Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Άρθρο του Foreign Affairs για την Ψυχρότητα των ΗΠΑ για την Τουρκία


Ψυχρότητα για την Τουρκία
Μεταρρυθμίζοντας την Άγκυρα από έξω προς τα μέσα
Halil Karaveli
(Πηγή : http://foreignaffairs.gr)
Η τουρκική δημοκρατία γέννησε μια δικτατορία το 1923. Και υπάρχουν πολλές πιθανότητες ότι θα παρέμενε έτσι αν δεν υπήρχε η επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών ως παγκόσμια ηγετική δύναμη από το 1945.
Για να δούμε το γιατί, ας εξετάσουμε τα δύο μεγάλα δημοκρατικά σημεία καμπής στα τελευταία 90 χρόνια τής Τουρκίας. Το πρώτο ήταν το 1950, όταν οι πρώτες ελεύθερες πολυκομματικές εκλογές τής χώρας παραμέρισαν το αυταρχικό κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) και έφεραν στην εξουσία το συντηρητικό Δημοκρατικό Κόμμα (DP).Ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο ιδρυτής τής Τουρκικής Δημοκρατίας, ήθελε η Τουρκία να εκδυτικοποιηθεί, αλλά η μονοκομματική εξουσία που είχε εφαρμόσει ήταν βαθύτατα αντι-φιλελεύθερη και εμπνευσμένη από την Δυτική δεξιά αυταρχική πολιτική σκέψη. Με άλλα λόγια, η πραγματική δημοκρατία δεν συγκαταλεγόταν αναγκαστικά μεταξύ των αρχών που ο Ατατούρκ ήθελε να ακολουθήσει η Τουρκία.
Η επόμενη μεγάλη δημοκρατική μετάβαση έλαβε χώρα περίπου μισό αιώνα αργότερα, το 2002, όταν το ισλαμικό-συντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ανήλθε στην εξουσία. Το ΑΚΡ διέλυσε το σύστημα τής εποπτείας τού στρατού επί της πολιτικής, το οποίο είχε τεθεί σε ισχύ από το 1960, όταν ο στρατός οργάνωσε το πρώτο από μια σειρά τεσσάρων πραξικοπημάτων που εξασφάλιζαν ότι θα κρατούσε για πάντα στα χέρια του τους μοχλούς τής εξουσίας. Το ΑΚΡ ανάγκασε τον στρατό να αποδεχθεί την πολιτική εξουσία (και την εξουσία ενός πολιτικού κόμματος που δεν άρεσε στον στρατό) και στην συνέχεια προώθησε νομικές αλλαγές που περιόρισαν τον πολιτικό ρόλο τού στρατού. Το πιο σημαντικό, άλλαξε την σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, το σώμα που ο στρατός είχε χρησιμοποιήσει για να επιβάλει την θέλησή του στις εκλεγμένες κυβερνήσεις, με τη μείωση του αριθμού των στρατηγών στο σώμα και την υποταγή τους στους πολιτικούς αντιπροσώπους. Επίσης, στελέχωσε το δικαστικό σώμα με πιστούς δικαστές και εισαγγελείς, οι οποίοι στην συνέχεια ανέλαβαν τις περιπτώσεις των εκατοντάδων ανώτερων αξιωματικών τού στρατού που κατηγορήθηκαν ότι σχεδίαζαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Αν και ο υφέρπων αυταρχισμός τού ΑΚΡ αποτελεί πλέον μια ανησυχία, είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί το πόσο σημαντικές ήταν οι αρχικές μεταρρυθμίσεις που εξεδίωξαν τον στρατό από την πολιτική.
Οι δημοκρατικές επαναστάσεις τής Τουρκίας - η μετάβαση στην πολυκομματική δημοκρατία το 1950 και το τέλος τής στρατιωτικής κηδεμονίας στις αρχές τής δεκαετίας τού 2000 – ήταν αμφότερες ριζωμένες στις εσωτερικές αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά τα προηγούμενα έτη. Στην δεκαετία τού 1940, η άρχουσα ελίτ τού CHP είχε διαχωρίσει τον ρόλο τού κράτους από την οικονομία. Κάποιοι τάχθηκαν με την αναδυόμενη αστική τάξη, που απαιτούσε μεγαλύτερη ελευθερία. Οι παραδοσιακά Κεμαλικοί, εν τω μεταξύ, ήθελαν να προστατεύσουν την εξουσία των γραφειοκρατών.
