Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Άρθρο του Foreign Affairs για την άβολη συμμαχία Ιράν - Ρωσίας στη Συρία


Η άβολη συμμαχία του Ιράν με την Ρωσία
Το πλαίσιο της συνεργασίας τους στην Συρία
Mohsen Μ. Milani
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr/)
Σε μια αιφνιδιαστική κίνηση στα τέλη Αυγούστου, το Ιράν επέτρεψε στην Ρωσική Πολεμική Αεροπορία να πετάξει από την Αεροπορική Βάση Shahid Nojeh στο κεντρικό Ιράν για να διεξαγάγει επιχειρήσεις βομβαρδισμών σε εδάφη της Συρίας που, όπως ισχυρίζονται η Τεχεράνη και η Μόσχα, ελέγχονται από τρομοκράτες.
Αυτό δεν ήταν ασήμαντη απόφαση˙ έρχεται σε αντίθεση με μια θεμελιώδη αρχή της εξωτερικής πολιτικής του επαναστατικού Ιράν. Από το 1979, το Ιράν έχει διαφυλάξει την κυριαρχία του μέσω της αρχής «Ούτε Ανατολή, ούτε Δύση», ένα δημοφιλές σύνθημα χαραγμένο στα πολύχρωμα πλακάκια της εισόδου στο κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών στην Τεχεράνη. Κατά συνέπεια, επί 37 χρόνια, το Ιράν δεν έχει επιτρέψει καμία πρόσβαση ξένης δύναμης στις στρατιωτικές βάσεις του. Γιατί, λοιπόν, το έκανε τώρα;
Η απόφαση είναι συμβολική της εμβάθυνσης των πολιτικών και στρατιωτικών δεσμών μεταξύ του Ιράν και της Ρωσίας. Η συνεργασία των δύο χωρών στην Συρία είναι στην πραγματικότητα η πιο σημαντική στρατιωτική εμπλοκή που είχε το Ιράν με οποιαδήποτε ξένη χώρα από το 1979, και θα μπορούσε να περιπλέξει την προσέγγιση του Ιράν με την Δύση.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ρωσο-ιρανικές σχέσεις είναι χωρίς εντάσεις: Μεγάλες δόσεις δυσπιστίας μαστίζουν αμφότερες τις πλευρές. Για παράδειγμα, αμέσως αφότου η Ρωσία ανακοίνωσε ότι το Ιράν είχε επιτρέψει την πρόσβαση στην βάση Shahid Nojeh, λίγοι βουλευτές στην Majlis του Ιράν κατήγγειλαν την απόφαση ως παραβίαση του συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων στο εσωτερικό του Ιράν. Αρκετοί αξιωματούχοι του καθεστώτος γρήγορα μπήκαν σε λειτουργία ελέγχου ζημιών. Τόνισαν ότι η απόφαση ήταν συνταγματική επειδή η Ρωσία θα χρησιμοποιήσει την βάση μόνο προσωρινά για σκοπούς ανεφοδιασμού, και ότι η διοίκηση της βάσης παρέμεινε σε ιρανικά χέρια. Επέμειναν ότι το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, η ανώτατη Αρχή της χώρας για τις εξωτερικές υποθέσεις, είχε εγκρίνει την απόφαση. Και ο υπουργός Άμυνας του Ιράν, Hossein Dehghan, ο οποίος είχε ταξιδέψει στην Μόσχα πέντε φορές τα τελευταία δυόμισι χρόνια, δήλωσε ότι το Ιράν δεν είχε καμία πρόθεση να επιτρέψει ρωσική πρόσβαση σε περισσότερες βάσεις, αλλά πρόσθεσε ότι «αν η Ρωσία το ζητούσε, το Ιράν θα εξέταζε το αίτημα».
