Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Πολύ καλό ιστορικό άρθρο για το πραξικόπημα της Πράγας το 1948


Το πραξικόπημα της Πράγας
Η ανάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές έγινε με νομότυπες διαδικασίες και χωρίς ανάμειξη του σοβιετικού στρατού 64 χρόνια πριν
Του Κώστα Tσίβου
(Πηγή : http://news.kathimerini.gr/)
Τα γεγονότα που οδήγησαν τον Φεβρουάριο του 1948 στη μονοπωλιακή ανάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές στην Τσεχοσλοβακία αναφέρονται σήμερα ως το «πραξικόπημα της Πράγας».
Τσέχοι και ξένοι ιστορικοί ασπάστηκαν έτσι τη σχετική ορολογία των ηττημένων του 1948. Αντίθετα, οι Τσεχοσλοβάκοι κομμουνιστές χαρακτήριζαν την επανάστασή τους «νικηφόρο Φλεβάρη του εργαζόμενου λαού», καθιερώνοντας την 25η Φεβρουαρίου ως επίσημη αργία. Ο γνωστός Τσέχος ιστορικός Κάρελ Καπλάν χρησιμοποιεί για τα γεγονότα του 1948 τον χαρακτηρισμό «αναίμακτη επανάσταση», εντοπίζοντας ορισμένες ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα υπόλοιπα «λαϊκοδημοκρατικά» καθεστώτα, οι οποίες θα μπορούσαν να συνοψισθούν στα εξής:
- Η «αναίμακτη επανάσταση» έγινε χωρίς άμεση ανάμειξη σοβιετικών στρατευμάτων. Η Τσεχοσλοβακία ήταν η μοναδική χώρα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που τα σοβιετικά στρατεύματα εγκατέλειψαν αμέσως μετά την απελευθέρωσή της από τους ναζί. Οταν το 1948 ξέσπασε στην Πράγα κυβερνητική κρίση, ο Στάλιν διεμήνυσε στον Τσεχοσλοβάκο κομμουνιστή ηγέτη Κλέμεντ Γκότβαλντ ότι τα σοβιετικά τανκς παραμένουν σε ετοιμότητα στη γειτονική Ουγγαρία και είναι έτοιμα να συνδράμουν. Ηταν η πρώτη φορά που ο Γκότβαλντ, έχοντας εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, δεν άκουσε τον μέντορά του.
- Η κατάληψη της εξουσίας έγινε με καθ’ όλα νομότυπες διαδικασίες: ο αστός πρόεδρος Εντουαρντ Μπένες αποδέχθηκε την παραίτηση των μη κομμουνιστών υπουργών της κυβερνητικής συμμαχίας, δίνοντας την έγκρισή του στον Γκότβαλντ να συμπληρώσει το υπουργικό συμβούλιο με άτομα που ανήκαν ή συνεργάζονταν με το Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας.
Τα διατάγματα Μπένες και ο διάχυτος φόβος γερμανικού ρεβανσισμού
Οι λόγοι που οδήγησαν τον έμπειρο αστό πολιτικό Μπένες (υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις μεσοπολέμου, πρόεδρος από το 1938) να συγκατατεθεί στη μονοπωλιακή άσκηση της εξουσίας από τους κομμουνιστές αποτελεί μέχρι σήμερα αντικείμενο αντιπαραθέσεων. Ο Μπένες προερχόταν από τις γραμμές των Τσεχοσλοβάκων Εθνοσοσιαλιστών και καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έφερε βαρέως, όπως και η πλειοψηφία των συμπατριωτών του, την «προδοσία του Μονάχου» (Σεπτέμβριος 1938), δηλαδή την παραχώρηση εκτεταμένων γερμανόφωνων περιοχών της Τσεχοσλοβακίας (Σουδητία) στον Χίτλερ, με τη συγκατάθεση της Γαλλίας και της Βρετανίας. Μετά το 1939, ο Μπένες και η εξόριστη κυβέρνησή του εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο. Το σημαντικότερο μετά την απελευθέρωση πρόβλημα ήταν η λύση του «εθνικού ζητήματος», δηλαδή η παρουσία σχεδόν τριών εκατομμυρίων Γερμανών (Σουδητών), που στην πλειοψηφία τους είχαν συνταχθεί στο πλευρό του Χίτλερ. Ο Μπένες, οι εξόριστοι πολιτικοί εκπρόσωποι της Τσεχοσλοβακίας, όπως και το Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, προέκριναν τη λύση της εθνοκάθαρσης. Αυτή η επιλογή δεν μπορούσε να βρει υποστηρικτές στη Δύση. Υποστηρίχθηκε όμως θερμά από τον Στάλιν στο όνομα «πανσλαβικής αλληλεγγύης» και της κοινής αντιμετώπισης του «γερμανικού κινδύνου», καθώς ο Στάλιν υπολόγιζε ότι θα έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον δύο γενιές προκειμένου να ολοκληρωθεί η «αναμόρφωση» των Γερμανών.