Στην δεκαετία τού 1990, συνέβη κάτι παρόμοιο. Χάρη στην οικονομική απελευθέρωση της δεκαετίας τού 1980 και στην παγκοσμιοποίηση, μια νέα μεσαία τάξη ήρθε στο προσκήνιο στην Ανατολία, την συντηρητική ενδοχώρα τής Τουρκίας. Οι αναδυόμενοι συντηρητικοί αγανάκτησαν με την κηδεμονία τού στρατού και τον αυταρχισμό τού κράτους. Υποστηριζόμενοι από τους φιλελεύθερους, χάρισαν στο κόμμα τους μια νίκη το 2002 και στην συνέχεια ανέλαβαν το σύνολο του κρατικού μηχανισμού.
Μια εξωτερική δύναμη βοήθησε να καθοριστεί η έκβαση αυτών των δημοκρατικών επαναστάσεων. Και στις δύο περιπτώσεις, οι απερχόμενοι αυταρχικοί - το CHP και ο στρατός - υπέκυψαν επειδή ήξεραν ότι αν δεν το έκαναν η αμερικανική και η άλλη δυτική στήριξη θα εξαφανιζόταν. Και χωρίς αυτήν την υποστήριξη, η ασφάλεια και η ευημερία τής Τουρκίας θα υφίστατο πλήγμα.
Μετά τη νίκη τού αντιπολιτευτικού DP το 1950, ο στρατός προσφέρθηκε να οργανώσει πραξικόπημα για να κρατήσει τον ηττηθέντα πρόεδρο Ισμέτ Ινονού και το CHP στην εξουσία. Ο Ινονού δεν ήταν δημοκράτης. Υπό την εξουσία του, αριστεροί διανοούμενοι ρίχτηκαν στη φυλακή, ακόμα και δολοφονούνταν. Οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί διώκονταν. Προχώρησε ακόμη περισσότερο από όσο ο προκάτοχός του, ο Ατατούρκ, στην λατρεία τής προσωπικότητάς του, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του Αρχηγό τού Έθνους, κατ’ εικόνα των συγχρόνων του, όπως ο Ισπανός «Caudillo» Φράνκο. Δεν θα ήταν έκπληξη, λοιπόν, αν συμφωνούσε με το σχέδιο του στρατού. Αλλά ο Ινονού συμμορφώθηκε με το αποτέλεσμα των εκλογών και παραιτήθηκε κατά τα δέοντα.
Σε αυτή την περίπτωση, η επιρροή των ΗΠΑ ήταν καθοριστική. Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ινονού είχε κατευθύνει την Τουρκία επικίνδυνα κοντά στη ναζιστική Γερμανία. Το καθεστώς τής Τουρκίας διακινδύνευσε από την φιλο-ναζιστική κλίση του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία πίεσαν τον Ινονού να περάσει στην πλευρά των Συμμάχων, αλλά εκείνος αντιστάθηκε μέχρι που ο πόλεμος είχε σχεδόν τελειώσει. Απελπισμένος για προστασία από τις ΗΠΑ έναντι της Σοβιετικής Ένωσης που είχε εκφράσει εδαφικές απαιτήσεις, ο Ινονού έπρεπε να αποδείξει στην Δύση ότι η Τουρκία θα μπορούσε να είναι ένας αξιοσέβαστος σύμμαχος - και ποιός καλύτερος τρόπος από το να διεξαγάγει «ελεύθερες εκλογές» το 1946. Οι εκλογές δεν ήταν δίκαιες. Αλλά και πάλι, η Τουρκία ανταμείφθηκε για τις προσπάθειές της με βοήθεια στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ. Όμως και οι δύο πλευρές χρειάζονταν κάτι περισσότερο. Η Τουρκία ήταν ένα κράτος στην πρώτη γραμμή τού Ψυχρού Πολέμου, και τόσο η Τουρκία όσο και η Δύση ήθελαν την Τουρκία στο ΝΑΤΟ. Αλλά δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει εφ’ όσον παρέμενε αυταρχική. Το καθεστώς Ινονού κατάλαβε ότι έπρεπε να παραδοθεί στους εγχώριους αντιπάλους του ή αλλιώς να αντιμετωπίσει την πλήρη απώλεια της προστασίας τής Δυτικής συμμαχίας απέναντι στην Σοβιετική Ένωση. Και έτσι πραγματοποιήθηκε ένας νέος γύρος εκλογών το 1950, και τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία.
