Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Ιστορικό άρθρο για την αναχώρηση Καραμανλή στο Παρίσι το 1963


Η αναχώρηση Καραμανλή στο Παρίσι
ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Στις 9 Δεκεμβρίου 1963, ενώ εξελισσόταν το μπαράζ των (πρακτικά) προεκλογικών παροχών της πρώτης κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου, η οποία είχε αντισυνταγματικά παραμείνει στην εξουσία επί ένα μήνα χωρίς να προσέλθει στη Βουλή για να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναχωρούσε, οριστικά, για το Παρίσι.
Ταυτόχρονα, με μια βαρυσήμαντη επιστολή του προς τους βουλευτές της ΕΡΕ, πρότεινε ως νέο αρχηγό του κόμματος τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Η αποχώρηση του Μακεδόνα πολιτικού στο εξωτερικό έγινε έκτοτε αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Σε μια χώρα στην οποία οι προσωπικές επιθέσεις εναντίον του Καραμανλή και των μελών του επιτελείου του αντικαθιστούσαν το πολιτικό επιχείρημα, ακούστηκαν και απίθανα πράγματα, που συνέχισαν να «ψιθυρίζονται» τα επόμενα χρόνια: ο Καραμανλής έφυγε πανικόβλητος, για να μη «δολοφονηθεί» από τη βασίλισσα Φρειδερίκη! Ο Καραμανλής, εγωπαθής και αλαζονικός, δεν καταδεχόταν να καθήσει στα έδρανα της αντιπολίτευσης, αποκαλύπτοντας τη θεμελιωδώς «αντιδημοκρατική» του νοοτροπία (χρησιμοποιήθηκαν και πιο σκληρές λέξεις). Εκδηλώθηκαν μικρότητες ψυχικής –παρά αντιθέσεις πολιτικής– υφής: π.χ. το πρωτοσέλιδο της «Ελευθερίας» την επομένη, που πανηγύριζε, «Ο κ. Καραμανλής ώχετο απιών». Στο ίδιο πρωτοσέλιδο, αναφερόταν ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε αναχωρήσει με το ψευδώνυμο «Τριανταφυλλίδης» και είχε επιβιβαστεί στο αεροπλάνο «με λυγμούς». Στο κύριο άρθρο της, η εφημερίδα θριαμβολογούσε: «Εξήλθε χθες του δημοσίου βίου από την θύραν της υπηρεσίας όπως ακριβώς είχε εισέλθη. Υπήρξεν ηγέτης διά της δοτής εξουσίας. Αυτή, με τα “παραφερνάλιά” της, του έδωσεν ανάστημα. Η απώλειά της τον συνέτριψε».
Ελάχιστη σχέση είχαν αυτές οι λαϊκιστικές εξάρσεις με την πραγματικότητα. Το εισιτήριο του Καραμανλή είχε εκδοθεί κανονικά στο όνομά του και είναι αδιανόητο –και παντελώς ατεκμηρίωτο– να συνδέεται η πράγματι υπαρκτή αντιπάθεια της βασίλισσας προς τον πρωθυπουργό με παρόμοιες προθέσεις· μια εκδήλωση της παροξυσμικής συνωμοσιολογίας, που πάντως είχε μέλλον και επρόκειτο να φτάσει σε άλλες κορυφώσεις και σε μεταγενέστερες εποχές.
Αλλά και αναλυτές κατά βάση θετικοί προς τον Καραμανλή ένιωσαν την ανάγκη να αποστασιοποιηθούν από την επιλογή του. Μήπως θα έπρεπε – αναρωτήθηκαν– να παραμείνει στη χώρα, όπου η παρουσία του θα συνέβαλε στη σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος και ίσως στην αποτροπή των καταστροφικών εξελίξεων που οδήγησαν στη δικτατορία; Γιατί, τελικά, η αποχώρηση; Το άρθρο αυτό δεν θα αποπειραθεί να απαντήσει στο ερώτημα εάν «καλώς» ή «κακώς» αποφάσισε ο Καραμανλής να φύγει από τη χώρα. Θα προσπαθήσει, όμως, να παρουσιάσει τους λόγους της αποχώρησής του, που αποκαλύπτουν και βασικές πτυχές της πολιτικής του στρατηγικής.
Το θεσμικό ζήτημα...
Ο κύριος γνώμονας των ενεργειών του Καραμανλή από τα τέλη του 1963 υπήρξε η εκτίμηση ότι έλειπαν οι προϋποθέσεις για τη δική του δραστηριοποίηση στο πολιτικό σκηνικό. Ο Καραμανλής είχε, ήδη, από την προεκλογική εκστρατεία του 1961, ορίσει τους βασικούς του στόχους, που αποτελούσαν, κατά τη γνώμη του, και τις βασικές προϋποθέσεις όχι μόνον για την επιτυχή συνέχιση της μεταρρυθμιστικής πολιτικής, αλλά και για ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα: πρώτιστα, την αναθεώρηση του Συντάγματος την οποία είχε προτείνει στις αρχές του 1963, αλλά και τη μεταλλαγή της πολιτικής ατμόσφαιρας με την αποδοχή συμφωνημένων διαδικασιών και του ήπιου κλίματος. Χωρίς αυτά, κατά τον Καραμανλή, το όλο πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν δυνατόν να επιλυθεί, παρά την οικονομική και κοινωνική πρόοδο που είχε σημειωθεί.
