Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Εξαιρετικός Τ. Θεοδωρόπουλος αν ανήκομεν εις την Ανατολήν;


Ανήκομεν εις την Ανατολήν;
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο​​ταν ο Χάντινγκτον δημοσίευσε το περίφημο βιβλίο του για τη σύγκρουση των πολιτισμών, η Αραβική Ανοιξη δεν είχε γίνει και τίποτε δεν προϊδέαζε για τη μεγάλη κρίση της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Κανείς δεν αμφισβητούσε τότε την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας μας, παρ’ όλα αυτά ο Χάντινγκτον, χαράσσοντας τα πολιτισμικά του σύνορα, είχε εντάξει την Ελλάδα στο ορθόδοξο τόξο, μαζί με τα υπόλοιπα Βαλκάνια και τη Ρωσία, εκτός δυτικού κόσμου. Αυτός σταματούσε στην Ιταλία, την Κεντρική Ευρώπη και την Πολωνία, περιελάμβανε δε τη Βόρειο Αμερική και την Αυστραλία. Ηταν το 1993, το Σιδηρούν Παραπέτασμα είχε καταρρεύσει, και σκέφτομαι πολλές φορές μήπως η εσπευσμένη και μάλλον άτσαλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης οφείλεται, εκτός των άλλων, και στη θεωρία του Χάντινγκτον. Μήπως, δηλαδή, ήταν μια απόπειρα για να καλυφθεί το ρήγμα που είχε επισημάνει.
Η Ελλάδα σήμερα κρέμεται σαν τσαμπί έτοιμο να πέσει στη Μεσόγειο στην άκρη μιας Βαλκανικής Χερσονήσου η οποία, σε πείσμα της θεωρίας του Χάντινγκτον, είναι στραμμένη προς τη Δύση. Είναι η οικονομική κρίση, αλλά δεν είναι μόνον η οικονομική κρίση. Το θέμα δεν είναι καν πολιτικό. Το θέμα είναι πολιτισμικό, και κατά συνέπεια βαθιά ψυχολογικό. Το «εμείς δεν είμαστε ακριβώς δυτικοί, διότι έχουμε πολλά ανατολίτικα στοιχεία μέσα μας», είναι παράμετρος του εθνικού μας ναρκισσισμού. Το είχε πει και ο Γιαν Φαμπρ: «Μου αρέσει η Ελλάδα διότι δεν είναι ακριβώς σύγχρονη χώρα», ο εστί μεθερμηνευόμενον «δεν είναι ακριβώς δυτική χώρα». Τότε κανείς δεν είχε αντιδράσει. Οι αντιδράσεις του «καλλιτεχνικού κόσμου» ξέσπασαν όταν όσοι περίμεναν να φύγει ο Λούκος από το φεστιβάλ για να βρουν μια θέση στο πρόγραμμα, διεπίστωσαν ότι ο Φαμπρ τους είχε τελείως αποκλείσει. Ομως, αυτό είναι άλλο ζήτημα.
Τι εννοούμε όταν λέμε ότι είμαστε και Ανατολίτες; Αν εξαιρέσω, βέβαια, τον μουσακά και το ραχάτι, το οποίο στο κάτω κάτω το μοιραζόμαστε και με τη μεσογειακή Ευρώπη. Σε ποια Ανατολή αναφερόμαστε; Σίγουρα όχι στον αραβικό κόσμο. Και σ’ αυτό δεν ευθύνεται μόνον η διαφορά των θρησκειών. Οι διαφορές που μας χωρίζουν από τον αραβικό κόσμο είναι τεράστιες. Αλλη είναι η ιστορία μας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο δικός μας εθνικισμός ξυπνάει στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, ενώ ο αραβικός εθνικισμός είναι προϊόν του εικοστού. Αλλες είναι και οι αναφορές της παιδείας μας. Στην επικράτεια του Ισλάμ ο κλασικός ελληνικός πολιτισμός έχει πάψει να υπάρχει από την εποχή που ο Αβερρόης σχολίαζε τον Αριστοτέλη, από τον δωδέκατο αιώνα δηλαδή. Για τη σύγχρονη Ελλάδα η αναφορά στην κλασική Ελλάδα είναι μία από τις βασικές υπαρξιακές της αναφορές, ασχέτως αν την κακοποιούμε ή δεν ξέρουμε πώς να τη διαχειρισθούμε.