Προς το παρόν, οι δύο χώρες συνεργάζονται στρατηγικά, λέει η επίσημη γραμμή, κυρίως για να σώσουν την Συρία από τρομοκράτες οι οποίοι επίσης απειλούν και τα δύο κράτη. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

07092016-1.jpg
Στιγμιότυπο από βίντεο και κυκλοφόρησε το Υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας στις 18 Αυγούστου 2016, το οποίο δείχνει ένα ρωσικό μαχητικό-βομβαρδιστικό αεροπλάνο Sukhoi Su-34 που εξορμά από την ιρανική αεροπορική βάση Hamadan να ρίχνει βόμβες στην συριακή επαρχία Deir ez-Zor. REUTERS

ΑΒΟΛΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ
Οι Ιρανοί έχουν βαθιά ριζωμένη ιστορική δυσπιστία έναντι της Ρωσίας. Καμία άλλη χώρα δεν έχει αρπάξει με την βία περισσότερο έδαφος από το Ιράν μέσα στους τελευταίους αιώνες. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κόκκινος Στρατός, σε αντίθεση με τα βρετανικά και τα αμερικανικά στρατεύματα, αρνήθηκε να φύγει από το Ιράν και καθιέρωσε δύο βραχύβιες δημοκρατίες-μαριονέτες στις επαρχίες του Αζερμπαϊτζάν και του Κουρδιστάν. Μόνο χάρη στην αμερικανική διπλωματική πίεση μεταξύ 1946 και 1947 έφυγε ο κατοχικός στρατός. Η ιρανική δυσπιστία προς την Ρωσία έμεινε ακόμη και μετά την Επανάσταση του 1979, όταν, προς μεγάλη χαρά της Μόσχας, το Ιράν τερμάτισε την στρατηγική συμμαχία του με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην δεκαετία του 1980, το Ιράν επέκρινε δριμύτατα την Σοβιετική Ένωση για την εισβολή στο Αφγανιστάν και την υποστήριξη του Ιράκ κατά την διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ.
Ωστόσο, το Ιράν αγκάλιασε την Μόσχα ως αντίρροπη δύναμη στις Ηνωμένες Πολιτείες, τις οποίες η Τεχεράνη είδε ως μεγαλύτερη απειλή. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, ο ιδρυτής της Ισλαμικής Δημοκρατίας, έγραψε μια ανοικτή επιστολή προς τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, τον Ιανουάριο του 1989. Σε αυτήν, δήλωσε ότι το Ιράν θα είναι ένας καλός γείτονας με την Σοβιετική Ένωση και προειδοποίησε ότι ο κομμουνισμός θα καταρρεύσει. Λίγους μήνες αργότερα, οι δύο χώρες υπέγραψαν μερικές συμφωνίες για την αύξηση της εμπορικής, πολιτιστικής και τεχνικής συνεργασίας τους. Το μελάνι για τις συμφωνίες αυτές δεν είχε ακόμα στεγνώσει όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, αλλά οι αξιοπρεπείς διμερείς σχέσεις παρέμειναν.
Μετά το 1991, η Δύση επινόησε διαφορετικές στρατηγικές, συμπεριλαμβανομένης και της επέκτασης του ΝΑΤΟ, ώστε να ανασχέσει την Ρωσία. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, εν τω μεταξύ, δεν έχει ποτέ σταματήσει να προσπαθεί να ξανακάνει την Ρωσία μια παγκόσμια δύναμη. Ένα απαραίτητο βήμα είναι η επανείσοδος της Ρωσίας στην Μέση Ανατολή. Αλλά οι επιλογές της Μόσχας είναι περιορισμένες. Η Συρία είναι μια φίλη χώρα, αλλά ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, πολεμά σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο. Οι άλλες αραβικές χώρες παλεύουν με τις δικές τους εσωτερικές δυσκολίες (Αίγυπτος, Ιράκ, Λιβύη και Υεμένη) ή είναι πολύ κοντά στην Ουάσιγκτον (Ισραήλ και Σαουδική Αραβία).
Αλλά το Ιράν δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και ακριβώς όπως ο Μεγάλος Πέτρος ονειρευόταν την χρήση του εδάφους για την πρόσβαση στα θερμά ύδατα του Περσικού Κόλπου και πέρα από αυτόν, οι διάδοχοί του βλέπουν τώρα το Ιράν ως μια ασφαλή γέφυρα για να ξαναμπούν στην Μέση Ανατολή.