Η ιστορία επαναλήφθηκε μετά την εκλογική νίκη τού ισλαμικού συντηρητικού AKP το 2002. Μόλις πέντε χρόνια πριν, ο στρατός είχε ανατρέψει μια ισλαμιστική κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να προστατεύσει το κοσμικό κράτος. Πολλοί στις τάξεις των αξιωματικών ήθελαν να κάνουν το ίδιο με το ΑΚΡ, και υπήρχαν αρκετές αποτυχημένες απόπειρες πραξικοπήματος το 2003 και το 2004. Τελικά, όμως, οι προσπάθειες αυτές δεν κατέληξαν πουθενά, επειδή το Γενικό Επιτελείο δεν τις ενέκρινε. Αυτό που έχει αλλάξει από το 1997 δεν ήταν η νοοτροπία του Γενικού Επιτελείου. Κυρίως, ήταν η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Μέχρι το 2001, μετά από μια δεκαετία πολιτικής κακοδιαχείρισης, βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Η Τουρκία χρειαζόταν να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών - και μια δέσμευση ότι θα ξεκινήσει η διαδικασία ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση - με κάθε κόστος. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ρεαλιστές τού Γενικού Επιτελείου ήξεραν ότι ένα πραξικόπημα ήταν έξω από κάθε συζήτηση. Οι στρατηγοί παρέδωσαν την εξουσία τους - και αργότερα υπέμειναν ακόμη και ταπείνωση όταν φυλακίστηκαν δεκάδες συνάδελφοί τους - υπό τον φόβο ότι η Τουρκία θα στερείτο της Δυτικής οικονομικής προστασίας.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, βεβαίως, οι δημοκρατικές ελπίδες σύντομα περιέπεσαν σε απογοήτευση. Ο Αντνάν Μεντερές, ο οποίος ήρθε στην εξουσία στις πρώτες ελεύθερες, πολυκομματικές εκλογές στην Τουρκία σύντομα αποδείχθηκε ότι ήταν και ο ίδιος αυταρχικός. Φυλάκιζε επικριτικούς δημοσιογράφους και κατέστελλε βίαια την αντιπολίτευση. Η εξουσία τού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τού ΑΚΡ, παρομοίως έγινε αυταρχική, και η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ έχει σταματήσει. Και οι δύο ηγέτες όφειλαν την δύναμή τους στο γεγονός ότι οι αυταρχικοί πριν από αυτούς είχαν αποφασίσει να υποκρίνονται προσήλωση στην δημοκρατία και την ελευθερία προκειμένου να ευχαριστήσουν την Δύση. Αλλά όταν ο Μεντερές και αργότερα ο Ερντογάν άρχισαν να επιδεικνύουν αυταρχικά χαρακτηριστικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες περίμεναν για πολύ καιρό πριν τους υπενθυμίσουν τις δεσμεύσεις των προκατόχων τους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ωθήσει την Τουρκία προς την δημοκρατία, αλλά, κατά κανόνα, στην συνέχεια ήταν προετοιμασμένες να παραβλέψουν πολλά από τις δημοκρατικά εκλεγμένες τουρκικές κυβερνήσεις. Ο Αϊζενχάουερ αποκήρυξε τελικά τον Μεντερές στα τέλη τού 1959, αρνούμενος περαιτέρω οικονομική βοήθεια στην Τουρκία. Τότε, η πτώση τού Μεντερές από την εξουσία ήταν άμεση. Ποτέ δεν καταδίκασε τον βρώμικο πόλεμο που εξαπέλυσε η Τουρκία εναντίον τής κουρδικής μειονότητας κατά την διάρκεια της δεκαετίας τού 1990. Και διαδοχικές κυβερνήσεις έκαναν σίγουρο ότι το Κογκρέσο δεν θα περνούσε ψηφίσματα σχετικά με την γενοκτονία των Αρμενίων. Σε μια συνέντευξή του το 2012, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα έφτασε ακόμη και να συμπεριλάβει τον Ερντογάν μεταξύ των πέντε ηγετών τού κόσμου με τους οποίους είχε καταφέρει να σφυρηλατήσει «φιλίες και σχέσεις εμπιστοσύνης». Αλλά ως τότε ο Ερντογάν είχε ήδη δείξει τις αυταρχικές του τάσεις.
