Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Εξαιρετικός Τ. Θεοδωρόπουλος για την φαρσοκωμωδία στην εξουσία


Η φαρσοκωμωδία στην εξουσία
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο κωμικός χαρακτήρας, σε αντίθεση με τον ηθοποιό που τον υποδύεται, όχι μόνον δεν γελάει με τα αστεία του, αλλά δεν έχει συνείδηση πως ό,τι κάνει προκαλεί το γέλιο σε όποιον τον παρατηρεί.
Ο Μπάστερ Κίτον, ως γνωστόν, δεν αλλάζει έκφραση ακόμη κι όταν τον κυνηγάει ολόκληρη η αστυνομική δύναμη του Σικάγου. Ο Τσάπλιν ως Σαρλό, με το κοντό και πάντα κουμπωμένο σακάκι του, τα σακουλιασμένα παντελόνια του, το μπαστουνάκι του, το καπέλο του και το βάδισμα της βιαστικής πάπιας, δεν έχει συναίσθηση ότι είναι καρικατούρα. Και προκαλεί το γέλιο στον θεατή από την αντίστιξη της καρικατούρας με τη συμπεριφορά του δανδή. Κάτι σαν τον Κατρούγκαλο στο πιο ταλαντούχο εννοείται.
Από την αυταπάτη στην αυτογελοιοποίηση ο δρόμος είναι μικρός. Ο κ. Τσίπρας πρέπει να το ξέρει καλά ως ηθοποιός που υποδύεται τον χαρακτήρα που θα μείνει στην Ιστορία ως «Ο Τσίπρας πρωθυπουργός». Είχε την αυταπάτη ότι μπορεί να μιλήσει αγγλικά στο Ιδρυμα Κλίντον. Το αποτέλεσμα ήταν να αυτογελοιοποιηθεί. Ακόμη και ο ίδιος ο Κλίντον έχασε κάποια στιγμή τα λόγια του, προσπαθώντας να μη σκάσει στα γέλια. Προχθές επανέκαμψε με μια περφόρμανς στη Σύνοδο Κορυφής, απ’ αυτές που η κ. Μέρκελ θα αφηγείται στα εγγόνια της όταν θα τη ρωτούν: «Πώς ήταν τότε η Ευρώπη, γιαγιά;».
Είπε ότι τα δημοψηφίσματα είναι απλά. Υπάρχουν πάντα δύο επιλογές και είναι έκπληκτος με την κατάσταση στη Βρετανία, αφού οι Βρετανοί δεν ήσαν έτοιμοι και για τα δύο ενδεχόμενα. Οσο πιο κοντά στην κοινοτοπία είναι ο κωμικός χαρακτήρας, τόσο πιο αβίαστο είναι το γέλιο που προκαλεί. Και από ό,τι διάβασα στο σχετικό ρεπορτάζ, οι υπόλοιποι γέλασαν. Ο ίδιος, δε, απεχώρησε μάλλον ευχαριστημένος για τη συμβολή του στην αντιμετώπιση της κρίσης, χωρίς να αντιληφθεί ότι το γέλιο δεν οφειλόταν στο ευφυολόγημα αλλά σε όσους συνειρμούς προκάλεσε για τον τρόπο που χειρίστηκε το περυσινό δημοψήφισμα, κοινώς στην αυτογελοιοποίησή του.
«Εμείς εδώ κάτω έχουμε τον τρόπο μας». Υποθέτω ότι αυτό σκέφτηκε ο κ. Δρίτσας όταν παραποιούσε το κείμενο της συμφωνίας με την Cosco. «Βάλε τα, μωρέ, με τα ψιλά, σιγά μην κάτσουν να τα διαβάσουν. Σάμπως εσύ τα διάβασες;» Εδώ μιλάμε για άλλο επίπεδο θεάματος. Η φυσιογνωμία, ο τόνος της φωνής του υπουργού, σαν ρεμπέτης που ντύθηκε για τα βαφτίσια του ανιψιού του, παραπέμπουν στη μεγάλη παράδοση της φάρσας. Εδώ ο χαρακτήρας ξέρει πως είναι μπερμπαντάκος, ξέρει πως είναι γελοίος με βάση το κοινό μέτρο σοβαρότητας, έχει την κουτοπονηριά να πιστεύει ότι θα τη γλιτώσει, αλλά δεν τον νοιάζει κι αν θα τον πάρουν είδηση. Τι είχαμε τι χάσαμε.
Ο συνδυασμός κωμωδίας και φάρσας λέγεται φαρσοκωμωδία. Μην πάει ο νους σας στο κακό. Δεν ισχυρίζομαι πως οι άνθρωποι δεν παίρνουν στα σοβαρά τον ρόλο της «πολιτικής ηγεσίας». Σοβαρευθείτε, παρακαλώ! Κι εσύ εκεί στο βάθος δεν ντρέπεσαι να χαχανίζεις;
Η κωμωδία είναι ελληνική επινόηση. Η φάρσα είναι εισαγόμενη, αν δεν κάνω λάθος. Η φαρσοκωμωδία είναι συνδυασμός και των δύο: η Ελλάδα στον κόσμο του 2016.