Η Τεχεράνη έχει, φυσικά, διαβάσει τις προθέσεις της Μόσχας. Αλλά το Ιράν έχει τους δικούς του λόγους για να πάει μαζί με την Ρωσία. Κατ’ αρχήν, η χώρα παραμένει ένα ισχυρό αντίβαρο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τεχεράνη, όπως και η Μόσχα, επιθυμεί έναν πολυπολικό κόσμο, στον οποίο η Ουάσιγκτον δεν θα έχει τον τελικό λόγο. Η Μόσχα μπορεί επίσης να παρέχει συμβατικά όπλα στο Ιράν και είναι αδιάφορη για μια αλλαγή καθεστώτος ή για πιέσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Το Ιράν, ωστόσο, παραμένει καχύποπτο έναντι της Ρωσίας, και έχει καλό λόγο γι’ αυτό. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι, παρ’όλο που η Μόσχα μοιράζεται κάποιους κοινούς στόχους με την Τεχεράνη, χρησιμοποιεί συχνά το Ιράν ως διαπραγματευτικό χαρτί στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μνήμες από την μυστική συμφωνία που συνήψε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Αλ Γκορ, με τον Ρώσο πρωθυπουργό, Βίκτορ Τσερνομίρντιν, το 1995 είναι ακόμη νωπές. Η συμφωνία έκανε έκκληση για τερματισμό των ρωσικών πωλήσεων συμβατικών όπλων προς το Ιράν από το 1999 με αντάλλαγμα την υπόσχεση των ΗΠΑ να μην επιβάλουν κυρώσεις στην Ρωσία στο πλαίσιο του αμερικανικού νόμου του 1992 που απαιτούσε κυρώσεις εναντίον εκείνων που πωλούν όπλα στο Ιράν. Αν και οι ρωσικές πωλήσεις συνεχίστηκαν, η μυστικότητα της συμφωνίας αύξησε τις υποψίες της Τεχεράνης σχετικά με την αξιοπιστία της Ρωσίας.
Η Τεχεράνη επίσης δεν ξεχνά ότι η Ρωσία δεν άσκησε βέτο, όταν, αρχής γενομένης από το 2006, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών επέβαλε εξοντωτικές κυρώσεις στο Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Πιο πρόσφατα, το Ιράν έχει παράπονα από την αποτυχία της Ρωσίας να στείλει στο Ιράν κάποια υπεσχημένα πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς εδάφους-αέρος S-300. Το 2007, η Μόσχα συμφώνησε να πωλήσει το σύστημα στην Τεχεράνη, το οποίο το Ιράν το χρειαζόταν για να προστατεύσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του. Αλλά η Μόσχα, πιεζόμενη από την Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ, αρνήθηκε να μεταφέρει τα όπλα. Στην συνέχεια το Ιράν κατέθεσε αγωγή εναντίον της Ρωσίας στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Γενεύης. Το 2016, η Ρωσία τελικά συμφώνησε να παραδώσει το σύστημα, αλλά μόνο μετά την υπογραφή της ιρανικής πυρηνικής συμφωνίας, η οποία μείωσε σημαντικά την πιθανότητα οποιουδήποτε στρατιωτικού πλήγματος κατά του Ιράν.
Η Ρωσία, από την πλευρά της, καταλαβαίνει ότι, αν στο Ιράν δινόταν η επιλογή μεταξύ αυτής και της Δύσης, θα επέλεγε σίγουρα την Δύση λόγω της ιστορικής δυσπιστίας των Ιρανών έναντι της Ρωσίας και της γνώσης ότι η Ρωσία δεν μπορεί να προσφέρει ούτε την προηγμένη τεχνολογία, ούτε την επένδυση κεφαλαίου που το Ιράν χρειάζεται απεγνωσμένα για τα προγράμματα εκσυγχρονισμού του. Ως εκ τούτου, η Ρωσία προσπάθησε να κρατήσει τις εντάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης αρκετά ψηλά ώστε να αποτρέψει την ομαλοποίηση των σχέσεων, αλλά όχι τόσο ψηλά ώστε να οδηγήσει σε πόλεμο ή σε σοβαρή αντιπαράθεση.
