Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Εξαιρετικός Τ. Θεοδωρόπουλος για τον Παρθενώνα


Γιατί αγαπώ τον Παρθενώνα
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Σ​​την «Πτώση» του Ολιβερ Χίρσμπιγκελ, ο Χίτλερ –τον υποδύεται ο Μπρούνο Γκαντζ– ζητάει από τον αρχιτέκτονά του, Σπέερ, να του δείξει σε ποιο σημείο της μακέτας του Νέου Βερολίνου βρίσκεται ο Παρθενών.
Η σκηνή διαδραματίζεται στο μπούνκερ τις τελευταίες ημέρες του Γ΄ Ράιχ, ενώ ο χώρος τρίζει ήδη από τις βόμβες των τεθωρακισμένων του Κόκκινου Στρατού. Θα έλεγα πως εικονογραφεί με τον πιο κυριολεκτικό τρόπο τη σκοτεινή πλευρά της ζωής του Παρθενώνα στον σύγχρονο κόσμο. Η κιβωτός μιας άτεγκτης πειθαρχίας από μάρμαρο, το πρόσωπο της δωρικής αρμονίας και του μέτρου. Ο Παρθενών και η εικόνα του ταίριαξαν αρμονικά με τον εθνικοσοσιαλισμό. Δεν ενδιέφερε ότι υπήρξε δημιούργημα της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ενδιέφερε η αύρα της απόλυτης πειθαρχημένης ύπαρξης που περιβάλλει το αρχιτεκτόνημα.
Με την αναπηρία από την οποία υποφέρει το μυαλό μου όποτε βρίσκομαι μπροστά σε ένα μαθηματικό ή γεωμετρικό θεώρημα, όχι μόνο δεν με συγκινούσε η υπόθεση του μέτρου και της αρμονίας, με απωθούσε κιόλας. Και κατά κάποιον τρόπο ερχόταν σε αντίθεση με την αίσθηση που ξυπνούσε στο βλέμμα μου η καθημερινή επαφή μαζί του. Η προοπτική της Πατησίων και της 3ης Σεπτεμβρίου σού προσφέρει την ωραιότερη, κατά τη γνώμη μου, όψη του «Γέροντα στην κορυφή του λόφου» – έτσι έχω συνηθίσει να τον αποκαλώ. Είναι η κιονοστοιχία της βόρειας πλευράς σε όλη της την έκταση και αν μάλιστα πλησιάσεις προς την Αιόλου, βλέπεις και τους σπονδύλους από τους προϊκτίνειους κίονες που εντοίχισαν οι Αθηναίοι στο βόρειο τείχος για να θυμούνται τις καταστροφές από την εισβολή του Ξέρξη.
Δεν είναι ούτε το μέτρο ούτε η αρμονία που μαγνητίζει το βλέμμα. Είναι η στιβαρότητα μιας ύπαρξης η οποία, παρά τους ακρωτηριασμούς που έχει υποστεί, σώζει την ακεραιότητα της μορφής της. Στο βάθος της προοπτικής που ανοίγουν οι ευθυγραμμισμένες προσόψεις των πολυκατοικιών είναι σαν να σου ανοίγει κάποιος μια σκηνή ενός άλλου χρόνου ο οποίος όμως είναι κομμάτι του δικού σου χρόνου. Ενός άλλου κόσμου, ο οποίος όμως ζει ακόμη στα όρια του δικού σου κόσμου.
Προσπαθούσα να εκλογικεύσω τη συγκίνηση που μου προκαλούσε αυτό το συναίσθημα. Δύσκολο. Ακόμη δυσκολότερο γιατί στα χρόνια εκείνα της «αριστεράς και της προόδου» ο Παρθενών δεν ήταν της μόδας στην Αθηναϊκή Δημοκρατία των γραμμάτων. Κάτι ανάμεσα σε κιβωτό του συντηρητισμού, σε φολκλόρ ελληνικού εστιατορίου στο Παρίσι ή στο Ντιτρόιτ, κατάλληλο μόνο για τους αρχαιολόγους που τον φρόντιζαν και τα τουριστικά γραφεία που τον πουλούσαν ως αξιοθέατο. Στην εκστρατεία που ξεκίνησε η εθνική Μελίνα μάς ενδιέφερε περισσότερο η ίδια, παρά ο Παρθενών. Απόδειξη ότι στον σταθμό του μετρό Ακρόπολις υπάρχει η τεράστια φωτογραφία της και στην αρχή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου η προτομή της, που από μακριά φέρνει στον Μπετόβεν.
