Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορικό άρθρο για την άνοδο του Νικολάε Τσαουσέσκου


Η άνοδος του Νικολάε Τσαουσέσκου
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΣΦΕΤΑΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
H ιδιαιτερότητα του ρουμανικού κομμουνισμού επί Νικολάε Τσαουσέσκου (1965-1989), δηλαδή από τη μια πλευρά η αποστασιοποίηση της Ρουμανίας από τη Μόσχα, η ανάπτυξη φιλικών σχέσεων με τον δυτικό κόσμο και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού με καπιταλιστικό χρήμα (δάνεια από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα),
αλλά από την άλλη πλευρά η επιβολή στο εσωτερικό μιας σκληρής δικτατορίας με τη διαιώνιση της σταλινικής προσωπολατρίας, ήταν κατά βάση συνέχεια μιας πολιτικής που είχε εγκαινιάσει ο πρώην γενικός γραμματέας του ρουμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Γκεόργκε Γκεοργκίου-Ντεζ. Το όλο ζήτημα ανάγεται στην κληρονομιά των ρουμανοσοβιετικών σχέσεων, κάτι που επέδρασε και στο ρουμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όταν αυτό έγινε κόμμα εξουσίας.
Από την παρανομία στην απόλυτη εξουσία
Στη «Μεγάλη Ρουμανία» του Μεσοπολέμου ήταν έντονο το αντιρωσικό σύνδρομο, λόγω κυρίως του ζητήματος της Βεσσαραβίας, που το 1918 προσάρτησε η Ρουμανία και το 1920 κατοχύρωσε με τη συναίνεση των δυτικών χωρών.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρουμανίας, που ιδρύθηκε το 1921, στελεχώθηκε κυρίως από εκπροσώπους των μειονοτήτων (Ούγγρους, Εβραίους, Βουλγάρους). Αλλά γρήγορα στιγματίστηκε με την ετικέτα της εθνοπροδοσίας, διότι, ακολουθώντας την Κομμουνιστική Διεθνή, τάχθηκε υπέρ της απόσχισης της Βεσσαραβίας και της Τρανσυλβανίας από το ρουμανικό κράτος. Τέθηκε εκτός νόμου (1924) και δεν είχε καμιά επιρροή στη χώρα. Η ηγετική ομάδα του κόμματος, αποτελούμενη από μειονοτικούς (Αννα Πάουκερ, Βασίλε Λούκα), κατέφυγε στη Μόσχα. Στη Ρουμανία παρέμεινε μια μικρή ομάδα γηγενών Ρουμάνων υπό τον Γκεόργκε Γκεοργκίου-Ντεζ. Η μόνη «επαναστατική δράση» των ντόπιων Ρουμάνων κομμουνιστών ήταν η οργάνωση απεργιών διαρκείας των εργαζομένων στα διυλιστήρια και στους σιδηροδρόμους τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 1933, λόγω των μέτρων λιτότητας που είχε επιβάλει το καθεστώς του Καρόλου Β΄ στον απόηχο της οικονομικής κρίσης του 1929. Ο Ντεζ και άλλοι Ρουμάνοι κομμουνιστές συνελήφθησαν και παρέμειναν έγκλειστοι στις φυλακές μέχρι το 1944.
Τον Ιούνιο-Σεπτέμβριο του 1940 συντελέστηκε ο εδαφικός ακρωτηριασμός της «Μεγάλης Ρουμανίας» (η Σοβιετική Ενωση προσάρτησε τη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Μπουκοβίνα, η Ουγγαρία τη Βόρεια Τρανσυλβανία και η Βουλγαρία τη Νότιο Δοβρουτζά). Στις 23 Νοεμβρίου 1940 η ακρωτηριασμένη Ρουμανία του Ιωνα Αντονέσκου προσχώρησε στον Αξονα και τον Ιούνιο του 1941 συμμετείχε με τη Γερμανία στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ενωσης για την ανάκτηση της Βεσσαραβίας και της Βόρειας Μπουκοβίνας, κάτι που επιτεύχθηκε σε ένα κλίμα καθολικής ευφορίας. Η Ρουμανία ήταν η μοναδική βαλκανική χώρα στην οποία δεν είχε υπάρξει ένα στοιχειώδες αντάρτικο κίνημα κατά των Γερμανών.
