Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Ανάλυση του Foreign Affairs για τα πραγματικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Αφρική


Τα πραγματικά συμφέροντα της Γαλλίας στην Αφρική
Το παράδοξο των γαλλικών ανθρωπιστικών παρεμβάσεων
David A. Bell
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr/)
Για χρόνια, η τάση τής Γαλλίας να παραδίδεται υπήρξε ένα διαρκές αστείο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν πάντα μια καρικατούρα, αλλά αυτές τις μέρες το αστείο έχει λιγότερο νόημα από ποτέ.
Το 2011, η Γαλλία ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην εκστρατεία για την εκδίωξη του ηγέτη τής Λιβύης, Μουαμάρ αλ-Καντάφι, από την εξουσία. Πέρυσι, παρενέβη για να υποστηρίξει την κυβέρνηση του Μάλι εναντίον των ισλαμιστών ανταρτών. Και τώρα η Γαλλία έχει αναπτύξει στρατεύματα στο έδαφος της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της διεθνούς δύναμης που προσπαθεί να τερματίσει την καταστροφική εθνοτική σύγκρουση. Για τους Αμερικανούς, αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια περίεργη τροπή των γεγονότων. Η Γαλλία ξαφνικά ξανα-ανακάλυψε την ναπολεόντια στρατιωτική της ευρωστία; Μήπως έχει στόχο να ξεπεράσει τις προσφάτως στρατιωτικά διστακτικές Ηνωμένες Πολιτείες ως η κορυφαία παρεμβατική δύναμη της Δύσης;
Η απάντηση στην κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις είναι ένα σαφές, σταθερό «όχι». Στην πραγματικότητα, μεταπολεμικά η Γαλλία σπάνια είχε σοβαρούς ενδοιασμούς σχετικά με την χρήση βίας στο εξωτερικό. Αλλά, είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι παρεμβάσεις τής Γαλλίας έχουν την τάση να συγκεντρώνονται στο -ή κοντά στο- έδαφος της πρώην αποικιακής αυτοκρατορίας της. Από το 1960, η Γαλλία έχει στείλει στρατεύματα στην βόρεια και δυτική Αφρική δεκάδες φορές, υπό γκωλικές και σοσιαλιστικές κυβερνήσεις. Η αποικιακή ιστορία τής Γαλλίας ακόμα χρωματίζει την στρατιωτική στρατηγική της με τρόπους που η γαλλική ρητορική τείνει πλέον να συσκοτίζει. Πράγματι, ο ενθουσιασμός τού σοσιαλιστή προέδρου Φρανσουά Ολάντ υπέρ των παρεμβάσεων εντάσσεται σε μια μακρά και όχι τόσο ένδοξη γαλλική παράδοση.
Σίγουρα, οι λόγοι που δηλώνει η Γαλλία για μια παρέμβαση έχουν αλλάξει με την πάροδο των ετών. Όταν η Γαλλία έστειλε αλεξιπτωτιστές για να σώσουν τον αυταρχικό πρόεδρο της Γκαμπόν, Λεόν Μπα, από μια απόπειρα πραξικοπήματος το 1964, ο Γάλλος πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ δεν κατέφυγε σε υψιπετή ρητορική για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εκπρόσωποί του μίλησαν για τις υποχρεώσεις τής Γαλλίας στην Γκαμπόν βάσει υπογεγραμμένων Συνθηκών και την ανάγκη να προστατευθούν οι Γάλλοι πολίτες στην χώρα. Πιο κυνικοί παρατηρητές σημείωσαν γρήγορα το μεγάλο μερίδιο της Γαλλίας στα πετροχημικά αποθέματα της Γκαμπόν - και το άμεσο οικονομικό συμφέρον κάποιων στον εσωτερικό κύκλο τού ντε Γκωλ από την επιχείρηση αυτή. Οι ίδιοι οι Αφρικανοί κατηγόρησαν την Γαλλία για νεοαποικιοκρατία. Η εφημερίδα West African Pilot υποστήριξε ότι η Γαλλία, παρά την φαινομενική παράδοση της εξουσίας, ήταν «ακόμα το πραγματικό αφεντικό σε ορισμένες αφρικανικές χώρες».