Ωστόσο, η συνταγματική αναθεώρηση είχε αναιρεθεί από μια περίεργη ανίερη συμμαχία του Στέμματος, του Κέντρου και της Αριστεράς. Και χωρίς αυτήν, δεν υπήρχαν οι δυνατότητες για δημιουργική πολιτική δράση, επομένως ο ίδιος δεν είχε ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Η διαπίστωση αυτή διαπερνά το σύνολο των τοποθετήσεών του από το 1963 και εξής. Υπάρχει στην επιστολή που απηύθυνε στους βουλευτές της ΕΡΕ στις 9 Δεκεμβρίου, αποχωρώντας από την ηγεσία:
«Δεν υφίστανται εις την χώραν αι συνθήκαι εκείναι, τας οποίας εθεώρησα πάντοτε απαραιτήτους διά να εκπληρώσω την αποστολήν μου, όπως εγώ τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι. [...] Οταν ένας πολιτικός γνωρίζει τι πρέπει να γίνη εις την χώραν του και δεν δύναται να το πραγματοποιήσει διότι του αρνούνται τας αναγκαίας προϋποθέσεις, οφείλει, αντί να συμβιβάζεται με την συνείδησίν του, να αποχωρή. Αλλως, η παραμονή του εις την ενεργόν πολιτικήν όχι μόνον καθίσταται αμφιβόλου χρησιμότητος, αλλά είναι δυνατόν εις ωρισμένας περιπτώσεις, να αποβαίνη και επιβλαβής».
Οι ίδιες διαπιστώσεις εμφανίζονται το 1964 σε επιστολές του προς τον Κ. Τσάτσο και τον Κ. Παπακωνσταντίνου και κυρίως, σε μέγιστη ανάπτυξη, στην επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο της 10ης Μαΐου 1966, που αποτέλεσε μία συνολική «ανάγνωση» του ελληνικού πολιτικού προβλήματος, σε μια στιγμή μάλιστα κατά την οποία ο Καραμανλής είχε γίνει δέκτης εκκλήσεων τόσο από τους παλαιούς επιτελείς του, όσο και από τα Ανάκτορα αλλά και από τους «αποστάτες», να επανέλθει και να αναλάβει την πρωθυπουργία. Σε εκείνη την επιστολή, ο Καραμανλής τασσόταν υπέρ της συγκρότησης κυβέρνησης «από ικανά και κατάλληλα πρόσωπα» η οποία θα προχωρούσε στην «τολμηράν αναθεώρησιν του Συντάγματος», στην αποκατάσταση του ήρεμου πολιτικού κλίματος και στην έγκριση της αναμόρφωσης αυτής με δημοψήφισμα: «Αν γίνουν τα ανωτέρω και επιδείξη ωριμότητα ο λαός, ημπορεί η Ελλάς και χωρίς Μεσσίας να καταστή υπόδειγμα ευημερούσης πολιτείας». Χωρίς όμως μια τέτοια αναμόρφωση του πολιτεύματος, τόνιζε ο Καραμανλής και σε άλλες περιστάσεις (π.χ. την επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο στις 25.10.1966), η λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα ήταν προβληματική, και δύσκολα θα μπορούσαν να αποφευχθούν περιπέτειες.
Ο Καραμανλής επέβαλε στον εαυτό του την αποχώρηση και την αυτοεξορία, επειδή θεωρούσε ότι τίποτε δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του Συντάγματος του 1952, που είχε αποτελέσει προϊόν του εμφυλίου πολέμου· δεν θα γυρνούσε εάν δεν εξασφαλιζόταν αυτή η προϋπόθεση. Εδώ δεν πρόκειται για «πείσμα»: πρόκειται για τη διαπίστωση ότι απουσίαζε μια θεμελιώδης πολιτική προϋπόθεση, χωρίς την οποία δεν θεωρούσε ότι είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν αντικείμενο μιας πολιτικής ανάλυσης, την καθαρότητα της οποίας οφείλουμε –πενήντα και πλέον χρόνια μετά– να αναγνωρίσουμε.