Τον Αύγουστο του 1944 ο σοβιετικός στρατός εισήλθε στη Ρουμανία, ο Ντεζ και οι άλλοι φυλακισμένοι Ρουμάνοι κομμουνιστές (μεταξύ αυτών και ο νεαρός Τσαουσέσκου) απελευθερώθηκαν και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρουμανίας από την παρανομία ανήλθε στη εξουσία μέσα από το ευρύτερο σχήμα ενός υποτυπώδους «Πατριωτικού Μετώπου» με τη γνωστή τακτική της «σαλαμοποίησης» των συνοδοιπόρων. Στον αγώνα εξουσίας μεταξύ της Πάουκερ (ομάδα της Μόσχας) και του Ντεζ (εσωτερική ομάδα) για τη θέση του γενικού γραμματέα και του πρωθυπουργού, ο Στάλιν, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα της ρουμανικής περίπτωσης, στήριξε τον Ντεζ: «Η Αννα είναι μια καλή, έμπιστη συντρόφισσα, αλλά είναι Εβραία και έχει αστική καταγωγή, ενώ το Κόμμα της Ρουμανίας έχει ανάγκη από έναν ηγέτη, προερχόμενο από την εργατική τάξη, έναν αληθινό Ρουμάνο».
Οι κινήσεις ανεξαρτησίας του κόμματος από το ΚΚΣΕ
Ωστόσο, το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε διεξαγάγει μια στοιχειώδη αντίσταση κατά των Γερμανών και στερούνταν της επίφασης της «νομιμότητας» για την εξουσία. Ο σοβιετικός στρατός καταλήστευε τον φυσικό πλούτο της χώρας ως αντιστάθμισμα για τις οφειλόμενες πολεμικές επανορθώσεις της Ρουμανίας στη Σοβιετική Ενωση, η Βεσσαραβία εντάχθηκε ως «Σοβιετική Δημοκρατία της Μολδαβίας» στη Σοβιετική Ενωση, σύντομα άρχισε και μια ένοπλη αντίσταση Ρουμάνων πολιτών κατά της σοβιετοποίησης της Ρουμανίας (προσφιλές θέμα των σημερινών Ρουμάνων ιστορικών), το παραδοσιακό αντιρωσικό σύνδρομο των Ρουμάνων μετατράπηκε σε έντονο αντισοβιετικό. Ωστόσο, το κομμουνιστικό καθεστώς εδραιωνόταν με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, τα μέλη του κόμματος αυξάνονταν με τυχοδιώκτες και καριερίστες, ο Ντεζ ήταν αρχικά πιστός στη Μόσχα, η Ρουμανία εντάχθηκε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε καταξιωθεί στη συνείδηση των Ρουμάνων πολιτών. Ετσι, η υιοθέτηση μιας εθνικής πολιτικής, κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, ήταν απαραίτητη.
Οταν το 1955 αποχώρησαν τα σοβιετικά στρατεύματα από την Αυστρία, που μέχρι τότε εφοδιάζονταν από τον σοβιετικό στρατό της Ρουμανίας, ο Ντεζ έθεσε ζήτημα αποχώρησης και των σοβιετικών στρατευμάτων από τη Ρουμανία, κάτι που έγινε το 1958. Οι σοβιετορουμανικές σχέσεις ψυχράνθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο Ντεζ αρνήθηκε να δεχθεί τα σχέδια του Χρουστσόφ για έναν καταμερισμό της παραγωγής των σοσιαλιστικών χωρών της COMECON, ποιες χώρες δηλαδή θα παρήγαγαν αγροτικά προϊόντα και ποιες θα ανέπτυσσαν βαριά βιομηχανία. Η Ρουμανία προοριζόταν να μετατραπεί σε προμηθεύτρια αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών στους Σοβιετικούς σε βάρος της δικής της βιομηχανικής ανάπτυξης.
Η απόφαση του Χρουστσόφ να εγκαταστήσει πυραύλους στην Κούβα, χωρίς να ενημερώσει τα άλλα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποτέλεσε αιτία επιπρόσθετων τριβών μεταξύ Βουκουρεστίου και Μόσχας, διότι η κρίση της Κούβας, συνδεδεμένη με την απομάκρυνση των αμερικανικών πυραύλων Jupiter από την Τουρκία, θα διαχεόταν και στη Μαύρη Θάλασσα. Στην κρίση της Κούβας η Ρουμανία δεν συνέπλευσε με τους Σοβιετικούς και το 1963 διαβεβαίωσε τους Αμερικανούς ότι θα τηρήσει ουδέτερη στάση σε περίπτωση ενός αμερικανοσοβιετικού πυρηνικού πολέμου. Το Βουκουρέστι τήρησε επίσης ουδετερότητα στη διένεξη Μόσχας-Πεκίνου.
