Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΣ Κ.Βαϊμάκης 40 βαθμοί/ λιώνει το κορμί/ η λύση είναι μία/ πάμε παραλία (ΝΟΤ)


40 βαθμοί/ λιώνει το κορμί/ η λύση είναι μία/ πάμε παραλία (ΝΟΤ)
Κώστας Βαϊμάκης
(Πηγή : https://www.reader.gr/)
Έφτασε η ώρα. Εκείνη η ώρα που ο υδράργυρος ξεσαλώνει και βαράει 35+. Που το air condition στο αυτοκίνητο αρνείται να βγάλει κρύο αέρα διότι έχει γονατίσει από τη ζέστη.
Που τα φυτά στο μπαλκόνι θέλουν καθημερινά πιο πολύ νερό κι από εσένα. Που τα παγάκια στον καφέ λιώνουν πριν πιεις την τρίτη γουλιά. Ναι, έφτασε εκείνη η ώρα, που δεν είναι μεν ακόμα ώρα για τις καλοκαιρινές διακοπές, αλλά είναι η ώρα για να πάτε παραλία. Εσύ και όλοι οι υπόλοιποι συνάνθρωποί σου. Τις ίδιες μέρες. Τις ίδιες ώρες. Σε άλλες παραλίες, αλλά στους ίδιους δρόμους που οδηγούν στις παραλίες. Καλέ μου άνθρωπε, κάνε κουράγιο...
1. Τίρι - τίρι, γ@μώ το ξυπνητήρι
Δεν υπάρχει τίποτα πιο αξιομίσητο από το ξυπνητήρι τις καθημερινές. Και ποτέ άλλοτε, δεν έγιναν ταυτόχρονα από τόσους πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, σε τόσα πολλά σπίτια, την ίδια περίπου ώρα, τόσες πολλές «επικλήσεις στα θεία» όσες γίνονται όταν χτυπάει το ξυπνητήρι. Αλλά το Σαββατοκύριακο «θα κοιμηθώ παραπάνω και θα ξυπνήσω ό,τι ώρα γουστάρω». Σωστά; Λάθος... Το Σαββατοκύριακο του καύσωνα θα ξυπνήσεις ό,τι ώρα θέλει η γυναίκα σου. Με ξυπνητήρι ή με «ε, ξύπνα». Γιατί να ξυπνήσεις; Διότι θα σας πιάσει η ζέστη/ η κίνηση/ δεν θα βρείτε ξαπλώστρα/ σας περιμένει η αδελφή της στην παραλία/ τα παιδιά βαριούνται κλπ κλπ. Για κάποιον από τους παραπάνω λόγους ή όλους μαζί θα ξυπνήσεις. Νωρίτερα. Με νεύρα. Θα πιεις έναν καφέ σαν να σε κυνηγάνε. Η σκατά μέρα από το πρωί φαίνεται. Και είναι μια «σκατά μέρα».
2. Μεταφοραί «Ο Κώστας»
Πόσα πράγματα μπορεί να χρειάζεται μια οικογένεια όταν πάει για ένα μπάνιο, αυθημερόν, σε ένα μέρος όπου υπάρχει ο πολιτισμός; Περισσότερα απ' όσα χρειάζεται ένας αστροναύτης που πάει για δυο χρόνια σε έναν διαστημικό σταθμό: πετσέτες, ρακέτες, μπαλάκια, ψάθες, κουβαδάκια, παιχνιδάκια, παρεό, σετ καθαρών ρούχων, δεύτερα μαγιό, παγούρια, τάπερ, μπισκότα, αντιηλιακά, καπέλα, ραδιόφωνο, μαξιλαράκια φουσκωτά, στρώμα θαλάσσης, τρόμπα, σωσίβια, κουλούρες, νεροπίστολα, μπάλα βόλεϊ, μπάλα φουσκωτή. Και ποια εταιρεία θα αναλάβει τη μετακόμιση; Εσύ φίλε μου! Εσύ και τα στιβαρά σου μπράτσα. Εσύ, με στρατιωτικά παραγγέλματα θα ανέβεις και θα κατέβεις όσες φορές χρειαστεί για να φορτώσεις το αυτοκίνητο με τέτοιον τρόπο που να χωρέσεις όλα.