Αυτή η νεοαποικιακή σχέση ονομάστηκε κοροϊδευτικά - και όχι μόνο μεταξύ των Αφρικανών - ως Françafrique. Τόσο πρόσφατα όσο το 1985, κυρίως χάρη στις δραστηριότητες του γαλλικού ενεργειακού ομίλου Elf Aquitaine, η Γαλλία είχε 26.000 πολίτες στην Γκαμπόν - περισσότερους από ό, τι κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας. Πράγματι, η Γαλλία κατάφερε, κατά κάποιο τρόπο, να επεκτείνει ήσυχα τον ρόλο της στην Αφρική, στις δεκαετίες μετά την αποαποικιοποίηση, κυρίως με τις στρατιωτικές επεμβάσεις της σε χώρες που δεν ανήκαν καν στην γαλλική αποικιακή αυτοκρατορία, όπως στην Λαϊκή Δημοκρατία τού Κονγκό (ή Ζαΐρ, όπως ονομαζόταν το 1978, όταν η Γαλλία ηγήθηκε μιας επιχείρησης εκεί κατά των ανταρτών Katangan).
Μέχρι την στιγμή τής τελευταίας παρέμβασης της Γαλλίας στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, η ρητορική τού Παρισιού είχαν αλλάξει κάπως. Ο Ζαν Μπεντέλ Μποκάσα, τον οποίο η Γαλλία είχε σε μεγάλο βαθμό υποστηρίξει αφότου κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα το 1966, είχε δημιουργήσει αμηχανία στους προστάτες του. Όχι μόνο είχε από τις χειρότερες επιδόσεις τής ηπείρου επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δολοφονιών μαθητών και της χρήσης βασανιστηρίων, αλλά και ο ίδιος προκάλεσε παγκόσμιο χλευασμό, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του αυτοκράτορα Μποκάσα Α’, σε μια πλήρους χλιδής τελετή στέψης κατά το πρότυπο του Ναπολέοντα. Στην Επιχείρηση Barracuda, που ξεκίνησε το 1979, Γάλλοι καταδρομείς και αλεξιπτωτιστές πήραν τον έλεγχο στρατηγικών σημείων στην πρωτεύουσα, επιτρέποντας στους εχθρούς τού Μποκάσα να τον ανατρέψουν. Η κυβέρνηση του κεντρώου Γάλλου προέδρου Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ενώ ισχυριζόταν ότι απλώς είχε υποστηρίξει ένα εγχώριο πραξικόπημα, δικαιολόγησε τον ρόλο της με βάση τις επιδόσεις τού Μποκάσα στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Αλλά, με δεδομένους τους βαθείς στρατηγικούς και οικονομικούς δεσμούς τής Γαλλίας στην Αφρική, είναι δύσκολο να φανταστούμε οποιαδήποτε γαλλική επέμβασης εκεί ως καθαρά ανθρωπιστική. Λίγο μετά την Επιχείρηση Barracuda, για παράδειγμα, η γαλλική εφημερίδα Le Canard Enchaîné αποκάλυψε ότι ο Μποκάσα είχε δώσει προσωπικά στον Ζισκάρ ντ’ Εστέν διαμάντια αξίας 250.000 δολαρίων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η παρέμβαση είχε πραγματοποιηθεί τουλάχιστον εν μέρει για να τερματίσει αυτό που είχε γίνει μια δυσάρεστη σχέση. Επιπλέον, η Γαλλία είχε συμφέρον να τιθασεύσει τον Καντάφι, ο οποίος είχε κάνει προσπάθειες να επεκτείνει την επιρροή του στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας, μετά την ανάληψη του ελέγχου τής Λιβύης νωρίτερα εκείνη την δεκαετία. Αυτός ο ανταγωνισμός με τον Καντάφι θα συνεχιστεί στα επόμενα χρόνια, ιδίως στο Τσαντ, όπου η Γαλλία οργάνωσε μια ιδιαίτερα σημαντική παρέμβαση εναντίον των ανταρτών που υποστηρίζονταν από την Λιβύη το 1983 και το 1984. Είναι αδύνατο να καταλάβουμε την ενθουσιώδη συμμετοχή τής Γαλλίας στην ανατροπή τού Καντάφι το 2011 έξω από το πλαίσιο του εν λόγω ανταγωνισμού. (Στο ίδιο πνεύμα, η ισχυρή στάση τού τότε προέδρου Ζακ Σιράκ κατά του πολέμου στο Ιράκ, παρότι προφητική, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί εντελώς από τις μακροχρόνιες σχέσεις του με το Ιράκ και τον Σαντάμ Χουσεΐν).
