφορία για την ενημέρωση «μη-εμπόρευμα» έκανε τη δημοσιογραφία όμηρο της κυρίαρχης αριστερίστικης ιδεολογίας· έγινε αντιιμπεριαλιστικότερη των αντιιμπεριαλιστών, αντιμνημονιακότερη των αντιμνημονιακών, αντικαπιταλιστικότερη των αντικαπιταλιστών. Δεν είναι τυχαίος ο διαρκής κλαυθμός τα προηγούμενα χρόνια για κάθε ιδιωτικοποίηση που πήγαινε να γίνει στη χώρα, ούτε ο αντιμεταρρυθμιστικός οίστρος επί παντός. Τα ΜΜΕ στο δημοψήφισμα άλλαξαν την τελευταία στιγμή ρότα επειδή πάρα πολλοί τρόμαξαν από το τυχοδιωκτικό εγχείρημα της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Οποιες παραβιάσεις της δημοσιογραφικής δεοντολογίας έγιναν τον Ιούνιο ωχριούν μπροστά στα τέρατα που ζήσαμε τα προηγούμενα χρόνια.
Από τις αρχές του 1990
Τώρα η βιομηχανία των ΜΜΕ έχει μπει σε βαθιά και παρατεταμένη κρίση. Υπάρχει κατ’ αρχάς η παγκόσμια κρίση, για την οποία ο συγγραφέας Μάικλ Κράιτον προειδοποιούσε από τις αρχές του 1990: «Tα αμερικανικά MME θα είναι η General Motors της δεκαετίας του ’90... Tα Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης είναι βιομηχανία που παράγει πληροφορία και όπως οι υπόλοιπες αμερικανικές βιομηχανίες, τα MME παράγουν προϊόν πολύ χαμηλής ποιότητας. H πληροφορία τους είναι αναξιόπιστη, περιέχει πολύ χρώμιο και λάμψη, οι πόρτες τρίζουν, μένει στα φανάρια και πωλείται χωρίς εγγύηση. Tα προϊόντα των MME δεν είναι τίποτε περισσότερο από φανταχτερά σκουπίδια. Γι’ αυτό ο κόσμος σταμάτησε να τ’ αγοράζει... Τα ΜΜΕ αντί να επικεντρωθούν στην ποιότητα, προσπάθησαν να γίνουν ζωηρόχρωμα και τραβηχτικά – πουλώντας το ξίγκι αντί του φιλέτου, τον παρουσιαστή της εκπομπής αντί του καλεσμένου, τη φόρμα αντί του περιεχομένου. Ετσι όμως εγκατέλειψαν το κοινό τους...» («Mediasaurus», Wired, Σεπτέμβριος 1993).
Μαζί με αυτό το δομικό πρόβλημα που έχουν τα ΜΜΕ διεθνώς, τα εγχώρια έχουν και αμιγώς ελληνικά προβλήματα: η διαφημιστική αγορά έχει καταρρεύσει λόγω της ύφεσης, το κράτος χρεοκόπησε και δεν μπορεί να βοηθήσει (τι να κάνουν μερικές προσλήψεις εκδοτών ή διαχειριστών sites, στις οποίες προβαίνει η κυβέρνηση;) και η αγορά των καταναλωτών ενημέρωσης έχει συρρικνωθεί και πρέπει να φτιαχτεί από την αρχή.
Αυτό σημαίνει επενδύσεις· όχι τόσο σε υλικοτεχνική υποδομή, αλλά στο ανθρώπινο δυναμικό. Κακά τα ψέματα: ένα μέσο ενημέρωσης το πρώτο που πουλάει είναι η πνευματική δουλειά των ανθρώπων του. Πρώτη του ύλη δεν είναι ούτε το χαρτί, ούτε τα μελάνια, ούτε τα φανταχτερά στούντιο· είναι τα κεφάλια των εργαζομένων.
Ειδικά ο Τύπος αντιμετωπίζει μια τεράστια πρόκληση. Το Διαδίκτυο μοιάζει να κάνει ταχύτερα, καλύτερα και πιο εντυπωσιακά όλα όσα έκαναν οι εφημερίδες. Αλλά αυτό μπορεί να είναι και ευκαιρία. Στην πληροφορική κοινωνία το μόνο σίγουρο είναι ότι πνιγόμαστε στην πληροφορία. Εχουμε την τηλεόραση (δημόσια, ιδιωτική, δορυφορική, καλωδιακή), το ραδιόφωνο (δημόσιο, ιδιωτικό κ.λπ.), τα ειδικά περιοδικά, το Διαδίκτυο· δεν θέλουμε άλλη πληροφόρηση. Aυτό που μας λείπει είναι ο οδηγός σ’ αυτόν τον ορμητικό χείμαρρο, η πυξίδα στη θάλασσα των πληροφοριών. Λείπει η αξιολόγηση από ανθρώπους που εμπιστευόμαστε. Λείπει η κλασική δημοσιογραφία της αντεστραμμένης πυραμίδας. Aυτή είναι μια υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει ο Τύπος.
Οσο ο όγκος των πληροφοριών μεγαλώνει, τόσο πιο πολύτιμη γίνεται αυτή η υπηρεσία, δηλαδή όσο το Internet θα διογκώνεται, τόσο περισσότερο θα αναζητείται. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που δεν θα γίνει. Προς το παρόν οι δημοσιογράφοι απεργούν. Απέχουν δηλαδή από μια αγορά, που είναι σχετικώς αδιάφορη για το προϊόν τους...