Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Άρθρο ότι ο Σουλτς απειλεί τη «σίγουρη» Μέρκελ


Ο Σουλτς απειλεί τη «σίγουρη» Μέρκελ
ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΠΕΡΣΗ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Για όσο διάστημα το ρεύμα «αντι-Μέρκελ» εκπροσωπείτο από την απωθητική για την πλειονότητα των ψηφοφόρων Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), η καγκελάριος μπορούσε να είναι βέβαιη ότι σύντομα θα λάβει τέταρτη διαδοχική εντολή διακυβέρνησης της Γερμανίας.
Από τη στιγμή όμως που η αντιπαράθεση επέστρεψε στο παραδοσιακό δίπολο «χριστιανοδημοκρατία εναντίον σοσιαλδημοκρατίας», φίδια έχουν αρχίσει να ζώνουν την καγκελαρία.
Δεν έχει σημασία εάν ο Μάρτιν Σουλτς, ο νέος υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών, εκπροσωπεί πράγματι κάτι καινούργιο – αρκεί ότι έτσι γίνεται αντιληπτός από σημαντική μερίδα πολιτών. Ενώ μέχρι πρόσφατα θα εθεωρείτο επιτυχία αν διατηρούσαν οι Σοσιαλδημοκράτες το απογοητευτικό ποσοστό 25,7% που είχαν αποσπάσει στις εκλογές του 2013, η έλευση του Σουλτς έχει απελευθερώσει δυναμική ανόδου που αποτυπώνεται τόσο στον ενθουσιασμό των πολιτικών συγκεντρώσεων όσο και στην εκτίναξη του ποσοστού του κόμματος στις δημοσκοπήσεις.
Σε όλες τις μετρήσεις, πλην μιας που βρίσκει ότι έχει ήδη γίνει η ανατροπή, η καγκελάριος διατηρεί το προβάδισμα, με την ψαλίδα να κλείνει στις 3 ποσοστιαίες μονάδες. Αν η δυναμική αυτή εξακολουθήσει –τα μικροσκάνδαλα που ξέθαψαν οι Χριστιανοδημοκράτες εναντίον του Σουλτς δεν φαίνονται ικανά να την ανακόψουν–, τότε οι ομοσπονδιακές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου θα μετατραπούν σε ανοικτό στοίχημα.
Επίθεση Σόιμπλε
Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε παρομοίασε τον Σουλτς με τον Ντόναλντ Τραμπ, σχόλιο που οι αναλυτές θεώρησαν ότι απευθύνεται κυρίως στις τάξεις των Χριστιανοδημοκρατών, τους οποίους ο Σόιμπλε θέλει να κινητοποιήσει, καλώντας τους να διανοηθούν ότι η επικρατέστερη υποψήφια μπορεί και να χάσει. Ο πολύγλωσσος, κοσμοπολίτης, ένθερμος οπαδός της κατάργησης των ευρωπαϊκών συνόρων Σουλτς δεν έχει εκ πρώτης όψεως τίποτα κοινό με τον Αμερικανό πρόεδρο, τον οποίο άλλωστε έχει επικρίνει με πολύ σκληρή γλώσσα.
Ομως, τόσο ο Σουλτς όσο και ο Τραμπ διαθέτουν μια ιδιότητα που στερείται πλήρως ο Σόιμπλε και την πολιτική επικινδυνότητα της οποίας αναγνωρίζει. Είναι και οι δύο ικανοί να απευθύνονται στο συναίσθημα με πύρινους λόγους, να συνδέονται με τους πιο απλούς ψηφοφόρους και να κατανοούν τα οξύτατα προβλήματα όσων βγήκαν χαμένοι από τους οικονομικούς μετασχηματισμούς των τελευταίων ετών.
Σε αντίθεση με τη χλιδή στην οποία ζει ο δισεκατομμυριούχος Τραμπ, τουλάχιστον η προσωπική πορεία του Σουλτς από την εγκατάλειψη του σχολείου, την παρ’ ολίγον καριέρα ποδοσφαιριστή που σκόνταψε λόγω τραυματισμού, τον αλκοολισμό, την κατάθλιψη, τα ειδοποιητήρια έξωσης και την έλλειψη κάθε προοπτικής έως τη λαμπρή πολιτική καριέρα ρίχνει πράγματι γέφυρες προς τις εμπειρίες των απλών ανθρώπων.
Ο Σουλτς μιλάει διαρκώς για κοινωνική δικαιοσύνη, για φορολόγηση των πλουσίων, για μια Γερμανία στην οποία οι δουλειές δεν θα είναι μόνο άφθονες, όπως σήμερα, αλλά θα παρέχουν και αξιοπρεπείς αμοιβές για όλους.
Το άλμα
Σε αυτό το σημείο, οι υποστηρικτές των Σοσιαλδημοκρατών καλούνται να κάνουν ένα μικρό διανοητικό άλμα, να ξεχάσουν ότι το κόμμα αυτό ήταν που καταβαράθρωσε τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές και επέβαλε μεταρρυθμίσεις που εκτίναξαν την επισφαλή, εξευτελιστικά αμειβόμενη εργασία και να ελπίσουν ότι ο Σουλτς θα αντιστρέψει μια πολιτική πορεία δεκαπέντε ετών.