3. Highway to Hell
Φύγατε νωρίς «για να γλιτώσετε την κίνηση». Μόνο που την ίδια ακριβώς σκέψη είχαν και μερικά ακόμα εκατομμύρια άνθρωποι. Και τώρα είστε όλοι μαζί στο δρόμο. Μέσα σε αυτοκίνητα όπου τα παιδιά ζεσταίνονται, πεινάνε, κατουριούνται και βαριούνται - και ρωτάνε κάθε πέντε λεπτά «πότε φτάνουμε;», με μια σύζυγο που έχει νεύρα διότι «σου έλεγα εγώ να φύγουμε νωρίτερα», με κίνηση, κορναρίσματα, ζέστη, φασαρία. Κι είναι Σάββατο. Που κανονικά «θα ξεκουραζόσουν».
4. Λίγα ψίχουλα άμμου σου γυρεύω
Κάποια στιγμή φτάνετε. Κάποια στιγμή βρίσκεις να παρκάρεις. Φυσικά κουβαλάς τα πάντα, φυσικά εκείνη κουβαλάει μόνο το άρωμά της και «την καλή της τη διάθεση» την ώρα που φωνάζει στα παιδιά να προσέχουν στο δρόμο. Φυσικά ομπρέλα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα και ξαπλώστρα ούτε σε φωτογραφία. Φυσικά κάποιοι έχουν πάει πιο νωρίς κι έχουν καβαντζώσει για όλη την παρέα τους ή κάποιοι είναι γνωστοί και τις κρατάνε μέχρι να έρθουν. Φυσικά τα ακούς για μια ακόμα φορά διότι αργήσατε να πάτε. Ψάχνεις να βρεις 1-2 τετραγωνικά να απλώσεις ψάθες, πετσέτες, να έχει και λίγη σκια. Να είναι κοντά στο μπαρ, κοντά στις ντουζιέρες, κοντά στη θάλασσα. Αλλά όχι πολύ κοντά στο μπαρ «για να μην έχει φασαρία», όχι πολύ κοντά στις ντουζιέρες «για να μην μας πιτσιλάνε», όχι πολύ κοντά στη θάλασσα «για να μην περνάνε όλοι από πάνω μας». Φυσικά θα πιεις καφέ μετά από 45 λεπτά μίνιμουμ - και θα είναι νερομπλούκι. Φυσικά εκείνη θα σε στείλει 10 φορές στο μπαρ - για νερό, για μπισκότα, για τόστ, για καφέ, για χυμό, για χαρτοπετσέτες. Φυσικά τα βάσανά σου μόλις άρχισαν...
5. Πολυκοσμία θάλασσας - Ουρά Εφορίας, σημειώσατε Χ
Μπαίνεις στη θάλασσα. Μαζί με χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Με το αντιηλιακό τους που σχηματίζει μια φουτουριστική πολύχρωμη κρούστα πάνω στο νερό. Με παιδιά που σε πιτσιλάνε. Με παιδιά που σου χαρίζουν ένα Golden Shower σε κάθε σου βήμα. Με κονιόρδους που παίζουν βόλεϊ και καρφώνουν πάνω σου. Με τα παιδιά σου που θέλουν να τα ανεβάσεις στην πλάτη σου και να κάνουν βουτιές. Με γριες με εκείνο το λουλουδάτο σκουφί στο κεφάλι να κάνουν παρατηρήσεις σε σένα, τα παιδιά σου και όλα τα παιδιά του κόσμου επειδή υπάρχουν. Με φουσκωτά στρώματα να πέφτουν πάνω σου. Με γραφικούς με μάσκες που κάνουν βουτιά στο μισό μέτρο. Μα δεν είναι υπέροχο το μπανάκι σου;
6. Ααααα, ήρθε η ώρα για ταβερνάκι!
