Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Ιστορικό άρθρο για το αντικίνημα του Κωνσταντίνου το 1967


Το αντικίνημα του Κωνσταντίνου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΑΨΗΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Η επικράτηση του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 έφερε τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄, ο οποίος μόλις είχε συμπληρώσει τρία χρόνια από την ανάρρησή του στον θρόνο, αντιμέτωπο με ένα τετελεσμένο γεγονός που αδυνατούσε να ελέγξει.
Η χούντα είχε επιβληθεί όχι από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, η οποία ήταν πιστή στο Στέμμα και διατηρούσε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας μαζί του, αλλά από αξιωματικούς που βρίσκονταν χαμηλότερα στην ιεραρχία και είχαν κατορθώσει να κινηθούν πολύ αποτελεσματικά στα παρασκήνια. Επρόκειτο για πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν μακριά από το βασιλικό περιβάλλον και ήταν εν πολλοίς άγνωστα στον Κωνσταντίνο. Η εχθρική ατμόσφαιρα που επικράτησε κατά τη διάρκεια των πρώτων επαφών του με τα μέλη της ηγετικής τριανδρίας των πραξικοπηματιών, η οποία αποτελούνταν από τον ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό και τους συνταγματάρχες Γεώργιο Παπαδόπουλο και Νικόλαο Μακαρέζο, ήταν απολύτως ενδεικτική. Με την ενέργειά τους τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου, όχι μόνο είχαν διασαλεύσει τη συνταγματική τάξη, αλλά είχαν κατορθώσει να καταστήσουν τον Κωνσταντίνο υποχείριό τους. Επιλέγοντας να ορκίσει την πρώτη χουντική κυβέρνηση, στην οποία υπουργικά χαρτοφυλάκια ανέλαβαν και οι τρεις ηγέτες του πραξικοπήματος, ο βασιλιάς αποδέχθηκε την ήττα του και προσυπέγραψε τη συνθηκολόγησή του, θέτοντας ως μοναδικό όρο τη μη ανάληψη της πρωθυπουργίας από στρατιωτικό: στη βάση αυτού του συμβιβασμού, πρωθυπουργός ορκίστηκε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Κόλλιας.
Η συνθηκολόγηση ήταν προσωρινή
Η βασιλική συνθηκολόγηση δεν σήμαινε ότι ο Κωνσταντίνος είχε συμβιβαστεί με την ιδέα της παράτασης επί μακρό χρονικό διάστημα της πολιτικής ομηρίας στην οποία είχε περιέλθει ως αποτέλεσμα του πραξικοπήματος. Αντίθετα, πίστευε ότι ένα μεγάλο μέρος των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων, ιδίως όσοι βρίσκονταν σε υψηλότερα βαθμολογικά κλιμάκια, εξακολουθούσε να είναι πιστό στο στέμμα. Αυτό ίσχυε κατά μείζονα λόγο για τα στελέχη του Ναυτικού και της Αεροπορίας, τα οποία –στη συντριπτική πλειονότητά τους– δεν είχαν δει με συμπάθεια την εκτροπή, ενώ αντιμετώπιζαν με απέχθεια και σε προσωπικό επίπεδο τους πραξικοπηματίες. Οι μαζικές αποστρατείες ανώτερων και ανώτατων στελεχών του Ναυτικού και της Αεροπορίας περιόριζαν τη βασιλική επιρροή, όμως ο Κωνσταντίνος εκτιμούσε ότι εξακολουθούσε να διατηρεί ισχυρά ερείσματα τόσο σε αυτά τα δύο όπλα, όσο και σε αρκετούς ανώτατους αξιωματικούς του Στρατού Ξηράς. Με βάση αυτή την εκτίμηση της κατάστασης, ο Κωνσταντίνος άρχισε να επεξεργάζεται ένα σχέδιο για την εκδήλωση αντικινήματος, με σκοπό την απομάκρυνση των πραξικοπηματιών από την εξουσία. Η προσπάθεια μύησης στελεχών των ενόπλων δυνάμεων ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1967 και εντατικοποιήθηκε το φθινόπωρο, ιδίως μετά την ελληνοτουρκική συνάντηση στον Εβρο (9-10 Σεπτεμβρίου 1967), η παταγώδης αποτυχία της οποίας –λόγω των ερασιτεχνικών χειρισμών των ιθυνόντων του χουντικού καθεστώτος– αποκάλυψε τους εθνικούς κινδύνους που συνεπαγόταν η παράταση της ανώμαλης κατάστασης που είχε επιβληθεί μετά την 21η Απριλίου: οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν, υποκύπτοντας στις απειλές της Τουρκίας για κήρυξη πολέμου ως αντίποινα στην ελληνοκυπριακή επιχείρηση κατάληψης της Κοφίνου, η χούντα αναγκάστηκε να αποσύρει την ελληνική μεραρχία από την Κύπρο.
