Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορικό άρθρο για την οικονομική μεταρρύθμιση Κοσίγκιν το 1965


Η οικονομική μεταρρύθμιση Κοσίγκιν
ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr)
Στην πρώτη μεταπολεμική εποχή, οι εντυπωσιακοί ρυθμοί της σοβιετικής βιομηχανικής ανάπτυξης τρόμαζαν τη Δύση, επέτρεπαν στον Νικίτα Χρουστσόφ να προβλέπει την ειρηνική επικράτηση του κομμουνισμού, και αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα για τις χώρες του Τρίτου Κόσμου ώστε να υιοθετήσουν το κομμουνιστικό μοντέλο, το οποίο εμφανιζόταν να εκπροσωπεί μια δραματική συντόμευση του δρόμου από την υπανάπτυξη στην ανάπτυξη.
Από τις αρχές, όμως, της δεκαετίας του 1960, η σοβιετική οικονομία άρχισε να αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα: η περαιτέρω ανάπτυξη μιας ήδη ανεπτυγμένης οικονομίας απαιτούσε περισσότερο εκλεπτυσμένες μεθόδους διακυβέρνησης, τις οποίες το συγκεντρωτικό σοβιετικό μονοκομματικό σύστημα δεν μπορούσε να προσφέρει. Ο Χρουστσόφ προσπάθησε να εξεύρει μια λύση στο πρόβλημα, προωθώντας μεταρρυθμίσεις που όμως τρόμαξαν την κομματική γραφειοκρατία. Η πτώση του το 1964 ήταν ένδειξη της αποφασιστικότητας της κομματικής ιεραρχίας να μην απολέσει τον πλήρη έλεγχό της επί της οικονομίας και της κοινωνίας – συνακόλουθα, και τα μεγάλα προνόμια των μελών της. Η νέα ηγεσία, υπό την τριανδρία των Λεονίντ Μπρέζνιεφ, Αλεξέι Κοσίγκιν και Αντρέι Γκρομίκο, θα επιχειρήσει τη δική της μεταρρύθμιση το 1965, η οποία όμως έμελλε να αποδειχθεί συντηρητική, αναποτελεσματική και ανεπαρκής. Εκτοτε, το σοβιετικό σύστημα διολίσθησε σταδιακά προς μια αποστέωση, η οποία όμως δεν θα γινόταν κραυγαλέα εμφανής πριν από το τέλος της επόμενης δεκαετίας.
Μεγάλα προβλήματα στη σοβιετική ανάπτυξη
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι Δυτικοί αναλυτές έκπληκτοι ανακάλυψαν ότι η Σοβιετική Ενωση είχε αρχίσει να κάνει εισαγωγές σίτου (κυρίως από τον Καναδά). Αρχικά θεώρησαν ότι επρόκειτο για μια βραχυπρόθεσμη δυσκολία, αλλά η διενέργεια νέων εισαγωγών, έως τα μέσα της δεκαετίας, αποκάλυπτε ένα μόνιμο πρόβλημα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν ήταν μια συγκυριακή εξέλιξη: η Μόσχα μονίμως μετέφερε πόρους από τη γεωργία (που, κατά την εύστοχη έκφραση του Ζ. Μπρεζίνσκι, αποτελούσε «το ορφανό της μαρξιστικής σκέψης») προς τη βαριά βιομηχανία, εξασφαλίζοντας έτσι τις εντυπωσιακές της επιδόσεις. Τώρα όμως το σύστημα αυτό έφτασε στα όριά του: το 1958, οι Σοβιετικοί είχαν πλεόνασμα 10 εκατομμύρια τόνους σίτου, το 1959-62 μόλις κάλυπταν τις ανάγκες τους, αλλά το 1963 η παραγωγή ήταν κατά 10 εκατομμύρια τόνους ελλειμματική. Τα αίτια δεν αφορούσαν μόνον τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως ισχυριζόταν η Μόσχα, αλλά και δομικές αδυναμίες στον σχεδιασμό, ελλειμματική εκμηχάνιση και έλλειψη κινήτρων. Με τη σειρά τους, τα προβλήματα της γεωργίας επιβράδυναν και τη βιομηχανική ανάπτυξη. Για πρώτη φορά μεταπολεμικά, οι σοβιετικοί ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνονταν συνολικά. Επιπροσθέτως, την ίδια εποχή γίνονταν εμφανείς οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης: η κολεκτιβοποίηση είχε αποσταθεροποιήσει τις οικονομίες τους, οι οποίες άλλωστε δεν διέθεταν την πληθώρα πόρων που είχε στη διάθεσή της η ΕΣΣΔ. Η Μόσχα τώρα έπρεπε να υποστηρίζει οικονομικά τους δορυφόρους της.