Μερικές ώρες μετά, αρκετές ώρες μετά, γεμάτες εγκαύματα, κούραση, κυνηγητό των παιδιών, πήγαινε-έλα στο μπαρ, φασαρία και ζαλάδα από τον ήλιο και τις «χαρούμενες φωνούλες γύρω σου», έρχεται η εντολή από το Ανώτατο Σοβιέτ: «μαζεύουμε και φεύγουμε. Τα παιδιά πεινάνε». Μαζεύει και κουβαλάς δηλαδή, όπως συνέβη κι όταν ήρθατε. Φορτώνεις πάλι το αυτοκίνητο με χάρη και μεθοδικότητα, βεβαιώνεσαι ότι δεν ξεχάσατε τίποτα πίσω, κάτι μουρμουράς μέσα από τα δόντια σου για το νερό, την άμμο και το αλάτι που έχει γεμίσει όλο το αυτοκίνητο, αλλά μια ματιά της μόνο φτάνει για να το βουλώσεις. Βάζετε πλώρη για «το φοβερό ταβερνάκι εδώ πιο κάτω που μου έχει πει η αδελφή μου, που έχει καταπληκτικά καλαμαράκια και καλές τιμές». Το ταβερνάκι τελικά είναι πολύ πιο κάτω, είναι τίγκα στον κόσμο, περιμένετε 20 λεπτά να αδειάσει τραπέζι, τα παιδιά γκρινιάζουν, εκείνη γκρινιάζει, εσύ πεινάς αλλά δεν γκρινιάζεις. Κι όταν επιτέλους κάθεστε, το μόνο πράγμα που έρχεται εντός δεκαλέπτου είναι το νερό και το ψωμί. Οι πατάτες με τη σαλάτα έρχονται στο μισάωρο. Τα καλαμαράκια στο 45λεπτο. Είναι καταπληκτικά λαστιχωτά τα καλαμαράκια, είναι υπέροχα μισοτηγανισμένες οι προτηγανισμένες πατάτες, έχει λιγότερο λάδι κι από τα μαλλιά σου η θεσπέσια σαλάτα. Ο λογαριασμός πάντως έρχεται στο ένα λεπτό αφού τον ζητήσεις και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι το καλαμαράκι στην προηγούμενη ζωή του ήταν αστακός και έχει κρατήσει την τιμή του αστακού και σ' αυτή τη ζωή!
7. Σπίτι μου, σπιτάκι μου
Είναι βράδυ πλέον όταν επιστρέφετε σπίτι. Εκείνη με τα παιδιά ανεβαίνουν πάνω όσο εσύ ξεφορτώνεις. Θα μπουν τα παιδιά για μπάνιο, θα μπει εκείνη, κάποια στιγμή θα μπεις κι εσύ. Αλλά μέχρι να μπεις «μην κάθεσαι εδώ, έχεις αλάτια», «πρόσεχε που θα καθίσεις, έχεις λάδια», «όσο κάνω τα παιδιά μπάνιο βάλε τα πράγματα στα άπλυτα», «πρόσεχε, γέμισες άμμο το σπίτι, καλά, δεν με σκέφτεσαι καθόλου που θα καθαρίζω;», πολύ απλά διότι περπάτησες ενώ θα μπορούσες να αιωρείσαι και να μην πατήσεις κάτω. Κάποια στιγμή όμως κάθεσαι στον καναπέ. Αποκαμωμένος αλλά νικητής. Με την πλάτη να πονάει από το κουβάλημα και τον ήλιο αλλά δικαιωμένος. Ο «Μπαμπάς του Μήνα». Τα βλέφαρά σου βαραίνουν. Έρχεται η ώρα του ύπνου. Αλλά όχι χωρίς τα καλά μαντάτα: «αύριο, κανόνισα για μπάνιο με την ξαδέλφη μου. Έχει βρει λέει ένα φοβερό μέρος. Αλλά θα πρέπει να ξυπνήσουμε ακόμα πιο νωρίς». Αύριο θα είναι ακόμα πιο υπέροχη μέρα, μια μοναδική Κυριακή, με ακόμα περισσότερο κόσμο στους δρόμους, στις παραλίες, στα ταβερνάκια. Καληνύχτα ζωή...