Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Το εύστοχο άρθρο του Στ. Κασιμάτη περί Louboutin, σεξισμού και Αριστεράς της προόδου


Louboutin, σεξισμός και η Αριστερά της προόδου
Του Στέφανου Κασιμάτη
(Πηγή : http://www.kathimerini.gr/)
Οταν κάποιος κρίνει μια πολιτική θέση με γνώμονα το φύλο εκείνου που την εκφράζει, η στάση αυτή είναι μία έκφανση της ανθρώπινης βλακείας. Θέλετε να την ονομάσουμε «σεξισμό»; Πολύ ευχαρίστως, ουδεμία αντίρρηση.
Ομως, ο κατά τον συγκεκριμένο τρόπο νοούμενος σεξισμός δεν παύει να είναι βλακεία. Διότι, κατ’ αρχάς, υποδηλώνει την αδυναμία του υποπίπτοντος στο «αμάρτημα» του σεξισμού να αντικρούσει την πολιτική με πολιτικούς όρους. Με αυτή την στενή έννοια, λοιπόν, η άρνηση του σεξισμού (όπως και του ρατσισμού σε όλες τις εκδοχές του) θα έπρεπε να είναι υποχρέωση κάθε ευσυνείδητου πολίτη, δηλαδή, κάθε ατόμου που έχει συναίσθηση των υποχρεώσεών του ως μέλους μιας πολιτείας, που τη θέλει δίκαια και ευνομούμενη. Υπό αυτή την έννοια, η άρνηση του σεξισμού εντάσσεται στους κανόνες αλληλοσεβασμού (και αυτοσεβασμού, σε τελευταία ανάλυση), χωρίς τους οποίους δεν υφίσταται κοινωνία. Ως εδώ, νομίζω ότι πάνω κάτω συμφωνούμε όλοι. (Εξαιρούνται, βέβαια, οι υπανάπτυκτοι, οι κάφροι και οι κομπλεξικοί, που –τι να κάνουμε;– και αυτοί υπάρχουν...).
Εκεί όπου αρχίζουν οι διαφωνίες, όμως, είναι όταν ορισμένοι ξεκινούν από τη θεμιτή άρνηση του σεξισμού και χτίζουν επάνω της μια πολιτική εξισωτισμού και εξάλειψης των διακρίσεων που υπάρχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων. Ο εξισωτισμός μπορεί να είναι είτε θετικός (π.χ., όλες οι γυναίκες έχουν πάντα δίκιο, επειδή είναι γυναίκες) είτε αρνητικός (π.χ., δεν υπάρχουν όμορφες και άσχημες γυναίκες, είναι όλες γυναίκες). Και στις δύο μορφές του, πάντως, είναι μια μορφή κοινωνικής αδικίας, που προκύπτει, κατά παράδοξο και ειρωνικό τρόπο, από την πίστη της Αριστεράς στις δυνατότητες της κοινωνικής μηχανικής να θεραπεύει αδικίες, οι οποίες οφείλονται σε φυσικές διακρίσεις που υφίστανται εκ των πραγμάτων.
Παράδειγμα της πρώτης εκδοχής του εξισωτισμού, είναι όταν κατηγορούνται ως σεξιστές όσοι επικρίνουν ή κοροϊδεύουν μια γυναίκα πολιτικό που παραφέρεται κατά τρόπο υστερικό, ενώ στην πραγματικότητα οι επικρίσεις αφορούν την κοινωνική συμπεριφορά της, που δεν έχει καμία σχέση με το φύλο της. Εδώ το φύλο δεν προστατεύεται από την αδικία· γίνεται, αντιθέτως, πρόσχημα για τη δικαιολόγηση της αδικίας (ενδεχομένως, εις βάρος των υστερικών ανδρών, για τους οποίους δεν ισχύει η ίδια προστασία). Επίσης, εδώ η προστασία του φύλου γίνεται πρόσχημα για την άρνηση της γελοιοποίησης που προκαλεί η απώλεια του μέτρου και, συνεπώς, στρέφεται ευθέως κατά της κοινής λογικής που είναι η βάση των κανόνων αλληλοσεβασμού. Ως προς τη δεύτερη εκδοχή, περιττεύουν τα παραδείγματα. Η γελοιότητα της θέσης, που εκφράζεται κυρίως από κάποια υπολείμματα της οργισμένης και εκδικητικής φάσης του φεμινισμού, προκύπτει από την ίδια την εσωτερική λογική της, την οποία αν την τραβούσαμε ώς την άκρη της, τότε κάθε μη σεξιστής θα όφειλε να είναι και bisexual και σαβουρο***ς, μετά συγχωρήσεως...
Εννοείται, δε, ότι ο σεξισμός με τη διασταλτική έννοιά του προσφέρεται για ασκήσεις υποκρισίας. Τι να πούμε, λ.χ., για εκπάγλου καλλονής πολιτευομένη, η οποία καταγγέλλει διαπρυσίως τον σεξισμό, όταν η εμφάνισή της πρωτίστως της έχει ανοίξει πόρτες που δεν θα άνοιγαν ποτέ σε μια γυναίκα με συνηθισμένη όψη; Κακά τα ψέματα, όμορφοι και άσχημοι άνθρωποι θα υπάρχουν πάντα και το πλεονέκτημα θα το έχουν οι όμορφοι. Κανείς δεν μπορεί να τους το στερήσει, γιατί κανείς δεν μπορεί να καταργήσει μια διαφορά που εναπόκειται στη φύση, επειδή αποφασίζει να καταργήσει τη δυνατότητα των ανθρώπων να αντιλαμβάνονται τη διαφορά και να την εκτιμούν. (Μόνον ο περιβόητος Μακάρεκο επί Στάλιν πρέσβευε παρόμοιες ανοησίες...). Αλλά μη σπεύδουμε κιόλας να γίνουμε απόλυτοι. Συχνά (πολύ συχνά...) οι όμορφοι άνθρωποι διατρέχουν τον κίνδυνο να εξελιχθούν σε ηλιθίους, επειδή ακριβώς βασίζονται υπερβολικά σε ένα φυσικό πλεονέκτημα που έχει ημερομηνία λήξης, ενώ το αντίστροφο μπορεί να ισχύει για εκείνους που έχουν να αγωνισθούν ώστε να ξεπεράσουν το μειονέκτημα της μορφής τους, εφόσον βέβαια τους δοθούν οι ευκαιρίες.