Σαν να μην έφθανε αυτό, η ανάγκη της ΚΟΜΕΚΟΝ να ανταγωνιστεί την επιτυχημένη δυτικοευρωπαϊκή ΕΟΚ, οδηγούσε τον ανατολικό συνασπισμό σε σχεδιασμούς περί κάποιου καταμερισμού εργασίας μεταξύ των μελών του, που προκαλούσαν και πολιτικά προβλήματα. Η ρουμανική αποστασιοποίηση από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας δεν ήταν άσχετη με το γεγονός ότι, σε αυτόν τον καταμερισμό εργασίας, οι ρόλοι της Ρουμανίας ήταν πρωτίστως γεωργικοί – κάτι που έπληττε το κύρος ενός «κομμουνιστικού καθεστώτος», το οποίο εξ ορισμού αποζητούσε τη ραγδαία εκβιομηχάνιση, που θα δημιουργούσε τον περιούσιο λαό, δηλαδή τους βιομηχανικούς εργάτες. Ακόμη, η σινοσοβιετική ρήξη απειλούσε τον έλεγχο της Μόσχας επί του δοκιμαζόμενου, οικονομικά, συνασπισμού της: όπως τόνιζε στα τέλη του 1964 το νατοϊκό Atlantic Policy Advisory Group (APAG), όλα τούτα σήμαιναν ότι οι Σοβιετικοί ήταν υποχρεωμένοι να αποδεχθούν ένα βαθμό διαφοροποίησης μέσα στο μπλοκ τους – αλλιώς ένας κομμουνιστής ηγέτης μπορεί να προσανατολιζόταν «προς τη λάθος Ρώμη». Η οικονομική επιτυχία της Δύσης και η επιβραδυνόμενη ανάπτυξη της κομμουνιστικής Ανατολής δημιουργούσαν επάλληλες δυσκολίες για μια Μόσχα που έως τότε είχε εθιστεί στη σχεδόν αυτόματη, «εύκολη» ανάπτυξη μέσω των άκαμπτων εντολών ενός υπερσυγκεντρωτικού συστήματος, και στην εκμετάλλευση, συχνά ανορθολογική, των τεράστιων πόρων της μεγαλύτερης σε έκταση χώρας του πλανήτη.
Ο Χρουστσόφ προσπάθησε να προωθήσει μεταρρυθμίσεις, αλλά η πτώση του ήταν εν πολλοίς το αποτέλεσμα της αντίδρασης του κόμματος στις ιδέες του. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, το Κρεμλίνο είχε επιλέξει να προωθήσει το κόμμα ως βασικό μοχλό νομιμοποίησης του συστήματος. Και ο Χρουστσόφ φαινόταν να απειλεί τον κυρίαρχο συγκεντρωτισμό, επομένως και τον έλεγχο του κόμματος. Αλλά η νέα ηγεσία, που εξέφραζε την αδράνεια της κομματικής νομιμότητας, έπρεπε τώρα να αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα. Οπως τόνιζε η εξαμηνιαία νατοϊκή αναφορά του Νοεμβρίου 1964 για τις «τάσεις» του σοβιετικού συνασπισμού, «η εξουδετέρωση [του Χρουστσόφ] δεν αλλάζει τις πραγματικότητες της ισχύος στον κόσμο ή την πολυπλοκότητα της εσωτερικής και εξωτερικής κατάστασης μέσα στην οποία πρέπει να εφαρμοστούν οι σοβιετικές πολιτικές [...] Η μόνη ελπίδα για την επίλυση αυτών των προβλημάτων βρίσκεται στην υιοθέτηση πολιτικών ακόμη πιο ριζοσπαστικών από αυτές που ήταν διατεθειμένος να διακινδυνεύσει ο Χρουστσόφ».
