Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Άρθρο για τις γκρίζες ζώνες στη συμφωνία της Πέμπτης


Οι γκρίζες ζώνες στη συμφωνία της Πέμπτης
ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Προς το τέλος του χρόνου, και σε κάθε περίπτωση μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, βλέπουν πλέον κυβερνητικοί αξιωματούχοι την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και την έξοδο στις αγορές.

Η απόφαση του Eurogroup της περασμένης Πέμπτης ήταν καλύτερη στα σημεία και κυρίως στις διατυπώσεις από εκείνη που προωθούνταν στις 22 Μαΐου, αλλά εξακολουθεί να έχει πολλές «γκρίζες ζώνες» και ασαφή σημεία, τα οποία δεν πρόκειται να ξεκαθαρίσουν πριν από τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης στο Βερολίνο. Μέχρι τότε η αβεβαιότητα για το QE, που αποτελεί διαβατήριο για τις αγορές, θα παραμείνει. «Το ΔΝΤ λέει πως θεωρεί το χρέος μη βιώσιμο, μέχρι να διευκρινιστούν τα μέτρα ελάφρυνσης. Το Eurogroup λέει πως η επιμήκυνση των δανείων και της περιόδου χάριτος μπορεί να είναι από μηδέν, δηλαδή καθόλου, μέχρι 15 χρόνια. Οσο υπάρχουν αυτά, ο Ντράγκι δεν θα φέρει στο διοικητικό συμβούλιο το θέμα του QE. Ηδη το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων δέχεται κριτική. Κάποια μέλη είναι αρνητικά, ειδικά στην αγορά ελληνικών ομολόγων. Ο Ντράγκι δεν θα ρισκάρει να διχάσει το Δ.Σ. για χάρη της Ελλάδας και των πιστωτών της», λέει τραπεζίτης με γνώση του θέματος.
Η αοριστία για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους δεν εξαντλείται στο «0-15» της επιμήκυνσης. Σε δύο σημεία της απόφασης του Eurogroup αναφέρεται πως τα μέτρα θα εφαρμοστούν στον βαθμό που χρειάζεται. Και το αν και κατά πόσον χρειάζονται θα αποφασιστεί στο τέλος του προγράμματος. Προς το παρόν, αυτό μπορεί να υπαγορεύεται από την πολιτική συγκυρία, αλλά είναι άγνωστο αν μετά τις γερμανικές εκλογές το Βερολίνο θα είναι διατεθειμένο να δεχθεί μεγαλύτερη αποσαφήνιση.
Αποθεματικό
«Το QE πηγαίνει για μετά τις γερμανικές εκλογές, προς τα τέλη του χρόνου. Δυστυχώς, η πρακτική του σημασία θα έχει περιοριστεί, αλλά συμβολικά θα έχει την αξία του», παραδέχεται αρμόδιος κυβερνητικός παράγοντας. Από την άλλη, σημειώνει, υπάρχει η δέσμευση του Eurogroup ότι θα μας βοηθήσει να βγούμε στις αγορές, με τη δημιουργία ενός αποθεματικού. Το πόσο θα είναι το αποθεματικό αυτό αποτελεί ένα από τα ασαφή σημεία της απόφασης των υπουργών Οικονομικών. «Εκτιμούμε ότι θα είναι μεγάλο, μεγαλύτερο από 7-8 δισ. ευρώ, επειδή περισσεύουν αρκετά κεφάλαια από το δάνειο, που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση».
Το Eurogroup υιοθέτησε επί της αρχής τη γαλλική πρόταση για δημιουργία ενός μηχανισμού που θα συνδέει τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους με τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Οσο μικρότερη είναι η ανάπτυξη τόσο περισσότερα μέτρα ελάφρυνσης θα εφαρμόζονται. Οσο ταχύτερη η μεγέθυνση της οικονομίας τόσο λιγότερα τα μέτρα για το χρέος. Ομως, ο γαλλικής έμπνευσης μηχανισμός, που έχει στόχο να εξουδετερώσει τον παράγοντα «ανάπτυξη» στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους, δεν υιοθετήθηκε με τη μορφή που προτάθηκε από τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών Μπρινό Λε Μερ. Θα αποτελέσει κι αυτός αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των κρατών-μελών. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο EWG δόθηκε εντολή να έχουν έτοιμο ένα σχέδιο προς το τέλος του χρόνου.
Ο ρόλος του ΔΝΤ
Το Ταμείο συμφώνησε επί της αρχής να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα και να φτιάξει έναν κουμπαρά με 2 δισ. δολάρια, τα οποία θα είναι στη διάθεση της Ελλάδας, αλλά θα εκταμιευθούν αν τα ζητήσει η ελληνική κυβέρνηση και κυρίως αν οριστικοποιηθούν σε κάθε λεπτομέρεια τα μέτρα για το χρέος. Οσο το ΔΝΤ δεν λαμβάνει απόφαση εκταμίευσης, θα εκπέμπεται το μήνυμα ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο, δυσχεραίνοντας τις αποφάσεις τόσο της ΕΚΤ όσο και των επενδυτών σε τυχόν απόπειρες της Ελλάδας να βγει στις αγορές.
Το αναπτυξιακό πακέτο προέκυψε με πρωτοβουλία των Γερμανών, τον περασμένο Απρίλιο, όταν προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να βελτιώσει το ΔΝΤ τις εκτιμήσεις του για τον ρυθμό ανάπτυξης. Ενα μήνα αργότερα, στα τέλη Μαΐου, η Κομισιόν παρουσίασε ένα πακέτο μέτρων, το οποίο στην ουσία είναι η καλύτερη αξιοποίηση υφιστάμενων πόρων από τα κοινοτικά ταμεία και ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως η ETEΠ, η EBRD κ.ά. Η αβεβαιότητα σ’ αυτό το σημείο έγκειται όχι στους πιστωτές, αλλά στην αδυναμία της Ελλάδας να αξιοποιήσει του πόρους.
Στην πρόταση της Κομισιόν αναφέρεται πως το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν βιώσιμα επενδυτικά σχέδια για χρηματοδότηση. Επίσης, σημειώνεται πως οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να βελτιώσουν την ικανότητά τους να σχεδιάζουν αναπτυξιακά έργα. Τέλος, επικρίνεται η κυβέρνηση επειδή το 2016 δεν έκανε τίποτα για να προωθήσει την αναπτυξιακή τράπεζα, αν και ήταν δική της πρόταση.