Συναφές είναι και το άλλο θέμα που μας απασχόλησε στο περιθώριο σοβαρότερων εξελίξεων την εβδομάδα που πέρασε, ως μέρος του αναπόφευκτου ψυχαγωγικού προγράμματος της πολιτικής σκηνής. Εννοώ τη συζήτηση ή, ακριβέστερα, τον χαβαλέ που προκάλεσαν σχόλια για τις εξεζητημένες ενδυματολογικές προτιμήσεις ορισμένων κυριών της Βουλής. Ε, λοιπόν, ναι. Είναι γελοίο να εμφανίζεται κάποια στη Βουλή με δωδεκάποντες γόβες Louboutin. (Πολύ περισσότερο, δε, αν πρόκειται για κάποιον - αλλά ευτυχώς ακόμα δεν φθάσαμε εκεί...). Οπως επίσης είναι καταγέλαστο να εμφανίζεται βουλευτίνα στην ορκωμοσία της ως υφυπουργού με εφαρμοστό ξώπλατο, το οποίο φέρει τεράστιο φιόγκο λίγο πιο πάνω από τους γλουτούς, ώστε να τονίζεται το ωραίο σχήμα τους. (Είναι αλήθεια - και αυτό έχει συμβεί...). Είναι γελοία αυτά, επειδή η τήρηση των, στοιχειωδών έστω, ενδυματολογικών κωδίκων που ορίζουν οι περιστάσεις είναι και αυτή κομμάτι των κανόνων αλληλοσεβασμού σε μια κοινωνία. Πώς να το κάνουμε δηλαδή; Το δικαίωμα στις Louboutin δεν σου επιτρέπει να βάζεις τα μπουζούκια ή ένα γάμο με κλαρίνα στο ίδιο επίπεδο με τη Βουλή, που τη λιβανίζεις μάλιστα με κάθε ευκαιρία «ως λίκνο της Δημοκρατίας». Στην περίπτωση που το κάνεις, η κοροϊδία είναι το αναπόφευκτο και, μάλλον, το ενδεδειγμένο τίμημα.
Και τα δύο αυτά φαινόμενα, τα οποία η πρόσφατη επικαιρότητα τα συνδύασε αριστοτεχνικά, είναι εκφάνσεις της ίδιας «προοδευτικής» κουλτούρας που επιτάσσει τη σχετικοποίηση των κριτηρίων, είτε ηθικών είτε αισθητικών. Αποκυήματά της είναι ο διαχωρισμός της βίας σε καλή και κακή, ανάλογα με την πολιτική προέλευσή της ή, ακόμη, η προώθηση μιας πολυπολιτισμικότητας, στο όνομα της οποίας αναγνωρίζεται σιωπηρά το δικαίωμα ορισμένων μουσουλμάνων να κάνουν ό,τι θέλουν (ας πούμε, να επιβάλουν την κλειτοριδεκτομή στις κόρες τους), επειδή έχουν δικαίωμα στη «διαφορετικότητα». Η ελαφρά πλευρά του «προοδευτισμού» αυτού του είδους ήταν η μομφή του σεξισμού προς όσους ανεδείκνυαν (ο καθένας με τον τρόπο του, βέβαια - άλλοι με εξαιρετικό χιούμορ, όπως ο γελοιογράφος Δημήτρης Χαντζόπουλος, άλλοι με ύφος αγοραίο και μνησίκακο) τη γελοιότητα των Louboutin και των ξώπλατων στη Βουλή.
Η ειρωνεία που διαφεύγει από όσους «προοδευτικούς» προωθούν τη σχετικοποίηση των κριτηρίων είναι ότι αυτού του τύπου η κουλτούρα οδηγεί στον κατακερματισμό της κοινωνίας και τον ανταγωνισμό μεταξύ των κάθε είδους διασπάσεών της. Μάλιστα δε, σε ανταγωνισμό, του οποίου η έκβαση, ελλείψει κορμού γενικώς παραδεκτών αρχών και αξιών, κρίνεται εν τέλει από την ωμή δύναμη των ανταγωνιζομένων πλευρών. Ολοι αυτοί καταριώνται τη Θάτσερ για την περίφημη φράση της «there is no such thing as society». Επιβεβαιώνουν, όμως, τον ισχυρισμό της, όταν οι ίδιοι κάνουν ό,τι μπορούν για να φθείρουν τους κανόνες που κάνουν ένα σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά να είναι κοινωνία. «Ο πολιτισμένος άνθρωπος», γράφει ο Νόρμπερτ Ελίας στο «Η διαδικασία του πολιτισμού», «χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ότι αρνείται ο ίδιος στον εαυτό του, δυνάμει ενός κοινωνιογενούς αυτοκαταναγκασμού, να πιάνει αυθόρμητα ό,τι ορέγεται, ό,τι αγαπά ή μισεί». Ισχύει εξίσου για τους υποστηρικτές του δικαιώματος στις Louboutin όσο και για τους επικριτές τους.