Αντιφατικά και μη εφαρμόσιμα μέτρα
Θα μπορούσε μια ηγεσία συντηρητική να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση; Επί χρόνια, το Κρεμλίνο συνειδητά συμπίεζε το βιοτικό επίπεδο των Σοβιετικών πολιτών για να διαθέσει πόρους στον τομέα της βαριάς βιομηχανίας για λόγους δογματικούς και προπαγανδιστικούς.
Ωστόσο, οι επενδύσεις στην ελαφρά βιομηχανία, την οικιστική ανάπτυξη, τη διατροφή του πληθυσμού (ιδού πάλι το πρόβλημα της γεωργίας) ήταν ασθενείς, και αυτό αποσταθεροποιούσε συνολικά το οικονομικό οικοδόμημα. Το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού αποκτούσε εξέχουσα σημασία για τη διατήρηση της νομιμοποίησης της κομματικής εξουσίας. Με άλλα λόγια, στη δεκαετία του 1960, η τεράστια και πολύπλοκη σοβιετική οικονομία δεν μπορούσε να διοικηθεί (πόσο μάλλον, να αναπτυχθεί) με διοικητικά μέτρα και κεντρικές εντολές μόνον. Και τώρα πλέον, τα προβλήματα δεν μπορούσαν να λυθούν με τη μεταφορά πόρων από τον ένα τομέα στον άλλο, καθώς οι πόροι αυτοί απλούστατα δεν έφθαναν για τις αυξημένες ανάγκες του σοβιετικού καθεστώτος. Για να δοθεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η ΕΣΣΔ εισήγε πλέον σιτηρά από τον Καναδά, την Αργεντινή, την Αυστραλία, για να τα εξάγει σε ευνοϊκές τιμές στους «πελάτες» της στην Ανατολική Ευρώπη, την Κούβα και την Αίγυπτο, τους οποίους έπρεπε να στηρίξει. Χρειάζονταν δομικές αλλαγές, παρά επιμέρους παρεμβάσεις.
Στα μέσα του 1965, η νέα ηγεσία του Κρεμλίνου, υπό την επίβλεψη του πρωθυπουργού Κοσίγκιν, έκανε την κίνησή της. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όμως, ήταν μεταξύ τους αντιφατικές: προέβλεπαν μια έμφαση στην παραγωγικότητα (άρα και την πρωτοβουλία) σε επίπεδο κρατικών επιχειρήσεων, αλλά παράλληλα και την ενίσχυση του ρόλου της κρατικής επιτροπής σχεδιασμού (Gosplan). Αποσκοπούσαν να αναγνωρίσουν την ανάγκη για την αποκατάσταση μιας ρεαλιστικής σχέσης μεταξύ του κόστους παραγωγής και της τιμής διάθεσης των προϊόντων, αλλά τούτα αναιρούνταν από τους συμβιβασμούς που έθεταν ως προτεραιότητα τη διατήρηση του κυριαρχικού ρόλου του κόμματος και του συγκεντρωτικού συστήματος σχεδιασμού και διακυβέρνησης. Ηταν, απλούστατα, αδύνατον να ενισχυθούν, ταυτόχρονα, και η επιρροή του κόμματος και οι πρωτοβουλίες «από κάτω». Και κατά την εφαρμογή του προγράμματος, η έμφαση δόθηκε πρακτικά στον κεντρικό έλεγχο, παρά στην αποτελεσματικότητα.