Επί εποχής του αειμνήστου ηγέτου του ελληνικού σοσιαλισμού, ο αραβικός κόσμος χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο της καιροσκοπικής πολιτικής του απέναντι στην Ευρώπη. Να θυμίσω τον Ακη, αν δεν κάνω λάθος, που είχε χαρακτηρίσει τη Λιβύη του Καντάφι, Αθήνα του Περικλή. Να θυμίσω το επεισόδιο με τον ίδιο Καντάφι, που τον είχε φέρει για surprise party ο αείμνηστος στον Μιτεράν στην Ελούντα; Να θυμίσω τον Αραφάτ που πηγαινοερχόταν και μοίραζε φιλιά στο στόμα. Να θυμίσω τις αγκαλιές με τον Χαφέζ αλ Ασαντ και τις σχέσεις του τότε ΠΑΣΟΚ με το Μπάαθ. Και εννοείται να θυμίσω πως το Ισραήλ είχε πάντα άδικο. Ε, ναι. Η Ελλάδα δεν ήταν ακριβώς δυτική χώρα. Η άλλη μισή καρδιά της βρισκόταν πάντα στην Ανατολή. Είτε από πολιτικό καιροσκοπισμό είτε από νοσταλγία.
Υπάρχουν και τα Βαλκάνια, θα μου πείτε. Από το Ξανθό Γένος των προπαππούδων μας ώς την κομμουνιστική ανταρσία του ’46 και το φλερτ του σημερινού εθνικολαϊκισμού με τον Πούτιν, τα Βαλκάνια, μέσω της ηγεμονικής Μόσχας, μας χώριζαν πάντα από τη Δύση. Εδώ ενέχεται και η ορθοδοξία. Πάντως, όποτε, πολιτικά ή πολιτισμικά, ενεργοποιείται ο ανατολίτικος ναρκισσισμός μας, τα Βαλκάνια λειτουργούν ως καταφύγιο. Δεν μας ενδιαφέρει αν ο Πούτιν προτιμά να συζητά με τη Μέρκελ παρά με τους Ελληνες ομοδόξους του. Δεν μας απασχολεί καν το γεγονός ότι τα Βαλκάνια στον εικοστό πρώτο αιώνα είναι στραμμένα προς τη Δυτική Ευρώπη, αν δηλαδή κάνουν ό,τι μπορούν για να απαλλαγούν από τον βαλκανικό τους εαυτό.
Δυσκολεύομαι να προσδιορίσω την «Ανατολή» στον σημερινό κόσμο, τουλάχιστον την Εγγύς και Μέση, τη «δική μας» και κατόπιν τούτου καταλήγω στο συμπέρασμα πως όταν λέμε «εμείς οι Ελληνες είμαστε και Ανατολίτες» αναφερόμαστε στο παρελθόν. Στων «Ελλήνων τις κοινότητες» που επιβίωσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, από τη Μικρασία μέχρι τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, κοινώς σε μια Ελλάδα που υπήρχε σε περασμένους αιώνες, πριν από την ίδρυση του έθνους-κράτους. Ακούμε τα ρεμπέτικα του Τσιτσάνη ή τα υπέροχα σμυρναίικα και λιώνουμε από τη νοσταλγία και προσπαθούμε, ορισμένοι εξ ημών τουλάχιστον, να τα μετατρέψουμε σε διεθνή πολιτική.
Η νοσταλγία είναι ύπουλη δύναμη. Σε υποχρεώνει να κυνηγάς φαντάσματα, υπάρξεις οι οποίες, επειδή δεν είναι του κόσμου τούτου, δεν σου επιτρέπουν ούτε να συνομιλήσεις μαζί τους ούτε να τις διαχειρισθείς. Η νοσταλγία αγκυλώνει το μυαλό και τα αντανακλαστικά, τα εργαλεία επεξεργασίας των συναισθημάτων σου. Σ’ αυτό ευθύνεται κατά μείζονα λόγο η παιδεία μας, η οποία δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί το «ανατολικό βάρος» του συλλογικού μας ασυνείδητου. Και θα πρέπει κάποτε να αναρωτηθούμε πόσα χρωστάει η ακινησία της ελληνικής κοινωνίας, και της πολιτικής, σ’ αυτό το άρρητο «Ανήκομεν εις την Ανατολήν».