Η Γαλλία εξακολουθεί να έχει μεγάλα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα στην Αφρική. Αξίζει να σημειωθεί ότι εξαρτάται εν μέρει από το αφρικανικό ουράνιο, κυρίως από τον Νίγηρα, για να τροφοδοτήσει τα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας που παράγουν τα τρία τέταρτα της ηλεκτρικής της ενέργειας. (Αυτός ήταν ένας σαφής, αν και ως επί το πλείστον άγραφος, παράγοντας της συνεχούς μεγάλης κλίμακας δράσης τής Γαλλίας στη γειτονική χώρα τού Νίγηρα, το Μάλι, που έχει επίσης αποθέματα ουρανίου). Η Αφρική παραμένει μια σημαντική αγορά για τα γαλλικά μεταποιητικά προϊόντα και περίπου 240.000 Γάλλοι πολίτες ζουν στην ήπειρο. Και παρ’ όλο που το αποκορύφωμα της γαλλικής ιεραποστολικής δραστηριότητας στην Αφρική έχει περάσει προ πολλού, η Γαλλία έχει διατηρήσει μια συνάφεια με τις αφρικανικές ομάδες που αγκάλιασαν την θρησκεία και τον πολιτισμό της. Η Γαλλία έτεινε κυρίως να στηρίζει τους Χριστιανούς σε συγκρούσεις κατά μήκος των νοτίων διάτρητων συνόρων τού Ισλάμ στην ήπειρο.
Η γαλλική κοινή γνώμη έχει μακρά ιστορία στην υποστήριξη αυτών των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στην εποχή τού ντε Γκωλ, είχαν θεωρηθεί ως ένδειξη ότι η Γαλλία, παρά την ήττα της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την απώλεια της αυτοκρατορίας της, διατήρησε το καθεστώς τής μεγάλης δύναμης. Σήμερα, η υποστήριξη είναι επίσης συνδεδεμένη με την υπερηφάνεια ότι η Γαλλία μπορεί να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στην υπεράσπιση των ανθρωπιστικών αρχών. Βοηθά και το ότι οι ενέργειες ήταν ως επί το πλείστον μικρής κλίμακας, συνήθως περιλαμβάνοντας το πολύ μερικές χιλιάδες στρατιώτες, με μικρό κίνδυνο εκτεταμένων γαλλικών απωλειών. Οι παρεμβάσεις στην Λιβύη και το Μάλι, υποστηρίχθηκαν από πάνω από το 65% του γαλλικού πληθυσμού, κάτι που βοήθησε, τουλάχιστον προσωρινά, να αναβιώσουν τα μελαγχολικά επίπεδα δημοτικότητας του Ολάντ.