Το 1965 η σοβιετική ηγεσία επέλεξε την ακινησία – επιλογή κατά σχεδόν ανεξαίρετο κανόνα θανάσιμη για ένα καθεστώς. Η αναποτελεσματικότητα του συστήματος του κεντρικού σχεδιασμού δεν αντιμετωπίστηκε, ενώ το σοβιετικό καθεστώς αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά ανίκανο να συγκροτήσει ένα ορθολογικό σύστημα κόστους και τιμών, το οποίο, φυσικά, δεν μπορούσε να «επινοηθεί» από τα «πάνω». Αν όμως το Κρεμλίνο επέτρεπε την ανάπτυξη ενός ορθολογικού συστήματος τιμών από «κάτω» (δηλαδή ένα σύστημα αγοράς), θα έπρεπε να αποδεχθεί τη μερική έστω χαλάρωση του κεντρικά καθοδηγούμενου μοντέλου διακυβέρνησης, δηλαδή και ένα βαθμό μείωσης του ελέγχου του κόμματος. Και αυτό ακριβώς είχαν προσπαθήσει οι νέοι ηγέτες να αποφύγουν – γι’ αυτό είχαν ανατρέψει τον Χρουστσόφ. Ο κύκλος ήταν πλέον φαύλος.
Με αυτές τις προτεραιότητες, οι μεταρρυθμίσεις του 1965 δεν μετέβαλαν τα βασικά χαρακτηριστικά της σοβιετικής οικονομίας. Οπως τόνισε η νατοϊκή APAG τον Ιανουάριο του 1966, «η σοβιετική ηγεσία ήταν ακόμη, σε μεγάλο βαθμό, δέσμια της ιδεολογίας της, και [...] όταν ιδεολογία και πραγματικότητα έρχονταν σε σύγκρουση, η ιδεολογία πάντοτε επικρατούσε».
Μοιραία ώρα, καθοριστική για το σοβιετικό σύστημα
Το 1965, η από πολλά χρόνια αναγκαία και αναμενόμενη μεταρρύθμιση έγινε. Αλλά έγινε με έναν τρόπο που εξ ορισμού δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Για τη νέα σοβιετική ηγεσία, η προσαρμογή στις πραγματικές οικονομικές συνθήκες ήταν λιγότερο πιεστική ανάγκη σε σύγκριση με την επιταγή να προστατευθεί ο κομματικός έλεγχος και τα προνόμια. Ηταν μια συντηρητική ηγεσία, απρόθυμη να κάνει μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις. Εξέφραζε ένα κομμουνιστικό καθεστώς που κυριαρχείτο πλέον από την κομματική γραφειοκρατία, απολύτως προσδεδεμένη στα προνόμιά της και αποφασισμένη να μην αλλάξει.
Δεν συνεπάγονταν αυτά ότι η Σοβιετική Ενωση αντιμετώπιζε, κατά τη δεκαετία του 1960, κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης. Ούτε και υπήρχε κάποιος που το προέβλεπε τότε. Η ΕΣΣΔ δεν έμπαινε σε ύφεση – απλώς οι ρυθμοί ανάπτυξής της μειώνονταν. Ωστόσο, στον συντηρητισμό, την ατολμία και τελική αποτυχία της μεταρρύθμισης του 1965 μπορούν να ανιχνευθούν η ακινησία και η ακαμψία που έμελλαν να χαρακτηρίσουν την ηγεσία Μπρέζνιεφ έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και που τελικά θα αποδεικνύονταν θανάσιμες για την ΕΣΣΔ.

(Στην φωτογραφία : Μοσχοβίτες διαβάζουν για τον άθλο του Σοβιετικού κοσμοναύτη Αλεξέι Λεόνοφ, του πρώτου ανθρώπου που «περπάτησε» στο Διάστημα. Επί χρόνια, το Κρεμλίνο συμπίεζε το βιοτικό επίπεδο των Σοβιετικών πολιτών για να διαθέτει πόρους σε τομείς που ενίσχυαν την προπαγάνδα)


* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.