Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Απολαυστικός Στ. Κασιμάτης για την τέχνη της μπαρούφας


Η τέχνη της μπαρούφας
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
Θ​​α μπορούσαμε ίσως να το πούμε ένα cameo, για τον πλούτο των πληροφοριών που συμπυκνώνει στο μικρό του μέγεθος, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα κομμάτι χαρτί με τυπωμένη την απάντηση ενός υπουργού της κυβέρνησης σε ερώτηση βουλευτή της αντιπολίτευσης.
Η ερώτηση αφορούσε το κλείσιμο, με απόφαση της κυβέρνησης, του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Καστάνιανης στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Στο σχετικό κείμενο επισημαίνονται τρία στοιχεία: α) Οτι με την κατάργηση του τμήματος πέντε χωριά της ελληνοαλβανικής μεθορίου μένουν χωρίς κάλυψη· β) ότι το πρόβλημα ασφαλείας στην περιοχή είναι σύνθετο, έχει εξηγηθεί επαρκώς και, γι’ αυτό, η κυβέρνηση διά του υπουργού Εθνικής Αμύνης έχει υποσχεθεί ενίσχυση της φύλαξης· γ) ότι τώρα, αντί ενίσχυσης, η κυβέρνηση καταργεί τον σταθμό της Συνοριοφυλακής. Καταλήγει, δε, με ένα διπλό ερώτημα: Εάν η κυβέρνηση σκοπεύει να κάνει κάτι ώστε να αποτραπεί η κατάργηση του τμήματος, αλλά και γενικότερα τι θα κάνει για την ενίσχυση της φύλαξης των συνόρων στη συγκεκριμένη περιοχή. Σύντομο, περιεκτικό και σαφές. Από την πλευρά μας, αυτή είναι η κατάσταση, κύριοι· εσείς τι θα κάνετε;
«Σε απάντηση της ανωτέρω ερώτησης, σας γνωρίζουμε ότι στόχος της αναδιάρθρωσης είναι η δημιουργία δυναμικότερων και αποτελεσματικότερων υπηρεσιακών μονάδων, καθώς και η ορθολογικότερη και αποδοτικότερη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και του υλικοτεχνικού τους εξοπλισμού, προκειμένου να εξασφαλισθούν οι προϋποθέσεις για την αναβάθμιση του παραγόμενου αστυνομικού έργου και την προσφορά καλύτερων υπηρεσιών προς τον πολίτη, διασφαλίζοντας τη μέγιστη δυνατή ανταπόκριση στις τρέχουσες, αλλά και στις διαφαινόμενες και προκύπτουσες, από τις σχετικές μελέτες, μελλοντικές ανάγκες».
Αυτή είναι η πρώτη από τις πέντε παραγράφους της απάντησης· και εδώ ακριβώς είναι που ταιριάζει το επιφώνημα «γλουπ», που το θυμάμαι από τα Μίκυ Μάους και το οποίο εκφράζει αμηχανία. Πώς το έγραψε αυτό το πράγμα ο Τόσκας; Θαρρείς ότι όλες οι Μούσες έσκυψαν ταυτοχρόνως στο αυτί του και του ψιθύριζαν, με αποτέλεσμα κάπου να έχει χαθεί το νόημα. Μα, κυρίως, τι θέλει να πει με αυτόν τον χείμαρρο διοικητικού στόμφου;
Ισως πρέπει να συνεχίσουμε την ανάγνωση, μήπως και καταλάβουμε. Στη δεύτερη παράγραφο, πάντα σε ανάλογο ύφος γραφειοκρατικού λυρισμού, αναφέρονται τα κριτήρια που ελήφθησαν υπ’ όψιν κατά τον σχεδιασμό της αναδιάρθρωσης. Στην τρίτη, περιγράφεται το στάδιο της κοινωνικής διαβούλευσης, που προηγήθηκε της τελικής διαμόρφωσης του σχεδίου. Στην τέταρτη, αναφέρεται (προφανώς, για να εμπνεύσει ασφάλεια και ίσως περηφάνια σε όσους το διαβάσουν...) ότι το τελικό σχέδιο «έτυχε της αναλυτικής επεξεργασίας των αρμοδίων επιτελικών Υπηρεσιών του Υπουργείου». (Νομίζω ότι έχει κάποια σημασία η επιλογή του ρήματος: έτυχε...)
