Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Άρθρο αν η Μαρίν Λεπέν εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας


Η Μαρίν Λεπέν πρόεδρος της Γαλλίας;
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, οι συζητήσεις εντός και εκτός της χώρας ακολουθούν μια γνώριμη πορεία. Προβληματισμός και συχνά ανησυχία για το τι θα σήμαινε μια επικράτηση της Μαρίν Λεπέν, αλλά τελικά ανακούφιση από τη «διαπίστωση» ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων θα διασφαλίσουν την ήττα της.
Δεν αμφισβητεί κανείς ότι το πιθανότερο σενάριο είναι η συμμετοχή της στον β΄ γύρο, και μάλιστα με την εξασφάλιση μεγαλύτερου ποσοστού από όλους τους αντιπάλους της, της Κεντροδεξιάς, της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Ωστόσο, φαντάζει καθησυχαστικό το «ασφαλές» συμπέρασμα πως, τελικά, η επικεφαλής της γαλλικής Ακροδεξιάς θα χάσει.
Οι συζητήσεις εστιάζονται στον βαθμό απήχησης της ανεξάρτητης υποψηφιότητας του Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος εμφανίζεται πλέον ως ο επικρατέστερος επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας, στο πόσο συντηρητικός ή φιλελεύθερος είναι ο κεντροδεξιός Φρανσουά Φιγιόν και αν θα ήταν καλύτερα να τον αντικαταστήσει ο κύριος εσωκομματικός του αντίπαλος, Αλέν Ζιπέ, ή ακόμη και εάν ο σοσιαλιστής Μπενουά Αμόν μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις της Αριστεράς και να περάσει αυτός στον β΄ γύρο ή αν, από την άλλη, θα αποξενώσει μετριοπαθείς σοσιαλιστές που θα μετακινηθούν προς τον Μακρόν.
Ολες αυτές είναι λογικές σκέψεις και αντανακλούν τη γαλλική πολιτική πραγματικότητα, αλλά ώς ένα βαθμό. Είναι αυτή η συνολική εικόνα; Διαφαίνεται και εδώ ο κίνδυνος να μη δοθεί η απαιτούμενη προσοχή στο φαινόμενο του εθνικισμού και του λαϊκισμού, που όχι μόνο γιγαντώνεται, αλλά έχει πλέον αποδείξει ότι ξέρει να κερδίζει.
Μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, και μετά τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στην Αμερική, καλό θα ήταν να είναι όλοι λίγο πιο «προσεκτικοί».
Με δεδομένη μάλιστα τη συχνή, αν όχι συνεχή πλέον αδυναμία των δημοσκοπήσεων να καταγράψουν πιστά τα κοινωνικά ρεύματα που δημιουργούνται και τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο εκλογικό σώμα μεγάλων δημοκρατικών χωρών, τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο.
Εάν στην αβεβαιότητα αυτή προσθέσει κάποιος και απρόσμενες εξελίξεις, όπως ήταν οι αποκαλύψεις περί αργομισθίας της συζύγου και των παιδιών του Φιγιόν, που φέρονται να έχουν λάβει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για την κάλυψη θέσεων απασχόλησης όπου δεν εργάστηκαν ποτέ, τότε το σκηνικό θολώνει. Καθίσταται, δε, ακόμη πιο θολό εάν μέσα στους επόμενους δυόμισι μήνες και άλλοι δημοκρατικοί υποψήφιοι δεχθούν απρόσμενα πλήγματα.
Καλό θα ήταν, λοιπόν, οι ελίτ που εξεπλάγησαν από το Brexit και την εκλογή Τραμπ να αρχίσουν να προβληματίζονται για κάτι που μπορεί να συμβεί και στη Γαλλία. Προφανώς και δεν είναι το πιο πιθανό σενάριο. Προφανώς και είναι δύσκολο να συμβεί. Αλλά ας μην το βλέπουν και αυτό ως εντελώς απίθανο. Φθάνουν οι εκπλήξεις. Ας προετοιμασθούν για το ενδεχόμενο μιας «διαφορετικής» επόμενης ημέρας, έστω και αν, σύμφωνα με όλες τις μέχρι τώρα ενδείξεις, αυτή δεν θα έρθει.
Το σύστημα διακυβέρνησης της Γαλλίας προσφέρει διεξόδους. Ο πρόεδρος έχει πολλές, αλλά όχι απεριόριστες εξουσίες. Στη νέα Εθνοσυνέλευση, που θα προκύψει ένα μήνα μετά τις προεδρικές εκλογές, το Εθνικό Μέτωπο δεν θα έχει την πλειονότητα των βουλευτών. Η ανάδειξη ενός πρωθυπουργού που θα αποτελεί όχι μόνο ένα διαφορετικό πόλο εξουσίας, αλλά υπό μία έννοια θα συσπειρώνει όλη την υπόλοιπη Γαλλία, αποτελεί τρόπον τινά μια δικλίδα ασφαλείας που δεν υπήρχε στις περιπτώσεις του Brexit και της εκλογής Τραμπ.
Σε κάθε περίπτωση, το 2016 έδειξε ότι στη σημερινή πολιτική και κοινωνική συγκυρία τίποτα δεν αποκλείεται, ακόμη και αν στην αρχή φαντάζει αδύνατο, αν όχι εξωφρενικό.