Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Άρθρο του Πρ. Παπαηλιόπουλου ότι θα τα καταφέρουμε και φέτος…


Θα τα καταφέρουμε και φέτος…
Γράφει ο Πρόδρομος Παπαηλιόπουλος
(Πηγή : http://www.eboulevard.gr)
Όλο τον χειμώνα τον πέρασα μόνος… κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για μένα μα δεν πειράζει! Σηκωνόμουν το πρωί έβγαινα κάτω από τις φυλλωσιές και έψαχνα κανένα χορταράκι για να φάω.
Συνήθως έβρισκα, γιατί κάτι η υγρασία κάτι οι βροχές που και πού, όλο και κάτι φύτρωνε εδώ πέρα αν και για να είμαι ειλικρινής οι φίλες μου οι κατσίκες δεν αφήνουν και τίποτα στο πέρασμα τους.
Βέβαια δεν έχω και πολλά παράπονα, αν δεν ήταν κι αυτές να με κυνηγάνε καμιά φορά ή να τις ακολουθώ κι εγώ τι θα έκανα ολομόναχος εδώ πέρα άραγε; Δεν λέω καλή είναι η φύση αλλά ένα γεια θέλεις και να το λες βρε παιδί μου… Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αυτά τα ζώα με τα δυο πόδια και χέρια που με έφεραν εδώ με άφησαν μόνο μου. Γιατί μωρέ δεν έφεραν και μια φίλη μου μαζί να έχω λίγη παρέα; Ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Τέλος πάντων δεν περνάω και πολύ άσχημα εδώ, αν και μερικές φορές φοβάμαι. Να τις προάλλες πετάγανε κάτι πουλιά ψηλά στον ουρανό και κάνανε ξαφνικά βουτιές στη γη. Μου φάνηκε ότι θέλουν να με πιάσουνε αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Αλλά εγώ για καλό και για κακό κρυβόμουν κάτω απ τα δένδρα. Όταν διψάω πάω σε ένα πηγαδάκι μια γούρνα κοντά στη θάλασσα και πίνω λίγο νεράκι. Μου κάνει κάτι σε αλμυρό μα τι να κάνουμε αυτό υπάρχει εδώ, δεν έχω άλλη λύση…
Τον Μάιο, ξαφνικά η γειτονιά μου άρχισε να έχει κίνηση. Άρχισα λίγο και να ζεσταίνομαι, βλέπετε έχω μαύρη γουνίτσα και με τον ήλιο σκάω. Ψάχνω σκιά πολλές φορές γιατί δεν αντέχεται! Εδώ που πάω πέρα δώθε και δεν με ενοχλεί κανείς, βλέπω ένα ζώο αυτό με τα χέρια και τα πόδια, βάζει στα βότσαλα στις παραλίες κάτι σίδερα που έχουν καπέλο. Δεν καταλαβαίνω τι είναι αυτά μα μοιάζουν όλα ίδια στη σειρά.
Μετά τοποθετεί ανά δυο και κάτι μακρόστενα ανάμεσα στα σίδερα δεν ξέρω τι είναι… Εδώ και μέρες έρχονται και κάτι πράγματα πάνω στη θάλασσα που τρέχουν . Δεν ξέρω τι είναι αλλά βλέπω πολλά ζωάκια καθημερινά το πρωί κατεβαίνουν και το απόγευμα μόλις πέσει ο ήλιος μπαίνουν σ αυτά τα πράγματα στη θάλασσα και φεύγουν. Αυτά τα ζωάκια έχουν πράγματα στα χέρια και όλο ξαπλώνουν κάτω.
Δεν ξέρω γιατί …οι φίλες μου οι κατσίκες όχι όλες όλο πάνε στα αλλά ζώα και κάτι τους δίνουν και τρώνε. Βάζουν και τις μουρίτσες τους σε τσάντες και ψάχνουν… Εμένα κανείς δε μου δίνει κάτι να φάω…
Είμαι τόσο μόνος εδώ μα δε με πειράζει ωραία είναι. Ήδη πέρασα έναν ολόκληρο χειμώνα μόνος και επέζησα.
Τώρα ξεθάρρεψα κι εγώ λίγο και πάω κοντά σ αυτά τα ζώα. Τρώω κι εγώ κάτι. Να βλέπω κι αυτόν που με έφερε εδώ. Όλο τριγυρνάει γύρω από ένα κτίριο με τραπέζια και καρέκλες. Κι όλο τους πάει φαγιά…
Αυτός με έφερε εδώ και καμιά φορά μου βάζει νερό και λίγο φαί. Με φωνάζουν Μήτσο, δεν ξέρω τι είναι αυτό αλλά όταν το ακούω καταλαβαίνω για μένανε μιλάνε! Τα μεσημέρια στα τραπέζια κάθονταν όλοι αυτοί με τα δυο πόδια και τα δυο χέρια και κάτι κάνανε με φαγιά. Μου δίνανε και εμένα μερικοί δεν έχω παράπονο.  Αυτό που μου άρεσε πολύ ήταν κάτι κόκκινο πολύ δροσερό. Το άρπαζα αμέσως μόλις μου το πετάγανε. Όλο το καλοκαίρι έτσι πέρασε. Πολύ φασαρία πολλές κουβέντες κι εγώ στα κλεφτά να αρπάζω φαγιά που μου πετάγανε. Άκουγα διάφορα να λένε, μνημόνια, Τσίπρας, ανεργία, φτώχεια, φοροδιαφυγή, ακριβός καφές και ψάρια. Όλο μουρμούρα όλο γκρίνια, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί όλα αυτά… Δεν χαμογελάγανε πολύ. Εγώ τι να πω εδώ μόνος συνέχεια… Ότι προλάβαινα έτρωγα πάντως, δηλαδή ότι μπορούσα γιατί πολλά τα παίρνανε οι φίλες μου οι κατσίκες.   Τώρα η παραλία πάλι έγινε ήσυχη… Αυτοί με τα δυο πόδια και χέρια δεν έρχονται πια… Τα σίδερα φύγανε κι αυτός με τα φαγητά βάζει αλυσίδες μαζεύει τραπέζια… ησυχία πάλι μόνος εδώ στη Νανού *. Θα περάσω πάλι το χειμώνα και χωρίς μια κουνελίτσα για παρέα. Πάλι μόνο με άφησαν μα δεν πειράζει εγώ θα τα καταφέρω, αυτοί που έφυγαν άραγε θα ξανάρθουν;
Καλό φθινόπωρο, πάω πίσω στη φωλιά μου

*Ο «Μήτσος» είναι ένα υπέροχο μαύρο κουνέλι που ζει μόνο στην εκπληκτική κατάφυτη πλαγιά μπροστά από την παραλία Νανού της Σύμης