Πρώτος στόχος η κατάληψη της Θεσσαλονίκης
Η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων διευκόλυνε και από μία άλλη άποψη τους σχεδιασμούς του Κωνσταντίνου. Ισχυρές μονάδες του Γ΄ Σώματος Στρατού, διοικητής του οποίου ήταν ο βασιλόφρονας αντιστράτηγος Γεώργιος Περίδης, είχαν αναπτυχθεί εκτάκτως κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων. Τμήματα αυτών των μονάδων, με σημαντικότερα όλων τα άρματα μάχης της ΧΧ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας που τελούσε υπό τις διαταγές του επίσης πιστού στον Κωνσταντίνο ταξίαρχου Ανδρέα Ερσελμαν, θα κινούνταν προς την Κομοτηνή με τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη, την οποία θα καταλάμβαναν. Την ηγεσία του εγχειρήματος θα αναλάμβανε αυτοπροσώπως ο Κωνσταντίνος, ο οποίος θα μετέβαινε στη Βόρεια Ελλάδα, από όπου θα απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Κατά την άποψη των εμπνευστών του σχεδίου, η επιτυχής εφαρμογή του, στην οποία θα συνέβαλλε η κινητοποίηση του Ναυτικού και της Αεροπορίας, θα οδηγούσε στην κατάρρευση της δικτατορίας.
Ως προς τον στόχο κατάληψης της Θεσσαλονίκης, το βασιλικό σχέδιο αποτελούσε απομίμηση της απόφασης του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1916 να ηγηθεί του κινήματος της Εθνικής Αμυνας. Πέρα από τις προφανείς ποιοτικές διαφορές των ηγετικών προσωπικοτήτων των δύο ενεργειών, ανάμεσα στις οποίες μεσολαβούσε μισός αιώνας, υπήρχε και μία εξίσου σημαντική, επιχειρησιακού και στρατηγικού χαρακτήρα: το 1916 η εγκατάσταση της κυβέρνησης της Εθνικής Αμυνας στη Θεσσαλονίκη είχε καταστεί ευχερής λόγω του γεγονότος ότι η πόλη βρισκόταν ήδη επί έναν χρόνο υπό τον έλεγχο βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων, τα οποία υποδέχθηκαν και ενίσχυσαν τους κινηματίες με την προοπτική ότι θα εισήγαν την Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ· αντίθετα, το 1967 δεν είχε εξασφαλιστεί καμία διεθνής υποστήριξη, καθώς οι σύμμαχοι της Ελλάδας, μέσα στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, αντιμετώπιζαν με μεγάλη επιφυλακτικότητα την προοπτική μείζονος εσωτερικής αναταραχής, η οποία μπορούσε να εξελιχθεί σε εμφύλια σύγκρουση και να εκθέσει τη χώρα σε διεθνείς κινδύνους, με απρόβλεπτες συνέπειες για την ισορροπία ισχύος ανάμεσα στον δυτικό και στον ανατολικό συνασπισμό στην ευρύτερη περιοχή.