Και φθάσαμε αισίως στην πέμπτη παράγραφο, στην οποία λογικά πρέπει να βρίσκεται η απάντηση στο απλό ερώτημα «τι θα κάνετε». Συγγνώμη, αλλά αυτήν πρέπει να την παραθέσω αυτούσια: «Από τα παραπάνω προκύπτει ότι όλες οι απόψεις, παρατηρήσεις, θέσεις και προτάσεις, που άπτονται των εκφάνσεων του εν λόγω ζητήματος, έτυχαν ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος και επεξεργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η υλοποίηση της προαναφερθείσας διαδικασίας (σ.σ.: άγνωστο ποια είναι αυτή, διότι δεν αναφέρεται παραπάνω...), καθώς και η διευθέτηση όλων των μετέπειτα συναφών ζητημάτων (στέγαση Υπηρεσιών, κατανομή οργανικών θέσεων, στελέχωση, ενίσχυση μηχανολογικού εξοπλισμού κ.λπ.) θα πραγματοποιηθούν σε ενιαία βάση, με τη σύνεση και την υπευθυνότητα που απαιτείται και σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες και γεωγραφικές ή άλλες ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής της επικράτειας, με γνώμονα αφενός μεν την εύρυθμη λειτουργία των αστυνομικών Υπηρεσιών, αφετέρου δε την αναβάθμιση του προσφερομένου έργου στον τομέα της αστυνόμευσης και τη βελτίωση του επιπέδου προστασίας και εξυπηρέτησης των πολιτών και των τοπικών κοινωνιών».
Από την εποχή της στρατιωτικής θητείας, είχα την απορία γιατί στα σχετικά επαγγέλματα η υπηρεσία γράφεται με το ύψιλον πάντα κεφαλαίο... Αλλά ας μην ξεφεύγω από το θέμα, δηλαδή ότι ο σκοπός του βομβαρδισμού λέξεων, σε ύφος τεχνοκρατικό, ελαφρώς αρωματισμένο με λογιοτατισμό, είναι ο αναγνώστης να έχει ξεχάσει την ερώτηση, όταν θα έχει διαβάσει την απάντηση του υπουργού. Αυτό είναι η γλώσσα που τίθεται στην υπηρεσία (με μικρό το ύψιλον...) της τέχνης της μπαρούφας. Ολη η πολιτική κουλτούρα μας από τη Μεταπολίτευση και ύστερα χτίστηκε γύρω από αυτή την τέχνη: πώς να χρησιμοποιούμε τον λόγο, προκειμένου να ακυρώσουμε τον λόγο του άλλου.
Στην υψηλότερη εκδοχή της, τη βλέπουμε στο παράδειγμα της υπουργικής απάντησης παραπάνω. Περιττές λέξεις με τη σέσουλα, προκειμένου να αποφύγει ο υπουργός μια σαφή, αρνητική απάντηση στην ερώτηση. (Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι είναι αριστερός, δηλαδή πιο ευαίσθητος. Ισως αυτό τον εμποδίζει να είναι σαφής και δυσάρεστος...) Ουσιαστικά, πρόκειται για τη μέθοδο των παράλληλων μονολόγων, που είναι το βασικό εργαλείο της συνεννόησης στην πολιτική ζωή και ο λόγος για τον οποίον δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση. Στις χαμηλότερες εκδοχές της, τη βλέπουμε στην τακτική των συνομιλητών να μιλούν σκοπίμως πάνω στη φωνή του συνομιλητή τους, ιδίως όταν εκείνος λέει κάτι το οποίο τους φέρνει σε δύσκολη θέση· και όσο κατεβαίνουμε την κλίμακα της δημιουργίας, τη συναντούμε σε πιο μπρουτάλ μορφές: φωνές, βρισιές και τα τοιαύτα.
Στην πορεία, αυτή η παράδοση που σταδιακά δημιουργήθηκε συνδέθηκε και με το σύστημα της Παιδείας. Οταν ο σκοπός του δημόσιου λόγου είναι να κρύψει και να μπερδέψει ή, από την άλλη όψη του νομίσματος, να εντυπωσιάσει και να θαμπώσει, δεν είναι περίεργο ότι η δημόσια Παιδεία καλλιεργεί τις γλωσσικές δεξιότητες που βοηθούν να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα σαν ρόπαλο ή μαγικό ραβδί, όχι σαν εργαλείο ανάλυσης και συνεννόησης. Εξ ου και ο τρόπος με τον οποίο εδώ και δεκαετίες διδάσκεται το μάθημα της έκθεσης: όχι ως μέθοδος ανάπτυξης της σκέψης, αλλά ως άσκηση λυρισμού πάνω σε δεδομένες συνταγές, με έμφαση στον λυρισμό και στην έτοιμη γνώση του τσιτάτου...