Ανήκουστες αγριότητες
Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπογράφτηκαν τα περίφημα «διατάγματα Μπένες», βάσει των οποίων δυόμισι εκατομμύρια Σουδήτες και μισό εκατομμύριο Ούγγροι υποχρεώθηκαν να «μετακινηθούν» εκτός Τσεχοσλοβακίας. Οι κατ’ ευφημισμόν «μετακινήσεις» συνοδεύθηκαν από ανήκουστες αγριότητες εις βάρος εκτοπιζομένων, στις οποίες πρωταγωνίστησαν οι λεγόμενες «Επαναστατικές Επιτροπές», που βρίσκονταν κυρίως υπό τον έλεγχο των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών. Μετά τον απηνή διωγμό των Σουδητών, που αποτελούσαν το ένα πέμπτο του πληθυσμού της Τσεχοσλοβακίας καθώς και το πλέον εύπορο δυναμικό της, άδειασαν ολόκληρες περιοχές (π.χ. από την Πράγα έφυγε το ένα τρίτο του πληθυσμού, ενώ η γνωστή λουτρόπολη Κάρλοβι Βάρι έμεινε σχεδόν ακατοίκητη). Στη συνέχεια, οι περιοχές αυτές εποικίστηκαν από φτωχούς Τσέχους και Σλοβάκους, ενώ οι περιουσίες των Σουδητών μοιράστηκαν από το υπουργείο Γεωργίας, το οποίο ήλεγχαν οι Τσεχοσλοβάκοι κομμουνιστές. Με αυτόν τον τρόπο το Κ.Κ. διεύρυνε σημαντικά την εκλογική του βάση και στην ύπαιθρο. Η «προδοσία του Μονάχου» και ο φόβος του «γερμανικού ρεβανσισμού» οδήγησαν τη μεταπολεμική ηγεσία της Τσεχοσλοβακίας, αστική και κομμουνιστική, στην αγκαλιά του Στάλιν. Προκειμένου να μη δυσαρεστήσουν τη σοβιετική ηγεσία, η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση το 1947 ακύρωσε τη συμμετοχή της στο Σχέδιο Μάρσαλ, μολονότι αρχικά είχε αποφασίσει να συμμετάσχει σ’ αυτό. Ετσι, η Τσεχοσλοβακία μέχρι το 1989 εγκλωβίστηκε στη σοβιετική ζώνη επιρροής.