Οι σχέσεις των δύο χωρών περιπλέκονται περαιτέρω από τον συνεχή αγώνα στο Ιράν για την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής του στην εποχή μετά την πυρηνική συμφωνία. Μετριοπαθή στοιχεία που αναζητούν μια προσέγγιση με την Δύση επιθυμούν να έχουν φιλικές αλλά όχι πάρα πολύ εκτεταμένες σχέσεις με την Μόσχα. Από την άλλη πλευρά, οι σκληροπυρηνικοί που αντιτίθενται στην προσέγγιση με την Δύση βλέπουν θετικά τις ολοένα στενότερες σχέσεις με την Μόσχα.
Παρά αυτές τις εγγενείς εντάσεις, η πολιτική συμμαχία μεταξύ του Ιράν και της Ρωσίας είναι πιθανό να αντέξει για μερικά χρόνια στο μέλλον. Λίγο μετά την πυρηνική συμφωνία- ορόσημο μεταξύ του Ιράν και των έξι παγκόσμιων δυνάμεων, ο Πούτιν συναντήθηκε με τον Ιρανό Ανώτατο Ηγέτη, Αλί Χαμενεΐ, στην Τεχεράνη τον Ιανουάριο του 2016 και του έδωσε ένα σπάνιο και παλιό αντίγραφο του Κορανίου. Οι δύο χώρες έχουν δεσμευθεί να εμβαθύνουν σημαντικά τους οικονομικούς και στρατιωτικούς τους δεσμούς στην εποχή μετά την πυρηνική συμφωνία, καθώς οι εξοντωτικές κυρώσεις αίρονται αργά- αργά.
Όλες αυτές οι τάσεις κορυφώνονται στην Συρία.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΤΑΞΙΑ
Η πολιτική τάξη που οι Βρετανοί και οι Γάλλοι καθιέρωσαν στην Μέση Ανατολή μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο καταρρέει. Το Ιράν βλέπει την μάχη για το μέλλον της Συρίας ως καθοριστικό παράγοντα στην διαμόρφωση της νέας τάξης. Πεπεισμένη ότι η Ουάσιγκτον είναι απίθανο να στηρίξει τις περιφερειακές προτεραιότητες του Ιράν, η χώρα βλέπει την συνεργασία με την Ρωσία ως έναν αποτελεσματικό τρόπο για να ενισχύσει την θέση της στην περιοχή.
Ο στρατηγικός στόχος του Ιράν στην Συρία είναι η προστασία του Άσαντ, και αν αυτό γίνει πάρα πολύ δαπανηρό, τότε η προστασία του ασαντισμού -δηλαδή, οι πολιτικές και στρατιωτικές δομές, και οι δομές πληροφοριών που η γενιά Άσαντ έχει δημιουργήσει στην Συρία. Η Δαμασκός υπήρξε ένας ασφαλής αγωγός για το Ιράν ώστε να παρέχει όπλα και χρήματα στην Χεζμπολάχ στον Λίβανο, που είναι το πιο πολύτιμο στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν. Η παρουσία του Ιράν στην Συρία και τον Λίβανο έχει δώσει στην χώρα στρατηγικό βάθος εναντίον του Ισραήλ, εάν το Ισραήλ επιτεθεί στο Ιράν. Υπήρξε επίσης ένα εφαλτήριο για το Ιράν ώστε να επεκτείνει την επιρροή του σε όλη την αραβική Μέση Ανατολή.
Για την Τεχεράνη, η μάχη στην Συρία είναι επίσης ένα κεντρικό τμήμα της περιφερειακής αντιπαλότητάς της με την Σαουδική Αραβία, η οποία υποστηρίζει τους αντιπάλους του Άσαντ. Το Ιράκ, ο Λίβανος, η Συρία, και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, η Υεμένη είναι τα πεδία μάχης σε αυτή την αντιπαλότητα. Η Τεχεράνη πιστεύει ότι αν πέσει ο Άσαντ, θα αποδυναμωθούν η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και η σιιτοκρατούμενη κυβέρνηση του Ιράκ. Σε αυτό το σενάριο, το Ιράν θα χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής του στην Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία, που υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα μπορούσε στην συνέχεια να γίνει ένας περιφερειακός ηγεμόνας.