Δημοσιεύθηκαν το 1964 από Ρουμάνους ιστορικούς άγνωστα μέχρι τότε χειρόγραφα του Μαρξ για τους Ρουμάνους, τα οποία διαφυλάσσονταν στο Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας του Αμστερνταμ. Στα κείμενα αυτά ο Μαρξ τόνιζε ότι η ρωσική προσάρτηση της Βεσσαραβίας το 1812 συνιστούσε παραβίαση του διεθνούς δικαίου, διότι οι παραδουνάβιες ηγεμονίες ήταν αυτόνομες. Σε μια μεταφορική ερμηνεία φωτογραφιζόταν η σοβιετική προσάρτηση της Βεσσαραβίας το 1940 και το 1944. Οι αναφορές του Μαρξ στην κατάπνιξη της επανάστασης του 1848 στη Βλαχία από τα τσαρικά στρατεύματα χρησιμοποιήθηκαν ως επιβεβαίωση των επεκτατικών βλέψεων της Ρωσίας και μεταφορικά της Σοβιετικής Ενωσης. Τον Απρίλιο του 1964 το ρουμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα προέβη σε «Διακήρυξη Ανεξαρτησίας», στην οποία τονίστηκε ότι «δεδομένων των διαφορετικών συνθηκών στην οικοδόμηση του Σοσιαλισμού, δεν μπορεί να υπάρχει ένα μοναδικό πρότυπο ή μια συνταγή, κανένας δεν μπορεί να αποφασίσει τι είναι καλό και τι δεν είναι για άλλες χώρες και άλλα κόμματα». Ο εθνικός κομμουνισμός της Ρουμανίας «καταξίωνε» στη συνείδηση των Ρουμάνων το Κομμουνιστικό Κόμμα, που υπέφερε από το στίγμα της εθνοπροδοσίας του Μεσοπολέμου. Παράλληλα, ενίσχυε το κύρος του Ντεζ, ο οποίος, σε μια ένδειξη «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος, απελευθέρωσε τους περισσότερους πολιτικούς κρατουμένους.
Οι συνεχείς πολιτικοί ελιγμοί του νέου ηγέτη
Τον Φεβρουάριο του 1965 διαγνώστηκε στον Ντεζ καρκίνος των πνευμόνων σε προχωρημένο στάδιο που προσέβαλε και το ήπαρ. Μέχρι σήμερα η ασθένειά του παραμένει μυστήριο, διότι οι προγενέστερες εξετάσεις ήταν καθαρές. Εκφράστηκε και η υποψία ότι οι Σοβιετικοί προκάλεσαν τεχνητά τον καρκίνο. Ετέθη αμέσως ζήτημα διαδοχής από τον ίδιο τον ασθενούντα Ντεζ, ο οποίος έχρισε τον πρωθυπουργό Ιωνα Μάουρερ ως τον μελλοντικό γενικό γραμματέα. Αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε λόγω της γερμανικής του καταγωγής, φοβούμενος σοβιετική ανάμειξη στο θέμα της διαδοχής και κατ’ επέκταση στα εσωτερικά της Ρουμανίας. Κατά τον Μάουρερ, ο διάδοχος θα έπρεπε να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή να είναι Ρουμάνος με «επαναστατικό παρελθόν» και να μην υποκύπτει στις πιέσεις της Μόσχας.