Από το Εθνικό Μέτωπο στον «Νικηφόρο Φλεβάρη»
Το 1945, παράγοντες των αντιφασιστικών κομμάτων της Τσεχοσλοβακίας, αστοί και κομμουνιστές, δημιούργησαν στη Μόσχα κυβέρνηση Εθνικού Μετώπου, υπό την ηγεσία του εξόριστου προέδρου Μπένες. Οι κομμουνιστές, που κατείχαν το ένα τρίτο των υπουργείων, υπήρξαν οι διαμορφωτές του κυβερνητικού προγράμματος απελευθέρωσης το οποίο στηριζόταν στην πρόσδεση της χώρας με τη Σοβιετική Ενωση, στη λύση του «εθνικού ζητήματος» και στην εφαρμογή κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, στις οποίες καθοριστικό ρόλο έμελλε να διαδραματίσει η κατάσχεση των περιουσιών αυτών που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Στο Εθνικό Μέτωπο, εκτός από τους κομμουνιστές, συμμετείχαν επίσης οι Εθνοσοσιαλιστές του προέδρου Μπένες, οι Σοσιαλδημοκράτες, το Λαϊκό Κόμμα στο οποίο εκπροσωπούνταν οι αντιφασίστες Καθολικοί, καθώς και το Δημοκρατικό Κόμμα της Σλοβακίας. Το Εθνικό Μέτωπο, με πρωτοβουλία του Μπένες, διέλυσε όλους τους υπόλοιπους πολιτικούς σχηματισμούς, καθώς οι αστοί πολιτικοί ευελπιστούσαν ότι τα κόμματά τους θα καρπώνονταν τους προπολεμικούς ψηφοφόρους του συντηρητικού Αγροτικού Κόμματος, οι οποίοι στη διάρκεια του μεσοπολέμου αποτελούσαν τη σημαντικότερη παράταξη.
Οι κομμουνιστές, εκμεταλλευόμενοι τη συμμετοχή τους στο κίνημα Αντίστασης, καθώς και την παρουσία του «απελευθερωτή Κόκκινου Στρατού», αύξησαν κατακόρυφα την αίγλη τους και τα μέλη τους, λίγους μήνες μετά τον πόλεμο, ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο. Ενεργώντας προνοητικά, απαγόρευσαν στα μέλη και τους οπαδούς των Σοσιαλδημοκρατών και των Εθνοσοσιαλιστών να ενταχθούν στις γραμμές τους, συμβουλεύοντάς τους να δημιουργήσουν αριστερές φράξιες στα ίδια τα κόμματά τους. Στις εκλογές που διεξήχθησαν τον Μάιο του 1946, το Κ.Κ. ήρθε πρώτο, αποσπώντας το 38% των ψήφων, το υψηλότερο ποσοστό που έλαβε ποτέ ευρωπαϊκό Κ.Κ. σε ελεύθερες εκλογές. Οι Εθνοσοσιαλιστές, που περίμεναν να πρωτεύσουν, ήρθαν δεύτεροι με 18%, το καθολικό Λαϊκό Κόμμα τρίτο, με 15%, το σλοβακικό Δημοκρατικό Κόμμα έλαβε σε εθνικό επίπεδο 14% (στη Σλοβακία 60%), ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες έλαβαν 12%.
Οι ηγέτες των αστικών κομμάτων απέδωσαν τη νίκη των κομμουνιστών στη γενικότερη μεταπολεμική ευφορία, αναμένοντας ότι τα ποσοστά τους θα υποστούν κάμψη τα επόμενα χρόνια. Και τα πέντε κόμματα συμμετείχαν στη νέα κυβέρνηση του Εθνικού Μετώπου, υπό την ηγεσία του κομμουνιστή πρωθυπουργού Κλέμεντ Γκότβαλντ. Δίνοντας βάση στις προκηρύξεις των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών για τη συναινετική επιλογή ενός εθνικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, οι ηγέτες των αστικών κομμάτων θεωρούσαν υποχρέωσή τους να κρατήσουν τους κομμουνιστές στα δημοκρατικά πλαίσια λειτουργίας του Εθνικού Μετώπου. Οι κομμουνιστές, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους το καίριο υπουργείο Εσωτερικών, προέβαλλαν ολοένα και ριζοσπαστικότερους στόχους. Σε αντίθεση με τους αντιπάλους τους, δεν επαναπαύθηκαν στις κοινοβουλευτικές μεθόδους δράσης, ενίσχυσαν την παρουσία τους στις μαζικές οργανώσεις, ενώ ευθύς εξαρχής είχαν ένα σαφέστατο στόχο. «Στόχος μας είναι η εξουσία, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα», δήλωνε ο Γκότβαλντ, λίγο μετά την κριτική που δέχθηκε στην ιδρυτική διάσκεψη της Κομινφόρμ στη Σκάρσκα Πορούμπα της Πολωνίας (1947) από στελέχη άλλων Κ.Κ. (Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας), τα οποία κατηγόρησαν τους Τσεχοσλοβάκους συντρόφους τους για «λεγκαλιστικές αυταπάτες».