Και έτσι το Ιράν έχει επενδύσει πολλά σε χρήμα, αίμα και κύρος για να σώσει τον Άσαντ. Το Ιράν έχει βοηθήσει την συριακή κυβέρνηση να οργανώσει ένοπλες πολιτοφυλακές, έστειλε στρατιωτικούς συμβούλους στα πεδία μάχης και χρηματοδότησε την κινητοποίηση χιλιάδων Ιρακινών και Αφγανών Σιιτών για να πολεμήσουν στην Συρία. Τουλάχιστον μερικές εκατοντάδες Ιρανοί έχουν σκοτωθεί στον εμφύλιο πόλεμο.
Η στρατηγική ατζέντα της Ρωσίας είναι μόνο μερικώς συμβατή με του Ιράν. Αυτή την στιγμή, η Μόσχα και η Τεχεράνη μοιράζονται τον στόχο της υποστήριξης του Άσαντ και της κατανίκησης των αντιπάλων του. Και οι δύο χώρες είναι αποφασισμένες να πολεμήσουν την τρομοκρατία στην Συρία και το Ιράκ και θεωρούν το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και την Jabhat al-Nusra, που μετονομάστηκε πρόσφατα σε Jabhat Fateh al-Sham (Μέτωπο για την Κατάκτηση της Συρίας / του Λεβάντε), ως τρομοκρατικές ομάδες. Και οι δύο θεωρούν τους περισσότερους από τους αντιπάλους του Άσαντ ως τρομοκράτες, συμπεριλαμβανομένων των ομάδων που υποστηρίζονται από τους Αμερικανούς.
Η Ρωσία δύσκολα θα ενδιαφερόταν για τον λεγόμενο «Άξονα Αντίστασης» του Ιράν, ο οποίος εκτείνεται από το Ιράν στο Ιράκ, τον Λίβανο και την Συρία και ουσιαστικά αποτελείται από σιιτικές δυνάμεις. Δεδομένης της φιλοδοξίας της να γίνει μια μεγάλη δύναμη στην Μέση Ανατολή, δεν μπορεί να αποξενώσει τις σουνιτικές χώρες. Ούτε η Ρωσία ενδιαφέρεται να ανταγωνιστεί το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και της Ρωσίας είναι εξαιρετικά φιλικές. Οι ρωσικές δυνάμεις στην Συρία δεν θα λάβουν μέρος σε οποιουσδήποτε επιθετικούς ελιγμούς κατά του Ισραήλ και μπορεί, στην πραγματικότητα, να αποτρέψουν την Χεζμπολάχ και το Ιράν από κάτι τέτοιο.
Η Ρωσία, με τις παγκόσμιες φιλοδοξίες της, είναι επίσης πιο πιθανό από όσο το Ιράν να συμβιβαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τον Άσαντ και το μέλλον της Συρίας. Για παράδειγμα, η Ρωσία φαίνεται πολύ πιο έτοιμη από ό, τι το Ιράν να αποδεχθεί μια εναλλακτική λύση για τον Άσαντ που να είναι αποδεκτή από την Σαουδική Αραβία και που να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ασφαλείας του Ισραήλ. Αλλά το Ιράν φαίνεται να είναι πρόθυμο να αναλάβει ρίσκο με την Ρωσία. Από την μια πλευρά, η Τεχεράνη χαιρέτισε και ενθάρρυνε την ρωσική στρατιωτική επέμβαση στην Συρία, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς αυτήν οι πιθανότητες επιβίωσης του Άσαντ θα ήταν μάλλον χαμηλές. Στο κάτω-κάτω, οι αντίπαλοι του Άσαντ υποστηρίζονται από το Κατάρ, την Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την εποχή της παρέμβασης, η θέση του Assad, προς μεγάλη χαρά της Τεχεράνης, έχει βελτιωθεί. Από την άλλη πλευρά, η ρωσική στρατιωτική επέμβαση έχει κάπως μειώσει τον ρόλο του Ιράν στην Συρία. Το πρόσφατο σχόλιο του Dehghan είναι αποκαλυπτικό. Κατέδειξε ότι το Ιράν και η Ρωσία συμφώνησαν ότι το τρέχον πολιτικό σύστημα της Συρίας πρέπει να προστατευθεί, όπως και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας, και ότι «ο Άσαντ πρέπει να παραμείνει αυτός που παίρνει τις αποφάσεις». Το πιο σημαντικό, λέει ότι έχουμε μια συμφωνία με την Ρωσία σύμφωνα με την οποία «το Ιράν θα πρέπει να ενημερώνεται για κάθε απόφαση σχετικά με την Συρία». Με άλλα λόγια, το Ιράν παραδέχθηκε ότι η έγκρισή του δεν είναι απαραίτητη για έναν πιθανό αμερικανο-ρωσικό συμβιβασμό.