Από τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου μόνο ο Νικολάε Τσαουσέσκου και ο Γκεόργκε Απόστολ πληρούσαν αυτές τις προϋποθέσεις. Ο Ιων Μάουρερ ήταν Γερμανός, ο Εμίλ Μποντναράς Ουκρανός, ο Ρουμάνος Αλεξάντρου Ντραγκίτς θεωρούνταν άνθρωπος των Σοβιετικών. Ο Ντεζ προέκρινε τον Απόστολ. Αλλά ως υποτονική φύση ο Απόστολ υπερφαλαγγίστηκε από τον δολοπλόκο Τσαουσέσκου που κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Πολιτικού Γραφείου για την υποψηφιότητά του. Στον Μάουρερ υποσχέθηκε τη διατήρηση της θέσης του πρωθυπουργού και στα άλλα μέλη υψηλές θέσεις. Ο Μάουρερ δραστηριοποιήθηκε παρασκηνιακά για την εκλογή του Τσαουσέσκου, επικαλούμενος τη ρουμανική του καταγωγή, την «επαναστατική» του δράση, τη φιλία του με τον Ντεζ στη φυλακή και την υπογραφή της «Διακήρυξης Ανεξαρτησίας» του Απριλίου του 1964. Το Πολιτικό Γραφείο πρότεινε στην Κεντρική Επιτροπή την εκλογή του Τσαουσέσκου. Στις 19 Μαρτίου 1965 ο Ντεζ πέθανε. Στις 22 Μαρτίου 1965 ο Τσαουσέσκου εξελέγη γενικός γραμματέας του ρουμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Στην κηδεία του Ντεζ στις 24 Μαρτίου 1965 ο Τσαουσέσκου ως νέος γενικός γραμματέας εκφώνησε τον επικήδειο λόγο.
Απαίδευτος, αλλά έξυπνος χωρικός με ευστροφία και ετοιμότητα λόγου, με αυτοπειθαρχία και χωρίς αίσθηση χιούμορ, ο Τσαουσέσκου έδωσε νωρίς δείγματα της προσωπολατρίας του. Αμέσως μετά την κηδεία, το όνομα του Ντεζ εξαφανίστηκε από τη δημοσιότητα και τα πορτρέτα του απομακρύνθηκαν από δημόσιους χώρους. Το 9ο Συνέδριο του ρουμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (19-24 Ιουλίου 1965) επικύρωσε την εκλογή του Τσαουσέσκου. Στον λόγο του τόνισε την ανάγκη της βιομηχανικής ανάπτυξης της Ρουμανίας και δεν παρέλειψε να καταγγείλει το καθεστώς του Ντεζ για καταχρήσεις. Ηταν προφανώς η εκδικητική του μανία για το γεγονός ότι ο Ντεζ δεν τον είχε προτείνει ως διάδοχο. Τον Αύγουστο του 1965 ο Τσαουσέσκου τροποποίησε το ρουμανικό Σύνταγμα μετονομάζοντας τη «Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας» σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία» για να καταδειχθεί η ωρίμανση του ρουμανικού Σοσιαλισμού. Στην πρώτη του επίσκεψη στη Μόσχα, τον Σεπτέμβριο του 1965, έδωσε το προφίλ ενός ισότιμου εταίρου με τον Μπρέζνιεφ, απαιτώντας την επιστροφή του ρουμανικού χρυσού που οι Μπολσεβίκοι είχαν δημεύσει το 1918. Οταν η σοβιετική πλευρά απαίτησε την καταβολή πολεμικών επανορθώσεων, ο Τσαουσέσκου πάγωσε το θέμα. Στον πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967 δεν διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, σε αντίθεση με τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη. Τον Αύγουστο του 1968 καταδίκασε τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και το επακόλουθο δόγμα Μπρέζνιεφ για την περιορισμένη κυριαρχία των σοσιαλιστικών χωρών, ικανοποιώντας τον δυτικό κόσμο.
Ολη η ερωτοτροπία του με τη Δύση, οι διακηρύξεις του ότι τα έθνη και όχι οι τάξεις είναι η κινητήριος δύναμη της Ιστορίας και ότι το εθνικό κράτος θα παρέμενε η βάση στη σοσιαλιστική κοινωνία αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση δυτικών δανείων για την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής ρουμανικής βιομηχανίας. Ο στόχος δεν επιτεύχθηκε. Το 1982 οι δυτικοί δανειστές απαίτησαν την εξόφληση του χρέους. Με πρωτοφανή μέτρα λιτότητας ο Τσαουσέσκου κατάφερε το 1987 να εξοφλήσει το εξωτερικό χρέος, αλλά με το κόστος της εξαθλίωσης των Ρουμάνων. Ισως έτσι εξηγείται μερικώς και η εκτέλεσή του μαζί με τη γυναίκα του Ελενα που τον επηρέαζε σημαντικά, όταν στη δίνη του 1989 το κομμουνιστικό καθεστώς της Ρουμανίας κατέρρευσε.

* Ο κ. Σπυρίδων Σφέτας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.