Αν κάτι γίνεται ξεκάθαρο από την προσδοκία αυτή είναι πόσο πλήρης είναι η αδιαφορία της γερμανικής κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα στις Βρυξέλλες, πόσο εύκολο είναι για έναν πολιτικό που ταυτίστηκε πλήρως με τις κομματικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών να εμφανιστεί ως ανανεωτής, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να κάνει καριέρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ως πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, από το 2012 έως πριν από ένα μήνα, ο Σουλτς έχει διαχειριστεί με αριστοτεχνικό τρόπο τον «μεγάλο συνασπισμό» συντηρητικών και κεντροαριστερών κομμάτων που σχηματίζει τη ραχοκοκαλιά των περισσότερων αποφάσεων του Ευρωκοινοβουλίου.
Οταν ο Σουλτς λέει ότι γνωρίζει καλά την Αγκελα Μέρκελ, γιατί έχει συνεργαστεί κατ’ επανάληψιν μαζί της, δεν λέει ψέματα. Το πώς τώρα ένας βιρτουόζος των πολιτικών συμβιβασμών κατορθώνει να ανεβάζει τη θερμοκρασία της πόλωσης και να αναγορεύεται σε ακλόνητο αντίπαλο της Μέρκελ είναι ένα μάθημα στην τέχνη της πολιτικής. Ισως είναι παράλληλα και μια ένδειξη της λαχτάρας των Γερμανών για κάτι διαφορετικό, ύστερα από δώδεκα χρόνια καγκελαρίας της Αγκελα Μέρκελ.
Το πιθανότερο όμως είναι ότι μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, αντί για κάτι διαφορετικό, θα εισπράξουν μια εκδοχή του ιδίου. Ο Σουλτς έχει ελάχιστη εμπειρία στη συνεργασία με την Αριστερά και τους Πρασίνους, έχοντας τορπιλίσει πληθώρα πρωτοβουλιών των πολιτικών δυνάμεων τις οποίες θα χρειαστεί τώρα να σαγηνεύσει, αν προσανατολιστεί στην εγκατάλειψη του μεγάλου συνασπισμού. Δεν είναι καν βέβαιο ότι ένας τέτοιος «κοκκινοπράσινος» συνασπισμός –θεωρητικά ο πιο συμφέρων και για την υπόθεση της Ελλάδας– θα είναι αριθμητικά και πολιτικά εφικτός μετά τις κάλπες του Σεπτεμβρίου, καθώς οι Πράσινοι βρίσκονται σε πορεία εκλογικής παρακμής και η Αριστερά είναι διχασμένη ως προς το ενδεχόμενο της συγκυβέρνησης.
Οπως και να το δει κανείς, ο ευκολότερος δρόμος του Σουλτς προς την εξουσία δεν είναι άλλος από έναν καινούργιο μεγάλο συνασπισμό, από μια νέα εκδοχή της συνεργασίας που τόσο καλά γνωρίζει. Το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει είναι να έχει αυτός το πάνω χέρι.
Ο παράγων «Τραμπ» και τα πυρηνικά
Η προεκλογική περίοδος στη Γερμανία συμπίπτει με τον κλονισμό του θεμελιώδους ατλαντικού προσανατολισμού της χώρας σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Μετά την εκλογή Τραμπ, η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να σταματήσουν οι ΗΠΑ να απορροφούν τα εμπορικά της πλεονάσματα, να αποσύρουν τη στήριξη προς το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να πάψουν να τη στεγάζουν άνευ όρων κάτω από τη νατοϊκή πυρηνική ομπρέλα. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει συντελεστεί, αλλά έχει τεράστιο ενδιαφέρον η αντίδραση κυρίαρχων πολιτικών και δημοσιογραφικών κύκλων της χώρας. Με μια εντυπωσιακή ομοβροντία δηλώσεων, τηλεοπτικών εκπομπών και δημοσιευμάτων, επιχειρείται να πάψει να είναι ταμπού το ζήτημα του εξοπλισμού της Γερμανίας με πυρηνικά όπλα.
Η συζήτηση συνοψίζεται στο αν η Γερμανία πρέπει να μοιραστεί το πυρηνικό οπλοστάσιο της Γαλλίας ή αν πρέπει να αποκτήσει δικό της. «Le nucleaire ne se partage pas» (τα πυρηνικά δεν μοιράζονται) έγραψε στα γαλλικά ο εκδότης της σοσιαλδημοκρατικής εφημερίδας Die Zeit, Γιόζεφ Γιόφε. «Τι θα κερδίσει η Γερμανία εάν επενδύσει τα πλούτη της στην πυρηνική δύναμη αποτροπής κάποιου άλλου; Ισως αποκτήσει λόγο για τους στόχους, αλλά δεν θα έχει το δάχτυλο στη σκανδάλη. Δεν είναι μια επιλογή που υπάρχει λόγος να σκεφτόμαστε». Από τις στήλες της FAZ, o διευθυντής του Φόρουμ Διπλωματικών Μελετών της Αμερικανικής Ακαδημίας του Βερολίνου, Γιαν Τέχαου, διερωτάται «τι πρέπει να κάνει μια χώρα που είναι υποχρεωμένη να συζητήσει το θέμα των δικών της πυρηνικών όπλων;». Τη συζήτηση για την «ανάγκη ευρωπαϊκής πυρηνικής ομπρέλας» άνοιξε το στέλεχος των κυβερνώντων Χριστιανοδημοκρατών, Ρόντριχ Κιζεβέτερ. Ισως πρόκειται για τροχιοδεικτικές βολές, ώστε να μετρηθεί η αντίδραση του πανίσχυρου γερμανικού αντιπυρηνικού κινήματος.