Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Πολύ καλό άρθρο του Τ. Θεοδωρόπουλο για το πορνογράφημα της τρομοκρατίας


Το πορνογράφημα της τρομοκρατίας
Τάκης Θεοδωρόπουλος
Το ζήτημα με το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα δεν είναι πολιτικό, όπως θέλουν να το παρουσιάσουν όσοι εξαντλούν τα πυρομαχικά τους για να ξεκαθαρίσουν αν ο συγγραφέας του προλόγου υπήρξε ή όχι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ.
Και για να είμαι ειλικρινής με αφήνει παντελώς αδιάφορο η «ιστορική καπηλεία» που η καλοπροαίρετη Αριστερά επισημαίνει ότι επιχειρείται με το εξώφυλλο, και τη συμβολική ταύτιση της τρομοκρατίας με τη δράση των ανταρτών του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η μεταπολιτευτική τρομοκρατία αναπτύχθηκε και αναζήτησε ασυλία στην ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς η οποία, ακόμη και σήμερα, ακόμη κι αν καταγγέλλει την τρομοκρατία δεν έχει καταφέρει να κόψει τον ομφάλιο λώρο που την συνδέει με την περίοδο του Εμφυλίου. Η ίδια περίοδος χρησιμοποιείται ως η κατ’ εξοχήν ιστορική αναφορά και ο κατ’ εξοχήν σύνδεσμος της τρομοκρατίας με την ιστορία του λαού τον οποίον υποτίθεται ότι εκφράζει. Μπορεί να μην είχε ποτέ πραγματικό λαϊκό έρεισμα η 17 Νοέμβρη, είχε όμως την ιστορία, άρα την αλήθεια με το μέρος της. Δολοφονούσε εν ψυχρώ και καταδίκαζε σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες βάσει ενός δικαίου που είχε ήδη εφαρμοστεί στην περίοδο του Εμφυλίου. Υπήρχε και ιστορικό προηγούμενο και, κατά κάποιον τρόπο, «νομολογία» στην οποία μπορούσε να βασιστεί. Ας μην ξεχνάμε ότι έδρασε ως το ασυμβίβαστο και γνήσιο τμήμα μιας Αριστεράς που είχε συμβιβαστεί με το αστικό καθεστώς.
Ομως το επαναλαμβάνω. Το πρόβλημα με την πολυσέλιδη εξομολόγηση του κατά συρροήν δολοφόνου Δημήτρη Κουφοντίνα πριν γίνει πολιτικό, είναι ηθικό. Κανείς δεν θα ενδιαφερόταν να το διαβάσει, πολλώ μάλλον να το εκδώσει ή να το πουλήσει, αν δεν έψαχνε στις σελίδες του τη σκιά των θυμάτων του συγγραφέα. Τη σημασία τους οι λέξεις που χρησιμοποιεί, το «βάρος» τους και το νόημά τους, το αντλούν από τις ανθρώπινες ζωές που αφαίρεσε ο συγγραφέας τους. Ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο θα μου πείτε. Η γραφή είναι η πιο δημοκρατική τέχνη, τα υλικά της είναι οι λέξεις που χρησιμοποιεί όποιος ξέρει γραφή και ανάγνωση, ως εκ τούτου ο καθένας δικαιούται να την αξιοποιήσει για να δικαιώσει νοήματα και σημασίες που δημιουργήθηκαν εκτός γραφής, ο καθένας, από τον στρατηγό Ντε Γκωλ ώς την τραβεστί Πάολα. Με μία διαφορά. Στην περίπτωση του Κουφοντίνα έχουμε να κάνουμε με την εξομολόγηση ενός ανθρώπου ο οποίος μας ανάγκασε να μάθουμε την ύπαρξή του σκοτώνοντας αθώους, τους οποίους ο ίδιος είχε καταδικάσει ως ενόχους. Σε αντίθεση με τον Λαντρί, αυτός είχε εκλογικεύσει και είχε δώσει κοινωνικό και πολιτικό έρεισμα στη δολοφονική του δράση.