«Ο πρώτος εργάτης πρόεδρος» επέβαλε ακραίο σταλινικό καθεστώς
Η ευκαιρία δόθηκε τον Φεβρουάριο του 1948, όταν οι μη κομμουνιστές υπουργοί της κυβέρνησης Γκότβαλντ υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη γενίκευση των αντιδημοκρατικών μεθοδεύσεων από το κομμουνιστικό υπουργείο Εσωτερικών. Οι αστοί πολιτικοί ευελπιστούσαν ότι ο πρόεδρος Μπένες θα διέλυε την κυβέρνηση προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές, τις οποίες, όπως πίστευαν, θα κέρδιζαν. Οι κομμουνιστές, κινητοποιώντας τους οπαδούς τους και ιδρύοντας ένοπλα σώματα Λαϊκής Πολιτοφυλακής, εκβίασαν τον Μπένες να διορίσει νέο κυβερνητικό σχήμα αποτελούμενο από κομμουνιστές και συνεργάσιμους υπουργούς από τις αριστερές φράξιες των πρώην συμμάχων τους. Στις 25 Φεβρουαρίου ο Γκότβαλντ ανακοίνωνε στους εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές που βρίσκονταν στην πλατεία της Παλαιάς Πόλης της Πράγας ότι «ο πρόεδρος Μπένες αποδέχθηκε όλα τα αιτήματα των κομμουνιστών». Ενα τετράμηνο αργότερα, ο Μπένες πέθανε και τα καθήκοντά του ανέλαβε ο Γκότβαλντ, «ο πρώτος εργάτης πρόεδρος». Η πενταετής διακυβέρνηση του Γκότβαλντ (πέθανε το 1953, μία εβδομάδα μετά την κηδεία του Στάλιν) σημαδεύθηκε από την επιβολή ενός ακραίου σταλινικού καθεστώτος που ερχόταν σε αντίθεση με τις δημοκρατικές παραδόσεις της Τσεχοσλοβακίας του μεσοπολέμου. Οι διώξεις προκάλεσαν τη φυγή δεκάδων χιλιάδων εμιγκρέδων στη Δύση, ενώ οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα δεκάδες αντιφρονούντες. Τις πλέον σκληρές διώξεις υπέστησαν ηγετικά στελέχη των ίδιων των κομμουνιστών. Στο όνομα της αποκάλυψης του «εσωτερικού εχθρού» με χρήση «ομολογιών» που αποσπάστηκαν με φρικτά βασανιστήρια και έπειτα από δίκη παρωδία οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα ο Ρούντολφ Σλάνσκι, γ.γ. του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, καθώς και δεκάδες άλλα επιφανή στελέχη των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών. Τα περισσότερα θύματα των σταλινικής έμπνευσης δικών σκοπιμότητας αποκαταστάθηκαν πρόσκαιρα την περίοδο της «Ανοιξης της Πράγας», η οποία όμως κατεστάλη από τα σοβιετικά τανκς τον Αύγουστο του 1968, ενταφιάζοντας οριστικά τις αυταπάτες των Τσεχοσλοβάκων κομμουνιστών για την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού καθεστώτος με ανθρώπινο πρόσωπο. Το κομμουνιστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε με την «αναίμακτη επανάσταση» του 1948, έληξε οριστικά με τη «βελούδινη επανάσταση» του 1989.

* Ο κ. Κώστας Τσίβος είναι ο προϊστάμενος του Τμήματος Νέων Ελληνικών στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Καρόλου, στην Πράγα.