Πτήση από την Αθήνα στην Καβάλα και κατάληξη, αντί της Θεσσαλονίκης, στη Ρώμη
Ημερομηνία εκδήλωσης του βασιλικού αντικινήματος ορίστηκε τελικά η 13η Δεκεμβρίου 1967. Εκείνο το πρωί, ο Κωνσταντίνος, συνοδευόμενος από όλα τα μέλη της οικογένειάς του και από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Κόλλια, αναχώρησε αιφνιδιαστικά από το αεροδρόμιο του Τατοΐου με προορισμό την Καβάλα. Σχεδόν ταυτόχρονα, πλοία του Βασιλικού Ναυτικού απέπλευσαν από την Κρήτη προκειμένου να ενωθούν με τους αντικινηματίες, ενώ σχεδόν όλες οι αεροπορικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκτός Αθηνών τέθηκαν στη διάθεση του Κωνσταντίνου. Ομως, από την πρώτη στιγμή διαπιστώθηκε ότι ο σχεδιασμός της επιχείρησης ήταν ανεπαρκής, ενώ πληροφορίες για την εκδήλωση του αντικινήματος είχαν έγκαιρα γίνει γνωστές στους πρωταίτιους της 21ης Απριλίου. Η ασυνεννοησία και η ατολμία πολλών από τους βασικούς συντελεστές του εγχειρήματος απέβησαν μοιραίες για την επιτυχία του. Αποκορύφωμα του κακού συντονισμού, αλλά και απόδειξη του αφελούς χαρακτήρα πολλών από τις πτυχές του σχεδίου, υπήρξε η προσπάθεια να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του ο απόλυτα ταυτισμένος με τη χούντα αρχηγός ΓΕΣ Οδυσσέας Αγγελής: ο αντιστράτηγος Ιωάννης Μανέττας ήταν εντεταλμένος να εμφανιστεί στις 11.00 το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου στο Αρχηγείο και να επιδώσει στον Αγγελή βασιλική διαταγή, με την οποία διατασσόταν να παραδώσει τη διοίκηση· ωστόσο, ο Μανέττας κατέφθασε περίπου μία ώρα νωρίτερα, με αποτέλεσμα όχι μόνο να συλληφθεί, αλλά επιπλέον να δώσει στον Αγγελή τη δυνατότητα κινητοποίησης φιλοχουντικών μονάδων εναντίον των αντικινηματιών.
Μέσα σε λίγες ώρες από την εκδήλωσή του, το αντικίνημα εξελίχθηκε σε παταγώδη αποτυχία. Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης αποδείχθηκε εντελώς ανεδαφική, ενώ ακόμα και το μαγνητοφωνημένο διάγγελμα του Κωνσταντίνου, με το οποίο καλούσε τον ελληνικό λαό να συμπαραταχθεί μαζί του εναντίον της χούντας, αναμεταδόθηκε μόνο από τοπικής εμβέλειας ραδιοφωνικούς σταθμούς, με αποτέλεσμα να μη γίνει την κρίσιμη στιγμή γνωστό παρά μόνο σε ελάχιστους ακροατές. Το μοναδικό πραγματικό πλεονέκτημα του αντικινήματος, το οποίο δεν ήταν άλλο από την προσχώρηση σε αυτό της πλειοψηφίας των σημαντικότερων μονάδων του Ναυτικού και της Αεροπορίας, παρέμεινε, λόγω κακού σχεδιασμού, ανεκμετάλλευτο. Η σύλληψη από τους υφισταμένους τους πρώτα του Ερσελμαν και κατόπιν του Περίδη –και κατά συνέπεια η επιχειρησιακή εξουδετέρωση των κρίσιμης σημασίας τμημάτων που διοικούσαν– έδωσε τη χαριστική βολή στο αντικίνημα.
Το ίδιο βράδυ, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος όρκισε αντιβασιλέα τον αντιστράτηγο Γεώργιο Ζωιτάκη, ενώ λίγα λεπτά αργότερα την πρωθυπουργία ανέλαβε αυτοπροσώπως ο Γεώργιος Παπαδόπουλος. Περίπου την ίδια ώρα, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αθήνας ανακοίνωνε τη συντριβή του βασιλικού αντικινήματος, προσθέτοντας ότι «οι συνωμόται και ο Κωνσταντίνος προσπαθούν να διαφύγουν κρυπτόμενοι από τον Στρατόν από χωρίου εις χωρίον». Τα ξημερώματα της 14ης Δεκεμβρίου, ο Κωνσταντίνος, η οικογένειά του, ο Κόλλιας και ορισμένοι από τους συμμετέχοντες στο αντικίνημα αναχώρησαν υπό καταρρακτώδη βροχή από το αεροδρόμιο της Καβάλας με προορισμό τη Ρώμη. Ο επίλογος του βασιλικού αντικινήματος είχε γραφτεί.

* Ο κ. Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

(Στην φωτογραφία : 13.9.1967: Η ηγεσία της χούντας υποδέχεται στο αεροδρόμιο του Ελληνικού τον Κωνσταντίνο, ο οποίος επιστρέφει από τις ΗΠΑ)