Θα μου πείτε ότι η καταγραφή της διαδικασίας μετατροπής της δολοφονίας σε κοινωνικό αγαθό και των πολιτικών επιχειρημάτων του Κουφοντίνα μπορεί να είχε ενδιαφέρον, ως μια ακραία περίπτωση του ιδεολογικού νεφελώματος που στρέβλωσε τον συλλογικό ψυχισμό μας στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Πλην όμως ο συγγραφέας δεν μπαίνει στον κόπο να κουράσει τη φαιά ουσία του αναγνώστη του με πολιτικές αναλύσεις και γρίφους. Γραμμένο σαν μυθιστόρημα της σειράς, με τα συναισθηματικά στερεότυπα να περισσεύουν, το μόνο που κάνει είναι να ικανοποιεί την περιέργεια του αναγνώστη περιγράφοντας τις λεπτομέρειες των ανθρωποθυσιών. Ενα είδος οφθαλμοπορνικού κουτσομπολιού, με τη διαφορά ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες ζωές και όχι με απατημένους συζύγους.
Υπάρχει μια ηθική της ανάγνωσης, όπως υπάρχει μια ηθική της συγγραφής και μια ηθική της έκδοσης. Ως εκ τούτου η έκδοση, η διακίνηση και η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου δεν είναι θέμα νομιμότητας. Βεβαίως ο καθένας έχει δικαίωμα να γράφει, να εκδίδει και να διαβάζει ό,τι θέλει. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από τους ηθικούς περιορισμούς μιας δραστηριότητας από την οποία, διάολε, αν αφαιρέσεις το ηθικό της έρμα δεν μένουν και πολλά. Μένουν τυπωμένες λέξεις και τα ευρώ που κερδίζει ο εκδότης ή ο συγγραφέας. Δεν ξέρω με ποια κριτήρια ο εκδοτικός οίκος Λιβάνη εξέδωσε τα απομνημονεύματα του Δημήτρη Κουφοντίνα. Οποια και να είναι πάντως δεν φτάνει η απλή δήλωση ότι δεν δεσμεύεται από τις απόψεις του συγγραφέα για να τον απαλλάξει από τις ηθικές ευθύνες. Ακόμη κι αν το είχε παραγγείλει το έργο είχε κάθε δικαίωμα να μην το εκδώσει όταν διεπίστωνε πως στην πραγματικότητα δεν έχουμε να κάνουμε παρά με μια πορνογραφική εκδοχή της τρομοκρατίας, η οποία κολακεύει την περιέργεια του αναγνώστη. Μακάρι ο σίριαλ κίλερ να έκανε τον κόπο να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τις πράξεις του, να κάνει δηλαδή αυτό που δεν τόλμησε, ή δεν μπόρεσε, να κάνει στο δικαστήριο. Σ’ αυτήν την περίπτωση το βιβλίο μπορεί να έβρισκε τα ηθικά ερείσματα που του λείπουν.
Το ξέρω πως η λέξη «ηθική» ακούγεται παρωχημένη, φθαρμένη όπως είναι απ’ την πολυχρησία. Την έχουμε προ πολλού διαγράψει από το λεξιλόγιό μας γιατί την έχουμε διαγράψει από τις απαιτήσεις μας. Στην καλύτερη περίπτωση παραπέμπει σε μερικές βασικές αρχές μιας πρωτόλειας χριστιανικής κατήχησης, που έχουν να κάνουν με την ερωτική σεμνοτυφία, στη χειρότερη απλώς προκαλεί θυμηδία, ειρωνικά βλέμματα και το γνωστό ύφος του μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια. Η συγγραφή και η έκδοση ενός βιβλίου είναι μια πράξη αυθαίρετη που αντλεί τα ηθικά της ερείσματα από τον τρόπο με τον οποίον προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Στην περίπτωση του τρομοκρατικού πορνογραφήματος φρόντισαν άλλοι γι’ αυτό, φρόντισαν τα αθώα θύματα του συγγραφέα τα οποία του εξασφάλισαν ακροατήριο. Αν μη τι άλλο ο Χίτλερ όταν έγραφε το «Ο Αγών μου» δεν ήξερε πως θα μείνει στην ιστορία ως το διασημότερο τέρας του εικοστού αιώνα.