Ο Ολάντ έχει απόλυτη επίγνωση των δυσκολιών τού διαχωρισμού των γαλλικών και των ανθρωπιστικών συμφερόντων στην Αφρική. Πολύ περισσότερο από τους προκατόχους του, επεδίωξε ευρεία διεθνή υποστήριξη για τις γαλλικές παρεμβάσεις. Η σημερινή δράση στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία είναι μια περίπτωση που καταδεικνύει αυτό το σημείο. Οι Γάλλοι στρατιώτες υπηρετούν σήμερα μαζί με μια δύναμη της Αφρικανικής Ένωσης που έχει εξουσιοδοτηθεί από το ψήφισμα της 5ης Δεκεμβρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας τού ΟΗΕ. Ο Ολάντ προσπάθησε επίσης, με ελάχιστη επιτυχία, να κάνει τα μέλη τής Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμμετάσχουν στην επιχείρηση. (Το Βέλγιο και η Πολωνία προσέφεραν μεταγωγικά αεροπλάνα, η Γερμανία αρνήθηκε κάθε ρόλο). Ο Γάλλος πρόεδρος έλαβε ευρεία αφρικανική υποστήριξη, και δικαιολόγησε την δράση με την καθαρή γλώσσα τής ανθρωπιστικής επέμβασης, υποσχόμενος να «αποκατασταθεί η ασφάλεια ... να προστατευθεί ο άμαχος πληθυσμός και να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στην ανθρωπιστική βοήθεια». Και η χώρα χρειάζεται απεγνωσμένα να ληφθούν τέτοια μέτρα. Από τον Μάρτιο, οι μάχες μεταξύ μουσουλμανικών και χριστιανικών πολιτοφυλακών στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία έχουν δημιουργήσει μια ανθρωπιστική κρίση. Ο ΟΗΕ εκτιμά ότι 639.000 πολίτες της - πάνω από το ένα πέμπτο τού πληθυσμού - έχουν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους.
Ακόμα κι έτσι, ήταν δύσκολο για την Γαλλία να ξεφύγει από το αφρικανικό παρελθόν της. Στα τέλη Δεκεμβρίου, χιλιάδες μέλη τού ανταρτικού κινήματος «Μουσουλμάνοι Seleka» στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία οργάνωσαν μια διαμαρτυρία ενάντια στην επέμβαση, κατηγορώντας ότι η Γαλλία δεν είχε έρθει για να αποκαταστήσει την ειρήνη, αλλά για να καταστείλει την μουσουλμανική μειονότητα της χώρας. Εάν η κατάσταση επιδεινωθεί περαιτέρω, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Γαλλία θα πετύχει στο να παίζει τον ρόλο τού ουδέτερου, ανθρωπιστή ειρηνοποιού. Κατηγορίες για νεοαποικιοκρατία έχουν εμφανιστεί και πάλι στα αφρικανικά μέσα ενημέρωσης.
Αναμφισβήτητα, αν η Γαλλία θέλει πραγματικά να καθιερωθεί ως ηγέτιδα στις καθαρά ανθρωπιστικές επεμβάσεις, πρέπει να τις κάνει οπουδήποτε εκτός από την Αφρική, όπου το παρελθόν βαραίνει τόσο πολύ. Αλλά, οι παραδόσεις τού παρελθόντος περιορίζουν και με άλλους τρόπους. Για την Γαλλία, μια μεσαίου μεγέθους δύναμη με πολυετή οικονομικά δεινά και δημοσιονομικές κρίσεις, οι αποτελεσματικές παρεμβάσεις μπορεί να είναι δυνατές μόνο στην Αφρική. Είναι εκεί όπου η Γαλλία έχει την εμπειρία, την τεχνογνωσία, μακροχρόνιες επαφές (που διευκολύνονται από την γαλλική γλώσσα), καθώς και σημαντικές στρατιωτικές βάσεις. Έτσι, στο άμεσο μέλλον, ανεξαρτήτως των στόχων μιας συγκεκριμένης επιχείρησης, η σφαίρα τής αποτελεσματικής στρατιωτικής δράσης τής Γαλλίας είναι πιθανό να παραμείνει λίγο πολύ εκεί που βρισκόταν τα τελευταία 130 χρόνια: στην πρώην αποικιακή αυτοκρατορία της (και μερικά κράτη που γειτονεύουν με αυτήν). Υπό αυτή την έννοια, οι πρόσφατες παρεμβάσεις τού Ολάντ δεν προοιωνίζονται τίποτα καινούργιο - εκτός, ίσως, από την άποψη που επιφυλάσσουν οι Αμερικανοί για την γαλλική στρατιωτική ανδρεία.

* Ο DAVID A. BELL είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Princeton. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του έχει τίτλο The First Total War.


Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/140649/david-a-bell/double-entendre