Τη δυνατότητα εκλογίκευσης μου την προσέφερε ένα από τα ωραιότερα κείμενα που έχουν γραφεί για την Ελλάδα τον εικοστό αιώνα. Λέγεται «Εγκώμιο στην Ελλάδα» και είναι η ομιλία που εκφώνησε ο Αντρέ Μαλρό στην Πνύκα όταν ήρθε να εγκαινιάσει το «Ηχος και Φως» ως υπουργός Πολιτισμού της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Μάιο του 1959. Το ενδιαφέρον σ’ αυτήν την ομιλία είναι ότι ο Μαλρό δεν μιλάει ούτε για αρχιτεκτονική, ούτε για αρμονία, ούτε για μέτρο. Αρχίζει λέγοντας ότι τα αστέρια που βλέπει απόψε είναι τα ίδια με αυτά που έβλεπε ο Φύλακας στην Ορέστεια περιμένοντας τις νύχτες τις φρυκτωρίες από την άλωση της Τροίας και καταλήγει να πλέξει το εγκώμιο της Ελλάδας που δίδαξε στον πολιτισμό ότι το πνεύμα χωρίς ανδρεία είναι άχρηστο, και η ανδρεία χωρίς το πνεύμα είναι βάρβαρη. Ο Παρθενών αντιμετωπίζεται ως κιβωτός της ύπαρξης ενός ολόκληρου πολιτισμού.
Η γοητεία που ασκεί στο βλέμμα ο Παρθενών δεν είναι αισθητική. Αν και γνωρίζω ότι χωρίς την αισθητική του ακτινοβολία δεν θα είχε επιζήσει. Εξάλλου και «το κάλλος» για τους Ελληνες είχε ηθική αξία. Η γοητεία που ασκεί είναι υπαρξιακή, αντίστοιχη με τα κείμενα του Πλάτωνα στα οποία αναφέρθηκα την περασμένη Κυριακή. Δεν χρειάζεται να συμφωνείς με τις απολυταρχικές θεωρίες του περί Πολιτείας για να σε συγκινήσει. Και ο Παρθενών, όπως και ο Πλάτων κυκλοφορούν ανάμεσά μας για να μας υπενθυμίζουν πως υπάρχουν αξίες που υπερβαίνουν το δικό μας περίκλειστο παρόν, αλλά τις έχουν φτιάξει ανθρώπινα χέρια σαν τα δικά μας. Δεν ήσαν ούτε θεοί ούτε ήρωες. Και για να το πω χοντρά: πολλά λαμόγια εργολάβοι συμμετείχαν στην οικοδομή και ο Περικλής άδειασε το δημόσιο ταμείο, αλλά έφτιαξε τον Παρθενώνα. Δεν άνοιξε offshore στο νησί των Λαιστρυγόνων. Αν κοιτάξεις τη σύγχρονη πόλη από την κορυφή του Ιερού Βράχου μοιάζει με ένα υπόλευκο ασπόνδυλο μαλάκιο που καταλαμβάνει τον χώρο όπου βρει κενό. Ως την Πεντέλη, την Πάρνηθα, τον Υμηττό, τον Πατέρα. Ερώτηση κρίσεως: πώς μπορεί ο Παρθενών να βρει τη θέση του στη σύγχρονη πόλη; Οι αρχαιολόγοι, όπως ο Μανόλης Κορρές, τον φροντίζουν στην εντατική. Μία ακόμη προσπάθεια. Για φαντασθείτε ένα Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο που θα έχει, επιτέλους, αναπνεύσει με την επέκτασή του στα υπό κατάληψη κτίρια της Αρχιτεκτονικής, σε συνδυασμό με το νέο Μουσείο της Ακρόπολης και τον Παρθενώνα; Ενα υπερθέαμα της αρχαιότητας. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Γιατί δεν γίνονται; Γιατί δεν γίνονται, παιδί μου.
Αρκετούς τουρίστες έχουμε. Θέλουμε κι άλλους να μας πνίξουν; Οχι, προς Θεού, καλύτερα άστεγοι παρά γκαρσόνια. Δεν είναι εντυπωσιακό ότι, παρ’ όλ’ αυτά, ο Παρθενών επιμένει να μας παρακολουθεί από την κορυφή του βράχου του; Ε ναι. Γι’ αυτό αγαπώ τον Παρθενώνα. Δεν σ’ αφήνει να τον ξεχάσεις και δεν σου επιτρέπει να τον αγνοήσεις.