...και η ανάγκη αποφυγής ενός νέου διχασμού
Υπήρχε όμως και ένας ακόμη λόγος, εξίσου, αν όχι και πιο σημαντικός. Η αποχώρηση του Καραμανλή από την Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του 1963, υπαγορεύθηκε και από τη θεμελιώδη αντίληψή του, διαμορφωμένη ήδη από τον Μεσοπόλεμο, για την ανάγκη αποφυγής ενός νέου εθνικού διχασμού. Ο Καραμανλής ανατράπηκε από τα Ανάκτορα τον Ιούνιο του 1963. Επιπλέον, τα Ανάκτορα του αρνήθηκαν τη διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών, παρά το γεγονός ότι διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τον Νοέμβριο του 1963, τα Ανάκτορα πρωθυπουργοποίησαν (αγνοώντας τη δική του εισήγηση) τον Γ. Παπανδρέου, δίνοντας έτσι στον αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου τη δυνατότητα να προχωρήσει στο μπαράζ των εκλογικών παροχών στο οποίο προχώρησε. Με απλά λόγια, από τη στιγμή που τα Ανάκτορα είχαν παρέμβει για να ρίξουν τον Καραμανλή, ήταν φανερό ότι είχαν ίδιον συμφέρον να μην τον αφήσουν να επανέλθει στην αρχή. Επομένως, εάν ήθελε να μείνει και να συνεχίσει τον αγώνα, θα έπρεπε να συγκρουστεί με τον ανώτατο άρχοντα – να ξεκινήσει ένα καινούργιο 1915.
Η υπέρβαση του διχασμού και η αποφυγή των λαθών του παρελθόντος είχαν αποτελέσει βασικό γνώμονα στην πολιτική του δράση έως τότε· άρα, δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποχωρήσει. Αλλωστε, ένα από τα στοιχεία που τον χώριζαν πλέον από τον Γ. Παπανδρέου –ο οποίος είχε παλαιότερα πρωταγωνιστήσει για την υπέρβαση των αντιπαλοτήτων του Εθνικού Διχασμού, και για τούτο ο Καραμανλής, τότε, τον θαύμαζε– εντοπιζόταν ακριβώς στο ότι ο αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου είχε, το 1961-63, αναβιώσει και στηριχθεί στις λογικές εκείνης της παλαιάς σύγκρουσης. Ο Καραμανλής περιφρονούσε βαθύτατα αυτή την πολιτική – βλ. π.χ. τη φράση του σε επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο (5.1.1964) για «ανθρώπους επιδιώκοντας ενσυνειδήτως τον διχασμόν του έθνους». Η στάση του Γ. Παπανδρέου έγινε αντιληπτή από τον Καραμανλή ως μια «προδοσία» θεμελιωδών αρχών και στόχων που παλαιότερα ήταν κοινοί και στους δύο άνδρες.
Με άλλα λόγια, ο Καραμανλής δεν έφυγε από την Ελλάδα επειδή δείλιασε· έφυγε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ενας πολιτικός με τόσο έντονη την αίσθηση της συνέπειας δεν μπορεί να αυτοαναιρεθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό: εάν το έκανε, θα έπρεπε κυριολεκτικά να γίνει κάποιος άλλος. Η ποιότητα της ηγεσίας απαιτεί μια τέτοια συνέπεια.
Στις 5 Ιανουαρίου 1964, σε επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο, ο Καραμανλής επέμενε στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η «ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος». Με πικρία, επισήμαινε ότι, κατά το τελευταίο διάστημα της έξαρσης του λαϊκισμού (αυτό που περιέγραφε με τον όρο «αθλιότης»), τα πράγματα είχαν γίνει ακόμη χειρότερα. Δεν ήταν πολίτευμα, έγραφε, αυτό που είχε η Ελλάδα: «Είναι απέραντον καφενείον, και μάλιστα ελληνικόν». Και συνέχιζε με την πιο επώδυνη από τις διαπιστώσεις του:
«Το δε χειρότερον είναι ότι το κατάντημα αυτό δεν το αντιλαμβανόμεθα. Εσυνηθίσαμεν τόσον εις την ανωμαλίαν αυτήν, ώστε να την θεωρούμεν πλέον ως φυσικήν κατάστασιν. Και όμως κάποτε θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η προαγωγή και η ασφάλεια του τόπου μας εξαρτώνται από την οριστική και επιτυχή αντιμετώπιση του πολιτικού μας προβλήματος. Και ότι η Ελλάς παραμένει υποανάπτυκτος διότι ακριβώς είναι πολιτικώς καθυστερημένη. Είναι γνωστόν εξάλλου ότι η διαφορά μεταξύ ανεπτυγμένων και υποαναπτύκτων χωρών είναι κυρίως διαφορά πολιτικής ωριμότητος».

*Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.


(Στην φωτογραφία : Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Παρίσι. Η αποχώρηση από την ενεργό πολιτική εδραζόταν στη διαπίστωση ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα εμφανιζόταν ανήμπορο να μεταρρυθμιστεί προσαρμοζόμενο στις ανάγκες των καιρών)