Από τον Αϊζενχάουερ μέχρι τον Ομπάμα, οι αμερικανικές κυβερνήσεις διστάζουν να απαιτήσουν πάρα πολλά από τις «δημοκρατικές» τουρκικές κυβερνήσεις, υπό τον φόβο ότι κάτι τέτοιο θα τις απομακρύνει, θα τις ωθήσει να είναι λιγότερο συνεργάσιμες σε στρατιωτικά και στρατηγικά θέματα. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν περισσότερη μόχλευση από όση αντιλαμβάνονται. Η προοπτική ότι θα εγκαταλειφθούν από την Αμερική είναι κάτι που τρομάζει τους Τούρκους ηγέτες. Το CHP και ο στρατός ήταν αρκετά φοβισμένοι για να παραιτηθούν. Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ένας βετεράνος συντηρητικός πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος, ο οποίος άρχισε να ανησυχεί όλο και περισσότερο όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν τα διπλωματικά ανοίγματα στην Κίνα κατά την διάρκεια των ετών τού Νίξον, έθεσε το ερώτημα ξεκάθαρα: «Δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψετε τώρα, έτσι δεν είναι;», φέρεται να είπε στον πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον.
Η Τουρκία μπορεί να φαίνεται ότι διαθέτει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σήμερα. Αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μια ανερχόμενη δύναμη. Ο Ερντογάν δεν δίστασε να επιπλήξει δημόσια τον Ομπάμα για την απροθυμία του να εμπλακεί στην Συρία. Οι προκάτοχοι του Ερντογάν ποτέ δεν θα τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Παρά το γεγονός ότι η ρητορική του μπορεί να δείχνει το αντίθετο, όμως, ο Ερντογάν φοβάται μην εγκαταλειφθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο φοβόταν και ο Ντεμιρέλ. Ήταν απεγνωσμένος στο να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες στον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία, στον οποίο η Τουρκία συμμετέχει ενεργά. Φοβάται ότι, διαφορετικά, η Τουρκία πρόκειται να μείνει μόνη της για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του πολέμου. Και η πίεση των ΗΠΑ στην ΕΕ υπήρξε κρίσιμη στην διατήρηση ζωντανής τής ενταξιακής προοπτικής τής Τουρκίας. Αν αυτά εξαφανιστούν, η τουρκική οικονομία θα πληγωθεί. Ακόμη και ως «ανερχόμενη δύναμη», η Τουρκία δεν στέκεται στα πόδια της. Παραμένει εξαρτημένη όσο ποτέ από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Δύση για την ασφάλεια και την ευημερία της.
Η ιστορία διδάσκει ότι, όταν αφήνεται στην τύχη της, η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τις ανελεύθερες συνήθειές της. Αλλά διδάσκει επίσης ότι ο φόβος τής Τουρκίας να στερηθεί την Δυτική προστασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προκληθεί να προχωρήσει σε δημοκρατικές μεταβάσεις. Οι Αμερικανικές και Δυτικές δυνάμεις έκαναν την διαφορά πριν, και μπορούν να το κάνουν τώρα και πάλι. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να αντιμετωπίζει τον Ερντογάν με τον τρόπο που αντιμετώπισε τον Ινονού: με το να του υπενθυμίζει ότι η Τουρκία θα πρέπει να ανταποκριθεί στις δυτικές δημοκρατικές προδιαγραφές, αν θέλει να συνεχίσει να απολαμβάνει τα οφέλη τού να υπολογίζεται ως μια Δυτική δύναμη.

* Ο HALIL KARAVELI είναι βασικός συνεργάτης στο Central Asia-Caucasus Institute και στο Πρόγραμμα Σπουδών Silk Road το οποίο είναι συνδεδεμένο με την Σχολή Προωθημένων Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins και το Institute for Security and Development Policy. Είναι επίσης διευθυντής σύνταξης στο Turkey Analyst.


Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/141353/halil-karaveli/cold-turkey