ΟΥΤΕ ΑΝΑΤΟΛΗ, ΟΥΤΕ ΔΥΣΗ
Για την Ουάσιγκτον, η απόφαση του Ιράν να χορηγήσει στην Ρωσία πρόσβαση σε αεροπορική βάση του θα πρέπει να αποτελέσει έναν κώδωνα αφύπνισης.
Η χώρα στέλνει ένα σαφές μήνυμα σχετικά με την επίμονη αποφασιστικότητά της να υποστηρίξει τον Άσαντ. Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη, αβέβαιη για τις πολιτικές της επόμενης διοίκησης των ΗΠΑ, δείχνει ότι θα καλύψει τα νώτα της αναπτύσσοντας στενότερη στρατιωτική συνεργασία και συνεργασία ασφάλειας με την Ρωσία.
Προς το παρόν, η ιρανική εξωτερική πολιτική έχει γίνει σαφώς πιο προσανατολισμένη στην Ανατολή από όσο στην Δύση. Η κλίση προς την Ρωσία υπήρξε ζήτημα τακτικής. Ωστόσο, εάν το Ιράν γίνει στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας, αυτό θα μπορούσε να έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις για την Ουάσιγκτον. Το Ιράν και η Ρωσία, για παράδειγμα, μπορούν να αποτελέσουν ένα αντιαμερικανικό μπλοκ στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο [1].
Για να αποφευχθεί μια τέτοια έκβαση, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να προσπαθήσουν να φέρουν το Ιράν πιο κοντά στην προηγούμενη στάση του «Ούτε Ανατολή, ούτε Δύση». Για να γίνει αυτό, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, θα ήταν καλό να θέσει τις βάσεις για την πλήρη εφαρμογή των διατάξεων της πυρηνικής συμφωνίας και για την βελτίωση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών πριν από την αποχώρησή του. Το Ιράν έχει φτάσει σε δυνητικές συμφωνίες με την Airbus και την Boeing για την αγορά δεκάδων αεροπλάνων αξίας 35 – 45 δισ. δολαρίων, που είναι η μεγαλύτερη ενιαία οικονομική συναλλαγή μεταξύ του Ιράν και της Δύσης για πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Παρά την αντίθεση του Κογκρέσου σε αυτή την συμφωνία, ο Ομπάμα θα πρέπει να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι θα προχωρήσει. Αυτό, με την σειρά του, θα μπορούσε να ξεκινήσει την επανένταξη του Ιράν στην παγκόσμια οικονομία, την βελτίωση των οικονομικών δεσμών μεταξύ του Ιράν και της Δύσης, και να ενισχύσει εκείνα τα μετριοπαθή στοιχεία στο Ιράν που επιθυμούν να έχουν μια ισορροπημένη -ή τουλάχιστον ουδέτερη- εξωτερική πολιτική.

* Ο MOHSEN Μ. MILANI είναι εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου Στρατηγικών και Διπλωματικών Μελετών και καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Φλόριντα.

(Στην πρώτη φωτογραφία : Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν (αριστερά) μιλά με τον Ιρανό ομόλογό του, Χασάν Ρουχανί, κατά την διάρκεια μιας τελετής υπογραφής μετά από συνομιλίες στην Τεχεράνη, στις 23 Νοεμβρίου του 2015. ALEXEI DRUZHININ / REUTERS)


Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/iran/2016-08-31/iran-and-russias...

Σύνδεσμοι:
[1] https://rowman.com/isbn/9781442259362